Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2008
Αντιδράσεις εκπαιδευτικών για νέα κείμενα που διαστρεβλώνουν την Ιστορία (της Κύπρου)
ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΠΑΠΑΣΤΥΛΙΑΝΟΥ
αναδημοσίευση από το sigmalive
Δεν πρόλαβε να καταλαγιάσει ο σάλος με τις διαμαρτυρίες για τα βιβλία που επιχειρούν οι ξένοι να τοποθετήσουν ως βοηθήματα στα σχολεία, για να μας πείσουν ότι ο ελληνικός στρατός εισέβαλε στη Θεσσαλονίκη, ότι οι γεννίτσαροι περνούσαν υπέροχα στα παλάτια των Τούρκων πασάδων και ότι η Κωνσταντινούπολη προόδευσε μετά την Άλωσή της από τους Τούρκους, νέα προκλητικά κείμενα βρίσκονται υπό συζήτηση να εισαχθούν στα δημόσια σχολεία. Τα κείμενα αυτά επιλέγησαν από αρμοδίους του Υπουργείου Παιδείας από πεζογραφία Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων λογοτεχνών. Μόλις τα κείμενα δόθηκαν στους εκπαιδευτικούς φορείς ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων, αφού μέσα από αυτά επιχειρείται η αλλοίωση της εθνικής μας ταυτότητας. Από την πρώτη συνεδρία της Επιτροπής προχθές διαφάνηκαν οι διαφωνίες και σε μερικά σημεία οι αρμόδιοι του υπουργείου υποσχέθηκαν ότι θα αφαιρεθούν επίμαχα σημεία. Το θέμα δεν αποκλείεται να προσλάβει και πολιτικές διαστάσεις, αφού σε κάποια κόμματα το θεωρούν ως πολύ σοβαρό.
Ο Νίκος Τορναρίτης
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Παιδείας της Βουλής Νίκος Τορναρίτης, με δήλωσή του στη «Σ», τονίζει ότι τέτοια εκπαιδευτικά εργαλεία δεν επιτυγχάνουν την ειρήνη αλλά το διχασμό. Και πρόσθεσε: Ελπίζω η σκέψη για κουλτούρα ειρηνικής συμβίωσης με τους Τ/κυπρίους με τις πράξεις και παραλείψεις κάποιων να μην οδηγήσουν σε διχασμό των Ελληνοκυπρίων.
Μικελλίδης: Πολιτικές διχασμού και αφελληνισμού
Ως επικίνδυνους χαρακτηρίζει ο πρόεδρος της Οργάνωσης των Δασκάλων Δημήτρης Μικελλίδης εκείνους στο Υπουργείο Παιδείας που επέλεξαν τα κείμενα για να διδάσκονται στα σχολεία, με στόχο την επαναπροσέγγιση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Κληθείς από τη «Σ» να σχολιάσει το περιεχόμενο των κειμένων που δόθηκαν στους εκπαιδευτικούς φορείς για συζήτηση, ο πρόεδρος της ΠΟΕΔ εδωσε την εξής, γραπτή απάντηση:
Δεν έχουμε εξετάσει ως Γραμματεία τα κείμενα που στάλθηκαν, αφού μας δόθηκαν παραμονές της προχθεσινής συνδιάσκεψης της ΠΟΕΔ. Ωστόσο, είχα την ευκαιρία να τα μελετήσω χθες και με έκπληξη διαπίστωσα ότι:
α) Δόθηκαν τα ίδια κείμενα και ποιήματα τόσο για τη Μέση όσο και για τη Δημοτική Εκπαίδευση.
β) Η μεγάλη τους πλειοψηφία δεν μπορεί να διδαχτεί σε παιδιά Δημοτικού. Κάποια είναι εξαιρετικά, αλλά πνίγονται μέσα στα πολλά ακατάλληλα που προτείνονται.Βάναυση διατρέβλωση
γ) Κάποιες αναφορές για την ΕΟΚΑ είναι προκλητικές και υπάρχει βάναυση διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας.
δ) Γίνεται σαφής προσπάθεια απόδοσης στην ΕΟΚΑ των δεινών της Κύπρου.
Από την όλη κατάσταση προκύπτουν σοβαρά ερωτήματα:
1. Αυτοί που εντόπισαν και επέλεξαν τα συγκεκριμένα κείμενα έχουν οποιαδήποτε εικόνα για το δημοτικό σχολείο; Πώς στέλνουν στην ΠΟΕΔ κείμενα που είναι τελείως εκτός του επιπέδου των παιδιών των δημ. σχολείων;
2. Αυτά που έστειλαν τα διάβασαν; Αν ναι, τότε είναι επικίνδυνοι να προκαλούν τόσο βάναυσα την ιστορική αλήθεια.
3. Ο κ. Υπουργός τι λέγει για τους συνεργάτες του αυτούς; Επικροτεί τις ενέργειές τους και το περιεχόμενό τους; Είναι σύμφωνος με αυτά που εισηγούνται;
Διχάζουν και αφελληνίζουν
4. Τελικά ποιος είναι ο σκοπός τους; Να βοηθήσουν στην αλληλοκατανόηση ή να περάσουν πολιτικές που διχάζουν και αφελληνίζουν;
5. Προσωπικά, φοβάμαι ότι, εκτός των άλλων, σκόπιμα το Υπουργείο προκαλεί για ν' αποπροσανατολίσει από τις βαριές του ευθύνες της μη επίλυσης σωρείας προβλημάτων της Εκπαίδευσης. Αντί να προχωρήσει σε επίλυση προβλημάτων, αφέθηκε σε θέματα που αποσκοπούν σε άλλες στοχεύσεις, που δεν εξυπηρετούν την Παιδεία μας.
6. Ως πρόεδρος της Παγκύπριας Οργάνωσης Ελλήνων Δασκάλων θα θέσω πλέον επιτακτικά το όλο ζήτημα στην Οργάνωση για επίσημη τοποθέτηση.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΓΟΝΕΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΝΕΟΚΛΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
Πρέπει η ιστορία να διδαχθεί, χωρίς παραποίηση
«ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΔΕΝ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ»
Καταπέλτης είναι ο Πρόεδρος της Παγκύπριας Συνομοσπονδίας Γονέων Δημοτικής Εκπαίδευσης Νεοκλής Παπαθεοδούλου. Εκφράζει τις επιφυλάξεις του για το στόχο του Υπουργείου Παιδείας και διερωτάται τι έκαναν οι Τουρκοκύπριοι από την πλευρά τους έναντι του τουρκικού καθεστώτος.
Καταθέτοντας τις απόψεις της Συνομοσπονδίας ενώπιον της Επιτροπής, σημειώνει μεταξύ άλλων: «Το Υπουργείο, στην εγκύκλιό του, με θέμα 'στόχοι σχολικής χρονιάς 2008-2009', ως πρώτο στόχο αναφέρει ότι 'η καλλιέργεια κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης είναι βασική προϋπόθεση για να λειτουργήσει στην πράξη η λύση που ενδεχομένως θα προκύψει από την πολιτική διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη».
«ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ». Και αν ενδεχομένως, οι Τουρκοκύπριοι ναυαγήσουν τις συνομιλίες; Η λέξη ενδεχομένως αποδεικνύει πόσο άκαιρη είναι η εξαγγελία αυτού του στόχου. Θέση την οποία είχαμε αναφέρει στην πρώτη τοποθέτησή μας ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας.«Κάθε κοινώς αποδεχτή λύση έχει προϋπόθεση για την επιτυχία της, τον αλληλοσεβασμό και την εποικοδομητική συνεργασία».
Ομολογουμένως συμφωνούμε απόλυτα με τα πιο πάνω και χαιρετίζουμε μια κοινώς αποδεχτή λύση.
Οι Τουρκοκύπριοι όμως δεν δείχνουν να συμμερίζονται αυτές τις απόψεις.
- Μήπως οι Τουρκοκύπριοι έχουν σταματήσει να σφετερίζονται τις περιουσίες των προσφύγων;
- Μήπως έχουν ορθώσει το ανάστημα ενάντια στην Τουρκία και ζητούν δίκαιη λύση του Κυπριακού Προβλήματος κι εμείς δεν το έχουμε αντιληφθεί, ή απλά βολεύονται με την κατοχή;
- Μήπως οι Τουρκοκύπριοι έχουν συμβάλει με οποιοδήποτε τρόπο στην άρση της κατάφωρης αδικίας των Ελληνοκυπρίων, που για 34 τώρα χρόνια βιώνουν ως θύματα της τουρκικής κατοχής;
- Δυστυχώς, η μόνη μέχρι τώρα διαπίστωση είναι ότι οι Τουρκοκύπριοι καρπούνται όλων των ωφελημάτων που παρέχει η Κυπριακή Δημοκρατία αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση στην οποία η Κύπρος ανήκει.
Κατά συνέπεια δεν θέλουμε να πιστεύουμε ότι ο σκοπός του στόχου αυτού είναι ο αποπροσανατολισμός των παιδιών και η μείωση του αγωνιστικού φρονήματος.
Προπάντων δεν πρέπει να δημιουργήσουμε σύγχυση στα παιδιά με την εν μία νυκτί αναίρεση του 'Δεν ξεχνώ και αγωνίζομαι' ή στο ότι η τουρκική εισβολή ήταν μια ειρηνική αποστολή.
Για να μπορέσουν τα παιδιά να κατανοήσουν το πώς φθάσαμε στο 1974, (γιατί από εκεί ξεκίνησαν τα σημερινά πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα του τόπου μας) πρέπει πρώτιστα να διδαχθούν τα σωστά ιστορικά γεγονότα της Κύπρου από το 1570 μέχρι το 1974. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στα γεγονότα που συνέβησαν στον τόπο μετά το 1821, 1878, το 1931 και ιδιαίτερα το 1950.
Πρέπει η ιστορία να διδαχθεί, χωρίς παραποίηση για να μπορέσουν τα παιδιά μας να αντιληφθούν και να μάθουν από τα λάθη των προγόνων τους.
Να αποκτήσουν κριτική σκέψη και να καθορίσουν το μέλλον τούτου του τόπου, το μέλλον το δικό τους.
Πρέπει επίσης να τονισθεί ο δυσμενής ρόλος των Άγγλων, Αμερικανών, τα λάθη των Ελληνικών και των Τουρκικών Κυβερνήσεων αλλά και τα λάθη των Ελληνοκυπριακών και Τουρκοκυπριακών ηγεσιών που μας οδήγησαν στην καταστροφή του 1974.Η καλλιέργεια κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης και αμοιβαίου σεβασμού στα παιδιά έχει απόλυτη σχέση και με την ίδια ανάλογη καλλιέργεια και προς τους ίδιους τους γονείς. Η ίδια κουλτούρα που η δική μας πλευρά θα προσπαθήσει να καλλιεργήσει μέσω της παιδείας αλλά και της κοινωνίας τούτου του τόπου πρέπει να καλλιεργηθεί και από την άλλη πλευρά, με τον ίδιο ρυθμό και την ίδια κατανόηση αλλά και τους ίδιους στόχους.
Δεν μπορούμε να λέμε ότι ανάλογη θα είναι και η συμπεριφορά των Τουρκοκυπρίων. Το παρελθόν δεν μας δίνει το δικαίωμα να ελπίζουμε».
Σεμελίδου: Μήπως φθάσουμε στο αντίθετο αποτέλεσμα
Από την πλευρά της, η ΟΕΛΜΕΚ κατέστησε σαφές στο Υπουργείο Παιδείας ότιθα τηρήσει κατά γράμμα την απόφασή της να μη μεταβαίνει στα κατεχόμενα.Επίσης διευκρίνισε ότι θα δέχεται μικρό αριθμό Τουρκοκυπρίων γιασυζητήσεις με τέτοιο τρόπο ώστε να μη δίνεται η παραμικρή ευκαιρία γιαεκμετάλλευση από την τουρκική προπαγάνδα με στόχο την αναγνώριση τουψευδοκράτους. Από την πρώτη στιγμή, υπήρξαν αντιδράσεις εκ μέρους της Οργάνωσης γιατα κείμενα που δόθηκαν για έγκριση. Για παράδειγμα, εκεί που αναφέρεταιότι η ΕΟΚΑ σκότωνε Τουρκοκύπριους την περίοδο των ταραχών το 1963, τουπουργείο, αναγνωρίζοντας την πρωτοφανή του γκάφα, απάντησε ότι τοκείμενο αυτό πήγε κατά λάθος στους εκπαιδευτικούς.
Η Πρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ Ελένη Σεμελίδου ανέφερε στη «Σ» ότι μετά τιςεπισημάνσεις της Οργάνωσης, το Υπουργείο Παιδείας υποσχέθηκε ότι δεν θαστέλνονταν στα σχολεία τα επίμαχα σημεία. Επίσης τόνισε ότι κάποια απότα κεφάλαια αυτά δεν πρέπει να περιληφθούν καθόλου σε αυτά που θαεγκριθούν, όπως το διήγημα του Νεάρχου που γίνεται η αναφορά στην ΕΟΚΑ.
Η Σεμελίδου επισημαίνει ότι είναι καλό να διδάσκονται λογοτεχνικάκείμενα Τουρκοκυπρίων για να μάθουμε την κουλτούρα τους, όχι όμως αυτούτου είδους. Καταλήγοντας, τονίζει ότι αυτή η διαδικασία με αυτά τακείμενα κάθε άλλο παρά το στόχο εξυπηρετεί και εξέφρασε το φόβο μήπωςφθάσουμε στο αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Σε κάποιο σημείο γίνεται αναφορά σε ελληνόφωνους Κυπρίους.
Σε ένα άλλοσημείο ενός κειμένου του Ελληνοκύπριου Νέαρχου Γεωργιάδη, με τίτλο «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη», γίνεται αναφορά σε ένα νεαρό, τονΙάκωβο, ο οποίος «εξομολογείται» ότι τις βόμβες στο τζαμί τις έβαλεεπειδή ήταν διαταγή της ΕΟΚΑ της παράνομης ένοπλης Οργάνωσης τωνΕλλήνων εθνικιστών. Σε άλλο σημείο, οι μαθητές θα μαθαίνουν ότι ο Παλαιολόγος, ο Αθανάσιος Διάκος, οι δεσποτάδες της Αγίας Σοφίας, τηςΕΟΚΑ ξεθωριάζουν και σβήνουν!!!
αναδημοσίευση από το sigmalive
Δεν πρόλαβε να καταλαγιάσει ο σάλος με τις διαμαρτυρίες για τα βιβλία που επιχειρούν οι ξένοι να τοποθετήσουν ως βοηθήματα στα σχολεία, για να μας πείσουν ότι ο ελληνικός στρατός εισέβαλε στη Θεσσαλονίκη, ότι οι γεννίτσαροι περνούσαν υπέροχα στα παλάτια των Τούρκων πασάδων και ότι η Κωνσταντινούπολη προόδευσε μετά την Άλωσή της από τους Τούρκους, νέα προκλητικά κείμενα βρίσκονται υπό συζήτηση να εισαχθούν στα δημόσια σχολεία. Τα κείμενα αυτά επιλέγησαν από αρμοδίους του Υπουργείου Παιδείας από πεζογραφία Τουρκοκυπρίων και Ελληνοκυπρίων λογοτεχνών. Μόλις τα κείμενα δόθηκαν στους εκπαιδευτικούς φορείς ξεσήκωσαν θύελλα αντιδράσεων, αφού μέσα από αυτά επιχειρείται η αλλοίωση της εθνικής μας ταυτότητας. Από την πρώτη συνεδρία της Επιτροπής προχθές διαφάνηκαν οι διαφωνίες και σε μερικά σημεία οι αρμόδιοι του υπουργείου υποσχέθηκαν ότι θα αφαιρεθούν επίμαχα σημεία. Το θέμα δεν αποκλείεται να προσλάβει και πολιτικές διαστάσεις, αφού σε κάποια κόμματα το θεωρούν ως πολύ σοβαρό.
Ο Νίκος Τορναρίτης
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Παιδείας της Βουλής Νίκος Τορναρίτης, με δήλωσή του στη «Σ», τονίζει ότι τέτοια εκπαιδευτικά εργαλεία δεν επιτυγχάνουν την ειρήνη αλλά το διχασμό. Και πρόσθεσε: Ελπίζω η σκέψη για κουλτούρα ειρηνικής συμβίωσης με τους Τ/κυπρίους με τις πράξεις και παραλείψεις κάποιων να μην οδηγήσουν σε διχασμό των Ελληνοκυπρίων.
Μικελλίδης: Πολιτικές διχασμού και αφελληνισμού
Ως επικίνδυνους χαρακτηρίζει ο πρόεδρος της Οργάνωσης των Δασκάλων Δημήτρης Μικελλίδης εκείνους στο Υπουργείο Παιδείας που επέλεξαν τα κείμενα για να διδάσκονται στα σχολεία, με στόχο την επαναπροσέγγιση Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Κληθείς από τη «Σ» να σχολιάσει το περιεχόμενο των κειμένων που δόθηκαν στους εκπαιδευτικούς φορείς για συζήτηση, ο πρόεδρος της ΠΟΕΔ εδωσε την εξής, γραπτή απάντηση:
Δεν έχουμε εξετάσει ως Γραμματεία τα κείμενα που στάλθηκαν, αφού μας δόθηκαν παραμονές της προχθεσινής συνδιάσκεψης της ΠΟΕΔ. Ωστόσο, είχα την ευκαιρία να τα μελετήσω χθες και με έκπληξη διαπίστωσα ότι:
α) Δόθηκαν τα ίδια κείμενα και ποιήματα τόσο για τη Μέση όσο και για τη Δημοτική Εκπαίδευση.
β) Η μεγάλη τους πλειοψηφία δεν μπορεί να διδαχτεί σε παιδιά Δημοτικού. Κάποια είναι εξαιρετικά, αλλά πνίγονται μέσα στα πολλά ακατάλληλα που προτείνονται.Βάναυση διατρέβλωση
γ) Κάποιες αναφορές για την ΕΟΚΑ είναι προκλητικές και υπάρχει βάναυση διαστρέβλωση της ιστορικής αλήθειας.
δ) Γίνεται σαφής προσπάθεια απόδοσης στην ΕΟΚΑ των δεινών της Κύπρου.
Από την όλη κατάσταση προκύπτουν σοβαρά ερωτήματα:
1. Αυτοί που εντόπισαν και επέλεξαν τα συγκεκριμένα κείμενα έχουν οποιαδήποτε εικόνα για το δημοτικό σχολείο; Πώς στέλνουν στην ΠΟΕΔ κείμενα που είναι τελείως εκτός του επιπέδου των παιδιών των δημ. σχολείων;
2. Αυτά που έστειλαν τα διάβασαν; Αν ναι, τότε είναι επικίνδυνοι να προκαλούν τόσο βάναυσα την ιστορική αλήθεια.
3. Ο κ. Υπουργός τι λέγει για τους συνεργάτες του αυτούς; Επικροτεί τις ενέργειές τους και το περιεχόμενό τους; Είναι σύμφωνος με αυτά που εισηγούνται;
Διχάζουν και αφελληνίζουν
4. Τελικά ποιος είναι ο σκοπός τους; Να βοηθήσουν στην αλληλοκατανόηση ή να περάσουν πολιτικές που διχάζουν και αφελληνίζουν;
5. Προσωπικά, φοβάμαι ότι, εκτός των άλλων, σκόπιμα το Υπουργείο προκαλεί για ν' αποπροσανατολίσει από τις βαριές του ευθύνες της μη επίλυσης σωρείας προβλημάτων της Εκπαίδευσης. Αντί να προχωρήσει σε επίλυση προβλημάτων, αφέθηκε σε θέματα που αποσκοπούν σε άλλες στοχεύσεις, που δεν εξυπηρετούν την Παιδεία μας.
6. Ως πρόεδρος της Παγκύπριας Οργάνωσης Ελλήνων Δασκάλων θα θέσω πλέον επιτακτικά το όλο ζήτημα στην Οργάνωση για επίσημη τοποθέτηση.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΠΑΓΚΥΠΡΙΑΣ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΓΟΝΕΩΝ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ ΝΕΟΚΛΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΟΥΛΟΥ
Πρέπει η ιστορία να διδαχθεί, χωρίς παραποίηση
«ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΔΕΝ ΜΑΣ ΔΙΝΕΙ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ»
Καταπέλτης είναι ο Πρόεδρος της Παγκύπριας Συνομοσπονδίας Γονέων Δημοτικής Εκπαίδευσης Νεοκλής Παπαθεοδούλου. Εκφράζει τις επιφυλάξεις του για το στόχο του Υπουργείου Παιδείας και διερωτάται τι έκαναν οι Τουρκοκύπριοι από την πλευρά τους έναντι του τουρκικού καθεστώτος.
Καταθέτοντας τις απόψεις της Συνομοσπονδίας ενώπιον της Επιτροπής, σημειώνει μεταξύ άλλων: «Το Υπουργείο, στην εγκύκλιό του, με θέμα 'στόχοι σχολικής χρονιάς 2008-2009', ως πρώτο στόχο αναφέρει ότι 'η καλλιέργεια κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης είναι βασική προϋπόθεση για να λειτουργήσει στην πράξη η λύση που ενδεχομένως θα προκύψει από την πολιτική διαδικασία που βρίσκεται σε εξέλιξη».
«ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΩΣ». Και αν ενδεχομένως, οι Τουρκοκύπριοι ναυαγήσουν τις συνομιλίες; Η λέξη ενδεχομένως αποδεικνύει πόσο άκαιρη είναι η εξαγγελία αυτού του στόχου. Θέση την οποία είχαμε αναφέρει στην πρώτη τοποθέτησή μας ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας.«Κάθε κοινώς αποδεχτή λύση έχει προϋπόθεση για την επιτυχία της, τον αλληλοσεβασμό και την εποικοδομητική συνεργασία».
Ομολογουμένως συμφωνούμε απόλυτα με τα πιο πάνω και χαιρετίζουμε μια κοινώς αποδεχτή λύση.
Οι Τουρκοκύπριοι όμως δεν δείχνουν να συμμερίζονται αυτές τις απόψεις.
- Μήπως οι Τουρκοκύπριοι έχουν σταματήσει να σφετερίζονται τις περιουσίες των προσφύγων;
- Μήπως έχουν ορθώσει το ανάστημα ενάντια στην Τουρκία και ζητούν δίκαιη λύση του Κυπριακού Προβλήματος κι εμείς δεν το έχουμε αντιληφθεί, ή απλά βολεύονται με την κατοχή;
- Μήπως οι Τουρκοκύπριοι έχουν συμβάλει με οποιοδήποτε τρόπο στην άρση της κατάφωρης αδικίας των Ελληνοκυπρίων, που για 34 τώρα χρόνια βιώνουν ως θύματα της τουρκικής κατοχής;
- Δυστυχώς, η μόνη μέχρι τώρα διαπίστωση είναι ότι οι Τουρκοκύπριοι καρπούνται όλων των ωφελημάτων που παρέχει η Κυπριακή Δημοκρατία αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση στην οποία η Κύπρος ανήκει.
Κατά συνέπεια δεν θέλουμε να πιστεύουμε ότι ο σκοπός του στόχου αυτού είναι ο αποπροσανατολισμός των παιδιών και η μείωση του αγωνιστικού φρονήματος.
Προπάντων δεν πρέπει να δημιουργήσουμε σύγχυση στα παιδιά με την εν μία νυκτί αναίρεση του 'Δεν ξεχνώ και αγωνίζομαι' ή στο ότι η τουρκική εισβολή ήταν μια ειρηνική αποστολή.
Για να μπορέσουν τα παιδιά να κατανοήσουν το πώς φθάσαμε στο 1974, (γιατί από εκεί ξεκίνησαν τα σημερινά πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα του τόπου μας) πρέπει πρώτιστα να διδαχθούν τα σωστά ιστορικά γεγονότα της Κύπρου από το 1570 μέχρι το 1974. Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί στα γεγονότα που συνέβησαν στον τόπο μετά το 1821, 1878, το 1931 και ιδιαίτερα το 1950.
Πρέπει η ιστορία να διδαχθεί, χωρίς παραποίηση για να μπορέσουν τα παιδιά μας να αντιληφθούν και να μάθουν από τα λάθη των προγόνων τους.
Να αποκτήσουν κριτική σκέψη και να καθορίσουν το μέλλον τούτου του τόπου, το μέλλον το δικό τους.
Πρέπει επίσης να τονισθεί ο δυσμενής ρόλος των Άγγλων, Αμερικανών, τα λάθη των Ελληνικών και των Τουρκικών Κυβερνήσεων αλλά και τα λάθη των Ελληνοκυπριακών και Τουρκοκυπριακών ηγεσιών που μας οδήγησαν στην καταστροφή του 1974.Η καλλιέργεια κουλτούρας ειρηνικής συμβίωσης και αμοιβαίου σεβασμού στα παιδιά έχει απόλυτη σχέση και με την ίδια ανάλογη καλλιέργεια και προς τους ίδιους τους γονείς. Η ίδια κουλτούρα που η δική μας πλευρά θα προσπαθήσει να καλλιεργήσει μέσω της παιδείας αλλά και της κοινωνίας τούτου του τόπου πρέπει να καλλιεργηθεί και από την άλλη πλευρά, με τον ίδιο ρυθμό και την ίδια κατανόηση αλλά και τους ίδιους στόχους.
Δεν μπορούμε να λέμε ότι ανάλογη θα είναι και η συμπεριφορά των Τουρκοκυπρίων. Το παρελθόν δεν μας δίνει το δικαίωμα να ελπίζουμε».
Σεμελίδου: Μήπως φθάσουμε στο αντίθετο αποτέλεσμα
Από την πλευρά της, η ΟΕΛΜΕΚ κατέστησε σαφές στο Υπουργείο Παιδείας ότιθα τηρήσει κατά γράμμα την απόφασή της να μη μεταβαίνει στα κατεχόμενα.Επίσης διευκρίνισε ότι θα δέχεται μικρό αριθμό Τουρκοκυπρίων γιασυζητήσεις με τέτοιο τρόπο ώστε να μη δίνεται η παραμικρή ευκαιρία γιαεκμετάλλευση από την τουρκική προπαγάνδα με στόχο την αναγνώριση τουψευδοκράτους. Από την πρώτη στιγμή, υπήρξαν αντιδράσεις εκ μέρους της Οργάνωσης γιατα κείμενα που δόθηκαν για έγκριση. Για παράδειγμα, εκεί που αναφέρεταιότι η ΕΟΚΑ σκότωνε Τουρκοκύπριους την περίοδο των ταραχών το 1963, τουπουργείο, αναγνωρίζοντας την πρωτοφανή του γκάφα, απάντησε ότι τοκείμενο αυτό πήγε κατά λάθος στους εκπαιδευτικούς.
Η Πρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ Ελένη Σεμελίδου ανέφερε στη «Σ» ότι μετά τιςεπισημάνσεις της Οργάνωσης, το Υπουργείο Παιδείας υποσχέθηκε ότι δεν θαστέλνονταν στα σχολεία τα επίμαχα σημεία. Επίσης τόνισε ότι κάποια απότα κεφάλαια αυτά δεν πρέπει να περιληφθούν καθόλου σε αυτά που θαεγκριθούν, όπως το διήγημα του Νεάρχου που γίνεται η αναφορά στην ΕΟΚΑ.
Η Σεμελίδου επισημαίνει ότι είναι καλό να διδάσκονται λογοτεχνικάκείμενα Τουρκοκυπρίων για να μάθουμε την κουλτούρα τους, όχι όμως αυτούτου είδους. Καταλήγοντας, τονίζει ότι αυτή η διαδικασία με αυτά τακείμενα κάθε άλλο παρά το στόχο εξυπηρετεί και εξέφρασε το φόβο μήπωςφθάσουμε στο αντίθετο από το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Σε κάποιο σημείο γίνεται αναφορά σε ελληνόφωνους Κυπρίους.
Σε ένα άλλοσημείο ενός κειμένου του Ελληνοκύπριου Νέαρχου Γεωργιάδη, με τίτλο «Η τελευταία επιθυμία του Μεμέτη», γίνεται αναφορά σε ένα νεαρό, τονΙάκωβο, ο οποίος «εξομολογείται» ότι τις βόμβες στο τζαμί τις έβαλεεπειδή ήταν διαταγή της ΕΟΚΑ της παράνομης ένοπλης Οργάνωσης τωνΕλλήνων εθνικιστών. Σε άλλο σημείο, οι μαθητές θα μαθαίνουν ότι ο Παλαιολόγος, ο Αθανάσιος Διάκος, οι δεσποτάδες της Αγίας Σοφίας, τηςΕΟΚΑ ξεθωριάζουν και σβήνουν!!!
Ετικέτες
Αποδόμηση,
Εθνική Ταυτότητα,
Εθνομηδενισμός,
Κύπρος
Παρασκευή 24 Οκτωβρίου 2008
ΔΙΑΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ(1)
του Γιώργου Κοντογιώργη
αναδημοσίευση από τον μυριόβιβλο
1. Το ζήτημα της διαφθοράς αποτελεί επιμέρους παράγραφο που ανάγεται στο μείζον κεφάλαιο της ιδιοποίησης της πολιτικής. Η ιδιοποίηση της πολιτικής συντρέχει, με τη σειρά της, εκεί όπου το πολιτικό σύστημα ή, έστω, η πολιτική σχέση, δεν έχει «ιδιοκτησιακή» θεμελίωση. Δεν τίθεται θέμα ιδιοποίησης της πολιτικής και, περαιτέρω, διαφθοράς, εκ μέρους του φορέα της πολιτικής εξουσίας, εάν ο τελευταίος ενσαρκώνει δυνάμει ενός αυτοτελούς δικαιώματος το πολιτικό σύστημα. Ο δεσπότης, στην ιδιωτική (πχ στο φέουδο) ή στην κρατική (στην ασιατικού τύπου) δεσποτεία, και, οπωσδήποτε, ο δήμος στη δημοκρατία, μπορεί να πολιτεύονται εσφαλμένα, να είναι σπάταλοι κλπ, δεν είναι όμως υπόλογοι ιδιοποίησης ή διαφθοράς, αφού η πολιτική λειτουργία και το προϊόν της πολιτικής τους ανήκει εν είδη ιδιοκτησίας. Επομένως, η έννοια της ιδιοποίησης ή, ειδικότερα, της διαφθοράς, προσιδιάζει στο πολιτικό σύστημα (ή στην πολιτική σχέση) που εδράζεται στην αντιπροσωπευτική αρχή ή που περιέχει μιαν έστω γενική αναφορά σε ένα δικαιούχο της πολιτικής, άλλον από τον πραγματικό της κάτοχο. Προϋποθέτει, με διαφορετική διατύπωση, τη σχέση εντολέα - εντολοδόχου και, συνακόλουθα, την υπέρβασή της.
Υπό την έννοια αυτή, η διαφθορά επιδέχεται δύο προσεγγίσεις: η μία, ηθική, η άλλη, πολιτική.
Η ηθική προσέγγιση της διαφθοράς αναπέμπει το όλο ζήτημα σε ένα σύστημα κανόνων συμπεριφοράς, που έχουν ως συνισταμένη, αφενός, την παραδοχή ότι ο άνθρωπος έχει από τη φύση του τη δυνατότητα της ηθικής λειτουργίας και, αφετέρου, ότι η τήρηση του ηθικού κανόνα εναπόκειται στην αυτοδέσμευση του υπευθύνου . Κατά τούτο, η ηθική προσέγγιση της διαφθοράς στην πολιτική, αντιλαμβάνεται την ηθική αυτή καθεαυτή ως μέρος της ατομικής συνείδησης και, κατ’επέκταση, την πολιτική λειτουργία ως προϊόν προσωπικής «χρέωσης» του φορέα και όχι ως σχέση που τον συνέχει με τον εντολέα. Η πρόσληψη όμως αυτή της πολιτικής αντιβαίνει την ίδια τη λογική της, ως του φαινομένου που συγκροτεί την έννοια της συνολικής κοινωνίας.
Η επισήμανση αυτή δεν υποδηλώνει ότι απουσιάζει από την πολιτική λειτουργία το ηθικό της πρόσημο. Υποδηλώνει, απλώς, ότι το πολιτικό σύστημα συναντάται με την ηθική, κάθε φορά σε ένα διαφορετικό επίπεδο, ανάλογα με το πεδίο της σχέσης που συνέχει τον εντολέα με τον εντολοδόχο. Πράγμα που σημαίνει, επίσης, ότι δεν υπάρχει μια, αλλά πολλές εκδοχές της πολιτικής ηθικής, όσες και οι προσλήψεις του πολιτικού φαινομένου ή, με διαφορετική διατύπωση, όσοι και οι τύποι των πολιτικών συστημάτων.
Οπότε όμως, το πρόβλημα εστιάζεται, όχι στην προσωπική συνείδηση ή αυτοδέσμευση του φορέα της πολιτικής λειτουργίας, αλλά στη δυνατότητα της ύπαρξης ή μη ενός συμπαγούς κανονιστικού περιβάλλοντος της ηθικής συμπεριφοράς και, κατ’επέκταση, στις δικλείδες ασφαλείας του συστήματος. Οι δικλείδες αυτές συναρτώνται από το είδος της σχέσης μεταξύ του δικαιούχου της πολιτικής και του φορέα της εξουσίας, καθώς από αυτό θα κριθεί αν το σύστημα μπορεί να ελαχιστοποιήσει τη δυνατότητα του τελευταίου να παρεκκλίνει από το ηθικό διατακτικό της κοινωνίας ή αν η εφαρμογή του θα αφεθεί τελικά στην καλή προαίρεση του εντολοδόχου.
Η ηθική προσέγγιση της πολιτικής λειτουργίας ευδοκιμεί βασικά στις κοινωνίες, δηλαδή σε εποχές που η πολιτική είναι δομημένη με όρους εξουσιαστικής αυτονομίας, διατηρεί όμως μια ενδιάθετη έστω αναφορά στο κοινωνικό σώμα. Η κοινωνία, στην περίπτωση αυτή, επικαλείται την ηθική ως υποκατάστατο της αδυναμίας της να προσεγγίσει το ζήτημα της διαφθοράς και ευρύτερα της ιδιοποίησης με πολιτικούς όρους.
Η πολιτική προσέγγιση της διαφθοράς, αντιθέτως, προϋποθέτει, κατ’ελάχιστον, το αντιπροσωπευτικό πρόσημο της πολιτικής εξουσίας. Ο πολιτικός, εν προκειμένω, ασκεί λειτουργία εντολοδόχου, δεν είναι δικαιούχος της πολιτικής. Δεν ενεργεί ιδίω ονόματι, αλλά για λογαριασμό τρίτου εντολέως. Δεν νοείται, επομένως, όπως είδαμε, το επιχείρημα της διαφθοράς στην περίπτωση του εντολέα, του δεσπότη ή του δήμου.
Το αξίωμα αυτό προδικάζει ότι στο πολιτικό σύστημα συναντώνται ο εντολέας και ο εντολοδόχος σε μια σχέση όπου ο πρώτος εξουσιοδοτεί τον δεύτερο να πραγματοποιήσει ορισμένο έργο: ειδικότερα, να διαχειρισθεί την πολιτική λειτουργία της κοινωνίας.
Στη σχέση αυτή, ο εντολέας επιλέγει τον εντολοδόχο, ορίζει τον χρόνο και το περιεχόμενο της εντολής, διατηρεί το δικαίωμα του πλήρους ελέγχου των σταδίων υλοποίησης της εντολής και, βεβαίως, μπορεί ανά πάσα στιγμή να την ανακαλέσει ή να υποχρεώσει τον εντολοδόχο να εναρμονισθεί με τη βούλησή του. Ο εντολοδόχος υπέχει ευθύνη για την ενδεχόμενη βλάβη, που θα προκαλέσει στον εντολέα. Βλάβη, η οποία μπορεί να προέλθει είτε από μια καταχρηστική ιδιοποίηση της θέσης του, είτε λόγω της εσφαλμένης πολιτικής, που ακολούθησε ή υπέβαλε τον εντολέα. Η ευθύνη αυτή δεν συμψηφίζεται με την ανάκληση της εντολής. Είναι ανεξάρτητη, υποκείμενη μόνον στον έλεγχο της δικαιοσύνης. Ο εντολέας δύναται να μεταβάλει ελευθέρως το περιεχόμενο της εντολής – τον σκοπό της πολιτικής – όχι ο εντολοδόχος.
Τα ανωτέρω θεμέλια της αντιπροσωπευτικής σχέσης αποτελούν συγχρόνως τον καταλύτη για τη συγκρότηση του πολιτικού συστήματος, με όρους ‘δημοσιότητας’, έτσι ώστε να αποτρέπεται η λογική της ιδιοποίησης του δημοσίου χώρου και συνεπώς, η όποια ενδιάθετη τάση του πολιτικού προσωπικού να υποκύπτει στη διαφθορά.
Είναι όμως εμφανές ότι το πολιτικό σύστημα της νεοτερικότητας δεν εγγράφει στα θεμέλιά του τη συνάντηση του εντολέα με τον εντολοδόχο. Και οι δύο αυτές ιδιότητες κατέχονται εξ ολοκλήρου από το κράτος, οπότε και οι ιδιότητες του ελεγκτή και του ελεγχόμενου συμπίπτουν στον ίδιο φορέα, δηλαδή στον κάτοχο της πολιτικής εξουσίας.
Η μη αντιπροσωπευτική θεμελίωση του νεοτερικού πολιτικού συστήματος ενισχύεται από την πρόταξη ως σκοπού της πολιτικής ρευστών εννοιών, όπως του «γενικού» ή του «εθνικού» συμφέροντος, των οποίων η συγκεκριμενοποίηση ανήκει αποκλειστικά στην πολιτική εξουσία του κράτους, καθώς αυτή κατέχει, όπως είδαμε, την ιδιότητα του εντολέως. Η κοινωνική βούληση ή το κοινωνικό συμφέρον απουσιάζουν από το σκοπό της πολιτικής.
Απόρροια του γεγονότος αυτού είναι ότι η πολιτική ως πράξη (δηλαδή το αποτέλεσμα της πολιτικής) και η πολιτική τάξη (εν προκειμένω, οι φορείς της πολιτικής λειτουργίας), τοποθετούνται υπεράνω του νόμου, δεν υπόκεινται στη δικαιοσύνη. Η έννοια του πολιτικού δικαίου είναι άγνωστη ή, μάλλον, αφορά αποκλειστικά, σε ορισμένες πτυχές της δυναμικής αμφισβήτησης της πολιτικής κι όχι στον φορέα του πολιτικού συστήματος. Η κοινωνία, ο πολίτης, ως μη εντολείς, δεν θεωρείται ότι έχουν έννομο συμφέρον να εγκαλέσουν την πολιτική τάξη για τυχόν βλάβη που τους προξένησε. Μάλιστα, η ασυλία, ως έννοια, καλύπτει και τα αδικήματα που αφορούν στο κοινό ή ιδιωτικό δίκαιο. Έτσι, ενώ στον ιδιωτικό ή κοινωνικό βίο αναγνωρίζεται ρητώς η υποχρέωση για την αποκατάσταση της βλάβης, που υφίσταται ο εντολέας από τον εντολοδόχο, στην πολιτική η ρήτρα αυτή, όχι μόνον δεν συντρέχει, αλλά και συμψηφίζεται, εν αντιθέσει προς την αντιπροσωπευτική αρχή, με την εκλογική διαδικασία. Ο Αριστοτέλης, ωστόσο, δεν παραλείπει να υπογραμμίσει ότι, ευλόγως, το πολιτικό έγκλημα – το έγκλημα του εντολοδόχου ή και του απλού ρήτορα - τιμωρείται αυστηρότερα, στη δημοκρατία - θα πρόσθετα και στην αντιπροσωπευτική πολιτεία -, επειδή προκαλεί συλλογική, άρα μεγαλύτερη βλάβη, απ’ότι το κοινό έγκλημα (2).
Η αναγωγή της πολιτικής ευθύνης, από πρόβλημα δικαίου (και δικαιοσύνης), σε ζήτημα πολιτικής εναλλαγής στην εξουσία, δημιουργεί απλώς πλάσμα ευθύνης καθώς είναι σαφές ότι η «εκλογή» συνιστά «επιλογή» διακυβέρνησης για το μέλλον, όχι απονομή δικαιοσύνης. Κατά τούτο, η έννοια της πολιτικής κριτικής, αποτελεί άσκηση ατομικής ελευθερίας, δεν υποβάλει τον κρινόμενο στη δοκιμασία της δικαιϊκής ευθύνης. Πολιτική αυτονομία και πολιτική ασυλία της κρατικής εξουσίας, απουσία πολιτικού δικαίου και, συνακόλουθα, δικαιϊκής ευθύνης της πολιτικής εξουσίας, σκοπός της πολιτικής που ορίζει κατά βούληση η πολιτική τάξη, πολιτικό προσωπικό που ενσαρκώνει εν λευκώ τις ιδιότητες του εντολέα και του εντολοδόχου, του ελέγχοντος και του ελεγχομένου, συνθέτουν το πολιτειακό θερμοκήπιο της ιδιοποίησης και της διαφθοράς στο περιβάλλον της νεοτερικότητας.
2. Το πολιτειακό αυτό περιβάλλον επιβαρύνεται από το γεγονός ότι και οι ελάχιστες θεσμικές πρόνοιες, που κατέλειπε το ύστερο φεουδαλικό παρελθόν – με πρώτη τη διάκριση των εξουσιών – έχουν περιέλθει ουσιαστικά σε αχρησία, αφού με την ανθρωποκεντρική ενοποίηση της κοινωνίας, ο κάτοχος της πλειοψηφίας στις εκλογές, κατέχει αδιαίρετα το σύνολο των εξουσιών: ελέγχει τη Βουλή, την κυβέρνηση και, φυσικά, τον κρατικό μηχανισμό. Ώστε, ο κάτοχος της πλειοψηφίας και, εντέλει, ο ηγετικός πυρήνας του κόμματος αποβαίνει πολιτικός αυθέντης της κρατικής εξουσίας.
Το πρόβλημα ετίθετο με μικρότερη οξύτητα στο παρελθόν καθώς οι ιδεολογίες της ανθρωποκεντρικής πρωτο-οικοδόμησης (η φιλελεύθερη και η σοσιαλιστική) δημιουργούσαν τη συνθήκη μιας σχετικής, εξωθεσμικής και έμμεσης, αντιπροσωπευτικής συνάντησης της κοινωνίας με τους φορείς της κρατικής εξουσίας. Η παρέλευση της φάσης αυτής και, ιδίως, ο συνδυασμός του μετα-κυρίαρχου κράτους, που επάγεται η «παγκοσμιοποίηση», με την πρόταξη της αρχής της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας» (ή όπως, ευφημιστικά, αποδίδεται νεοελληνιστί, της «κοινωνίας πολιτών»), ως θεμελιώδους εταίρου του πολιτικού συστήματος, δεν ανέδειξε μόνον τις αδυναμίες της μη αντιπροσωπευτικής υποστασιοποίησης της πολιτικής εξουσίας. Σηματοδότησε την ολοσχερή υποταγή του πολιτικού προσωπικού στους συσχετισμούς της ιδιωτικής ισχύος.
Όντως, η «διαμεσολαβημένη κοινωνία» υπόσχεται τη συγκρότηση της πολιτικής σύνθεσης στο επίπεδο του συσχετισμού των ομάδων συμφερόντων με την εξουσία, κι όχι μέσω μιας συνάντησης της τελευταίας με την κοινωνία, με πρόσημο την αντιπροσωπευτική αρχή. Συγχρόνως, οι θιασώτες της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας» δεν αποκρύπτουν την αποστροφή τους προς κάθε θεσμική συμμετοχή του κοινωνικού σώματος στην πολιτική διαδικασία. Η έννοια της πολιτικής συμμετοχής ορίζεται ταυτολογικά με την αγελαία προσχώρηση της ιδιωτικής κοινωνίας στις δυνάμεις της διαμεσολάβησης ή ως «εξωπολιτειακή» αμφισβήτηση, όχι υπό το πρίσμα μιας διαρκούς πολιτειακής συγκρότησης του κοινωνικού σώματος, δηλαδή της μεταβολής του σε δήμο. Εξού και ο πολίτης, που δεν έχει να επιδείξει μια διαμεσολαβητική ιδιότητα, δεν προσλαμβάνεται ως μέλος του πολιτικού συστήματος, δεν διαθέτει καν δικαίωμα δημοσίου λόγου και, οπωσδήποτε, στο μέτρο που δεν καταγράφεται ως εντολέας, δεν νομιμοποιείται, ως έχων έννομο συμφέρον, στην πολιτική.
Τέλος, το και σπουδαιότερο, η αντιμετώπιση της πολιτικής ως σχέσης δύναμης, που συνεπάγεται η έννοια της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας», δημιουργεί το κλίμα μιας εξωθεσμικής, σε περιβάλλον παρασκηνίου, λειτουργίας της πολιτικής διαδικασίας, η οποία «στρώνει» κυριολεκτικά το έδαφος για την καταλυτική ομηρία του πολιτικού προσωπικού.
Η ομηρία αυτή, απόρροια της μη αντιπροσωπευτικής θωράκισης της πολιτικής εξουσίας έναντι των κατόχων οικονομικής, κοινωνικής και επικοινωνιακής ισχύος, καθώς και των προκλήσεων που συνεπάγεται η προσωποπαγής διαχείριση ενός μείζονος αντικειμένου, όπως η πολιτική, του οποίου ο δικαιούχος παραμένει ασαφής, εμφανίζεται στις μέρες μας ως συμφυές γνώρισμα του πολιτικού συστήματος. Εννοώ μ’αυτό ότι η φύση του πολιτικού συστήματος δεν διευκολύνει απλώς την ιδιοποίησή του (οικονομικού κλπ.) αντικειμένου της πολιτικής. Η ίδια η λογική του εγγράφει την εξάρτηση του πολιτικού προσωπικού, από τους φορείς της οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος, ως συστατικό του γνώρισμα. Οι φορείς αυτοί – με απλούστερη διατύπωση οι ισχυροί της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας» – καλούνται να στηρίξουν το κόμμα ή/και τους επιμέρους πολιτικούς – με αντάλλαγμα την ανάλογη εκχώρηση μεριδίου του δημοσίου χώρου. Όντως, η πολιτική παρουσία ενός κόμματος – ιδίως αυτού που φιλοδοξεί να ανέλθει στην εξουσία – και του σημαίνοντος πολιτικού προσωπικού, συναρτώνται άμεσα από το διαθέσιμο χρήμα και τον επικοινωνιακό χρόνο που τους εκχωρείται από την ιδιωτική σφαίρα. Είναι προφανές ότι οι «χορηγοί» χρήματος ή επικοινωνίας δεν αλλοιώνουν μόνον την ιδεολογία και το πρόγραμμα του κόμματος, μεταβάλουν τον πολιτικό και το κόμμα σε προσωπικό τους «πελάτη». Στο ισοζύγιο της πολιτικής ή εκλογικής επιρροής, η πελατειακή διαπλοκή του πολιτικού προσωπικού αποτελεί την καταλυτική προϋπόθεση της όποιας φιλοδοξίας.
Εντούτοις, η διαφορά ανάμεσα στην οικονομική και στην επικοινωνιακή διαπλοκή είναι θεμελιώδης: η πρώτη, οδηγεί βασικά στην ιδιοποίηση μέρους του δημοσίου αγαθού• η δεύτερη, προάγει την ιδιοποίηση της ίδιας της πολιτικής και, ως εκ τούτου, οδηγεί στην ιδιοποίηση και, συνάμα, στην ομηρία της κοινωνίας (2).
Πόσο συμφυές με το σύστημα είναι το φαινόμενο της πελατειακής διαπλοκής του πολιτικού προσωπικού, προκύπτει από το γεγονός ότι, αντί θεραπείας, επιχειρείται γενικώς η νομιμοποίησή του, η ενσωμάτωση της διαφθοράς (και της διαπλοκής) στις λειτουργίες του: είτε κανονικοποιώντας την ιδιωτική «χορηγία» είτε εισάγοντας συμπληρωματικά τη δημόσια «χορηγία». Η νομιμοποίηση της πελατειακής διαπλοκής του πολιτικού προσωπικού, όχι μόνον δεν εμποδίζει την αφανή χρηματοδότηση, αλλά και συνομολογεί για τη μεταβολή των κομμάτων και της πολιτικής τάξης σε εντολοδόχους των ιδιωτών, κατόχων οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος. Όντως, η επισημοποίηση της«χορηγίας» αποποινικοποιεί τη διαπλοκή και τη διαφθορά που υποκρύπτει και θεσμοθετεί, συγχρόνως, την εξάρτηση και την αλλοίωση του σκοπού της πολιτικής.
Από την πλευρά της, η δημόσια «χορηγία» υπονοεί ότι το κόμμα και η πολιτική τάξη αναγνωρίζονται ως θεσμοί δημοσίου δικαίου. Συνεπάγεται, ως εκ τούτου, το δικαίωμα του «χορηγού» να ελέγχει τους αποδέκτες της, τόσο ως προς τον τρόπο της διαχείρισης, όσο και για την εκπλήρωση του σκοπού της πολιτικής, που την επέβαλε. Συνεπάγεται, εντέλει, τη δημοκρατική ανα-συγκρότηση και λειτουργία του κόμματος ως δημόσιου θεσμού και όχι τη λειτουργία του ως κλειστής λέσχης. Πράγμα που, όμως, η άρχουσα πολιτική τάξη δεν είναι έτοιμη να αποδεχθεί, καθώς το κόστος λειτουργίας του συστήματος είναι απαγορευτικό για να γίνει διαφανές και το διακύβευμα της πολιτικής εξουσίας ασύμμετρο, σε σχέση με την κοινωνική της αναφορά.
3. Το δεύτερο επίπεδο της διαφθοράς του δημοσίου χώρου αφορά στο διοικητικό προσωπικό, στη διάχυση της διαφθοράς στον μη πολιτικό κρατικό μηχανισμό. Ενώ η («νόμιμη» ή μη) διαφθορά, που συνέχεται με το πολιτικό προσωπικό, αποτελεί καθολικό φαινόμενο, η διαφθορά του κράτους απαντάται με διαφορετική ένταση και συχνότητα, από χώρα σε χώρα.
Η διαφθορά του κρατικού μηχανισμού θεωρείται ως, καταρχήν, γνώρισμα των χωρών της «περιφέρειας» και αποδίδεται στη χαμηλή αμοιβή της εργασίας, στη σαθρότητα του πολιτικού συστήματος και του κρατικού μηχανισμού. Οι χώρες του «κέντρου» θεωρούνται μεν εξαγωγείς διαφθοράς στην «περιφέρεια», οι ίδιες όμως αξιολογούνται θετικά, ότι δηλαδή δεν έχουν μολυνθεί από το σύμπτωμα αυτό. Η σχολή αυτή σκέψης, που διακινείται ιδίως από τη λεγόμενη «αναπτυξιακή θεωρία», συναρτά τη διαβάθμιση της διαφθοράς από το αναπτυξιακό κριτήριο. Παίρνει δηλαδή ως δεδομένο ότι η οικονομική ανάπτυξη συμβαδίζει εξ ορισμού με την πολιτική ανάπτυξη και πως, συνακόλουθα με αυτό, η διαφθορά συνάδει με την υπανάπτυξη. Πέραν του λογικού και γνωσιολογικού σφάλματος που υφέρπει στη γενίκευση αυτή, συγκρατούμε το επιχείρημά της ότι οι μη αναπτυγμένες χώρες συσσωρεύουν όλες τις προϋποθέσεις της διαφθοράς, εν αντιθέσει προς τις πλέον αναπτυγμένες, που είναι ουσιαστικά αδιάφθορες. Κατά τη γνώμη μου, η άποψη αυτή δεν είναι μόνον αυθαίρετη, όπως άλλωστε αποκαλύπτει η απογύμνωση του πολιτικού συστήματος της νεοτερικότητας από τις προφανείς «αλήθειες», οι οποίες συγκαλύπτουν το έλλειμμα αντιπροσώπευσης που το διακρίνει, είναι και παραπλανητική. Αποσιωπά, επίσης, την ουσία του προβλήματος, λειτουργώντας απολογητικά προς τις σταθερές που συντηρούν τη διαπλοκή και, εντέλει, αφήνει το πλαίσιο της διαφθοράς ανέπαφο και, λίγο πολύ, νομιμοποιημένο (3).
Η εκτίμηση αυτή είναι εσφαλμένη και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν συνεκτιμά την τυπολογία της πολιτικής, παρακάμπτει το μείζον ερώτημα του ποιος και πώς ορίζει το περιεχόμενο της διαφθοράς και, ουσιαστικά, συνομολογεί ότι συναρτάται από τους «κώδικες» – συνενοχών, δημοσιότητας κλπ. – μέσω των οποίων υποστασιοποιείται το φαινόμενο της διαφθοράς. Σε κάθε περίπτωση όμως, θεωρώ ότι η γενίκευση της διαφθοράς στον κρατικό μηχανισμό είναι θέμα χρόνου.
Όντως, η μετάβαση από τις ιδεολογίες της ανθρωποκεντρικής πρωτο-οικοδόμησης στη δυναμική της κοινωνικής αναδιανομής μεταβάλει ριζικά τη διαμεσολαβητική λειτουργία της πολιτικής τάξης και, επέκεινα, τον ίδιο το σκοπό του κράτους. Το στέλεχος του κρατικού μηχανισμού διακρίνει στη θέση που κατέχει ολοένα περισσότερο την προσωπική του ευδοκίμηση, καθώς η ιδέα μιας αποστολής, που συνέχεται με την κοινωνία, υποχωρεί υπέρ των συμφερόντων, τα οποία διακινεί η πολιτική τάξη. Η τελική οικοδόμηση της συνάφειας αυτής, του φορέα του κρατικού μηχανισμού με τους «εννόμους» συνομιλητές του, προόρισται να γίνει, αναπόφευκτα, στο περιβάλλον της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας».
Η ελληνική περίπτωση έχει, ως προς αυτό, μια σημαίνουσα πειραματική αξία. Η ελληνική κοινωνία, μην έχοντας βιώσει τη φεουδαρχία, δεν άφησε στις ιδεολογίες της πρωτο-οικοδόμησης πρόσφορο έδαφος να ευδοκιμήσουν στον χώρο της. Τούτο εξηγεί, εν μέρει, γιατί το νεοελληνικό κράτος λειτούργησε, εξαρχής, κυρίως ως πεδίο αναδιανομής του κοινωνικού ή οικονομικού αγαθού και, κατ’επέκταση, ως θερμοκήπιο για τη διαφθορά και, ελάχιστα, ως «επιχειρησιακή» έννοια. Ο πολίτης, στο πλαίσιο αυτό, αφού δεν συγκροτούσε πολιτειακή οντότητα, αφέθηκε να διαπραγματευθεί την ψήφο του στο δυσμενές περιβάλλον της προσωπικής εξάρτησης που δημιουργεί η πολιτικά κυρίαρχη εξουσία. Η ανάδειξη της πολιτικής πελατείας – τη φορά αυτή ανάμεσα στον πολιτικό και στον πολίτη - σε σύστημα αποκαλύπτει ακριβώς τη δυσαρμονία της πολιτικής εξουσίας προς το πολιτικό ανάπτυγμα της κοινωνίας κι όχι το αντίθετο, όπως γενικά πιστεύεται(3).
Το κόμμα, στο πλαίσιο αυτό, ουδέποτε χρειάσθηκε να διακινήσει στα σοβαρά την ιδεολογική του «πραμάτεια», κατά το νεοτερικό πρότυπο. Η ενσάρκωση του δημοσίου χώρου από το κράτος δεν θα ευδοκιμήσει στην Ελλάδα, αφού ο σκοπός της πολιτικής – και άρα του κράτους – θα είναι διαφορετικός από τις χώρες της μετα-φεουδαλικής μετάβασης. Δημόσιο, στον νέο ελληνικό πολιτικό πολιτισμό, παραμένει το «κοινό», που διαφοροποιείται σαφώς από τον α-σώματο δεσπότη, το κράτος. Κατά τούτο, το κόμμα θα ταυτισθεί εξαρχής με το κράτος και κατ΄ επέκταση με το πολιτικό σύστημα, έτσι ώστε το τελευταίο να μπορεί να αποδοθεί ως κομματοκρατία (2).
Η κομματοκρατία ως η μεταϊδεολογική εκδοχή του νεοτερικού κράτους και, όντως, του μη αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος, προβάλει το κόμμα ως τη συνισταμένη πάνω στην οποία αρθρώνεται η σχέση του ιδιώτη-πολίτη με την πολιτική. Μια σχέση, επομένως, η οποία συγκροτείται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον, όπου η κοινωνία συμπεριφέρεται δίκην εντολέως και, συνακόλουθα, με γνώμονα την πολιτική ατομικότητα - αντί της μαζικής πολιτικοποίησης - ενώ την ίδια στιγμή δεν της αναγνωρίζεται η ιδιότητα του θεσμικού εταίρου της πολιτείας, αφού η πολιτική συγκροτείται με όρους αυτονομίας. Το σύστημα αυτό, όπου ο σκοπός του κόμματος μεταλλάσσεται σε σκοπό της πολιτικής (του κράτους), αποκαλύπτει, κατά τρόπο διαυγή, τις πηγές της διαπλοκής και συνακόλουθα της διαφθοράς. Η περίπτωση του «ανδρεϊκού» ιδίως ΠΑΣΟΚ αποτελεί, τρόπον τινά, μια υστεροχρονισμένη, ακραία εκδοχή, του συστήματος αυτού.
4. Συμπεραίνεται ότι η διαπλοκή και η διαφθορά αποτελούν συμφυή στοιχεία του νεοτερικού και, ουσιαστικά, του προ-αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος. Αυτό υποδηλώνει ότι, διατηρώντας το σύστημα, κάθε μέτρο για την εξάλειψή τους δεν μπορεί παρά να έχει απλώς επιδιορθωτικό χαρακτήρα, ενώ η ουσιαστική τους κατάργηση παραπέμπει με ακρίβεια σε ένα άλλο πολιτικό σύστημα. Αυτό το άλλο πολιτικό σύστημα, θα ήταν, χωρίς αμφιβολία, η δημοκρατία, στο μέτρο που η τελευταία, εστιασμένη στον αντίποδα των συστημάτων εξουσίας, επαγγέλλεται είτε την ολοκληρωτική κατάργηση του αντιπροσωπευτικού θεσμού είτε τον περιορισμό του σε έναν ρόλο «θεραπαινίδας» του δήμου.
Όμως, το σύστημα αυτό ανήκει στο απόμακρο μέλλον, οπότε μπορεί να υποθέσει κανείς ότι το ζήτημα της διαπλοκής και της διαφθοράς, συνέχεται με τη μετάλλαξη του προ-αντιπροσωπευτικού σε απλώς αντιπροσωπευτικό σύστημα, που, καθόλες τις ενδείξεις, διαγράφεται στον ορίζοντα, ως αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης της πρωτο-ανθρωποκεντρικής οικοδόμησης των νεοτερικών κοινωνιών. ΄Οντως, όπως είδαμε, η αντιπροσωπευτική αρχή συνεπάγεται την απόδοση στην κοινωνία της ιδιότητας του εντολέα και την, ως εκ τούτου, πολιτειακή της μετάλλαξη σε δήμο, σε εταίρο της πολιτείας. Ωστόσο, είναι προφανές ότι και η αντιπροσώπευση εγγράφεται ως σχετικά μακρινή προοπτική, διότι δεν αποτελεί κοινωνικό αίτημα του σήμερα. Η αντίφαση, εν προκειμένω, έγκειται στο ότι ενόσω το πρόβλημα της πολιτειακής μεταβολής παραμένει εκκρεμές, το αίτημα της καταπολέμησης της διαφθοράς θα τίθεται κυρίως στην ηθική του βάση και όλως δευτερευόντως πολιτικά, σε ένα πλαίσιο, επομένως, που θα αναιρεί αυτόχρημα τη λογική του.
Υπό αυτή την έννοια, η επίλυση του προβλήματος, εκτιμώ ότι αποτελεί, επί της ουσίας, επιχείρημα της πολιτικής διαπάλης, όχι όμως και ζητούμενο στις μέρες μας.
Σημειώσεις
1. Για την ηθική προσέγγιση της πολιτικής διαφθοράς βλέπε, μεταξύ άλλων, Yves Meny, La corruption de la République, Paris, 1992.
2. Βλέπε σχετικά, τις μελέτες μου, «Μέσα επικοινωνίας και δημοκρατία», Λ.Βάσση (επιμ.), Μέσα επικοινωνίας και πολιτισμός, Αθήνα, 2004. «Μέσα επικοινωνίας και πολιτική», Επικοινωνία, Αθήνα, 1996, σελ.30 επ. «Η τηλεόραση στο πολιτικό σύστημα», Για μια δημοκρατική ραδιοτηλεόραση (συλλογικό), Αθήνα, 1986, σελ. 17-28. « Système de communication et système d’échange. La télévision », P.Claeys, André Frοgnier (eds), L’échange politique, Bruxelles, 1995, σελ. 147-161.
3. Βλέπε σχετικά, Γ.Κοντογιώργη, «Η κομματοκρατία ως πολιτικό σύστημα», στο Τετράδια Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 4/2004
αναδημοσίευση από τον μυριόβιβλο
1. Το ζήτημα της διαφθοράς αποτελεί επιμέρους παράγραφο που ανάγεται στο μείζον κεφάλαιο της ιδιοποίησης της πολιτικής. Η ιδιοποίηση της πολιτικής συντρέχει, με τη σειρά της, εκεί όπου το πολιτικό σύστημα ή, έστω, η πολιτική σχέση, δεν έχει «ιδιοκτησιακή» θεμελίωση. Δεν τίθεται θέμα ιδιοποίησης της πολιτικής και, περαιτέρω, διαφθοράς, εκ μέρους του φορέα της πολιτικής εξουσίας, εάν ο τελευταίος ενσαρκώνει δυνάμει ενός αυτοτελούς δικαιώματος το πολιτικό σύστημα. Ο δεσπότης, στην ιδιωτική (πχ στο φέουδο) ή στην κρατική (στην ασιατικού τύπου) δεσποτεία, και, οπωσδήποτε, ο δήμος στη δημοκρατία, μπορεί να πολιτεύονται εσφαλμένα, να είναι σπάταλοι κλπ, δεν είναι όμως υπόλογοι ιδιοποίησης ή διαφθοράς, αφού η πολιτική λειτουργία και το προϊόν της πολιτικής τους ανήκει εν είδη ιδιοκτησίας. Επομένως, η έννοια της ιδιοποίησης ή, ειδικότερα, της διαφθοράς, προσιδιάζει στο πολιτικό σύστημα (ή στην πολιτική σχέση) που εδράζεται στην αντιπροσωπευτική αρχή ή που περιέχει μιαν έστω γενική αναφορά σε ένα δικαιούχο της πολιτικής, άλλον από τον πραγματικό της κάτοχο. Προϋποθέτει, με διαφορετική διατύπωση, τη σχέση εντολέα - εντολοδόχου και, συνακόλουθα, την υπέρβασή της.
Υπό την έννοια αυτή, η διαφθορά επιδέχεται δύο προσεγγίσεις: η μία, ηθική, η άλλη, πολιτική.
Η ηθική προσέγγιση της διαφθοράς αναπέμπει το όλο ζήτημα σε ένα σύστημα κανόνων συμπεριφοράς, που έχουν ως συνισταμένη, αφενός, την παραδοχή ότι ο άνθρωπος έχει από τη φύση του τη δυνατότητα της ηθικής λειτουργίας και, αφετέρου, ότι η τήρηση του ηθικού κανόνα εναπόκειται στην αυτοδέσμευση του υπευθύνου . Κατά τούτο, η ηθική προσέγγιση της διαφθοράς στην πολιτική, αντιλαμβάνεται την ηθική αυτή καθεαυτή ως μέρος της ατομικής συνείδησης και, κατ’επέκταση, την πολιτική λειτουργία ως προϊόν προσωπικής «χρέωσης» του φορέα και όχι ως σχέση που τον συνέχει με τον εντολέα. Η πρόσληψη όμως αυτή της πολιτικής αντιβαίνει την ίδια τη λογική της, ως του φαινομένου που συγκροτεί την έννοια της συνολικής κοινωνίας.
Η επισήμανση αυτή δεν υποδηλώνει ότι απουσιάζει από την πολιτική λειτουργία το ηθικό της πρόσημο. Υποδηλώνει, απλώς, ότι το πολιτικό σύστημα συναντάται με την ηθική, κάθε φορά σε ένα διαφορετικό επίπεδο, ανάλογα με το πεδίο της σχέσης που συνέχει τον εντολέα με τον εντολοδόχο. Πράγμα που σημαίνει, επίσης, ότι δεν υπάρχει μια, αλλά πολλές εκδοχές της πολιτικής ηθικής, όσες και οι προσλήψεις του πολιτικού φαινομένου ή, με διαφορετική διατύπωση, όσοι και οι τύποι των πολιτικών συστημάτων.
Οπότε όμως, το πρόβλημα εστιάζεται, όχι στην προσωπική συνείδηση ή αυτοδέσμευση του φορέα της πολιτικής λειτουργίας, αλλά στη δυνατότητα της ύπαρξης ή μη ενός συμπαγούς κανονιστικού περιβάλλοντος της ηθικής συμπεριφοράς και, κατ’επέκταση, στις δικλείδες ασφαλείας του συστήματος. Οι δικλείδες αυτές συναρτώνται από το είδος της σχέσης μεταξύ του δικαιούχου της πολιτικής και του φορέα της εξουσίας, καθώς από αυτό θα κριθεί αν το σύστημα μπορεί να ελαχιστοποιήσει τη δυνατότητα του τελευταίου να παρεκκλίνει από το ηθικό διατακτικό της κοινωνίας ή αν η εφαρμογή του θα αφεθεί τελικά στην καλή προαίρεση του εντολοδόχου.
Η ηθική προσέγγιση της πολιτικής λειτουργίας ευδοκιμεί βασικά στις κοινωνίες, δηλαδή σε εποχές που η πολιτική είναι δομημένη με όρους εξουσιαστικής αυτονομίας, διατηρεί όμως μια ενδιάθετη έστω αναφορά στο κοινωνικό σώμα. Η κοινωνία, στην περίπτωση αυτή, επικαλείται την ηθική ως υποκατάστατο της αδυναμίας της να προσεγγίσει το ζήτημα της διαφθοράς και ευρύτερα της ιδιοποίησης με πολιτικούς όρους.
Η πολιτική προσέγγιση της διαφθοράς, αντιθέτως, προϋποθέτει, κατ’ελάχιστον, το αντιπροσωπευτικό πρόσημο της πολιτικής εξουσίας. Ο πολιτικός, εν προκειμένω, ασκεί λειτουργία εντολοδόχου, δεν είναι δικαιούχος της πολιτικής. Δεν ενεργεί ιδίω ονόματι, αλλά για λογαριασμό τρίτου εντολέως. Δεν νοείται, επομένως, όπως είδαμε, το επιχείρημα της διαφθοράς στην περίπτωση του εντολέα, του δεσπότη ή του δήμου.
Το αξίωμα αυτό προδικάζει ότι στο πολιτικό σύστημα συναντώνται ο εντολέας και ο εντολοδόχος σε μια σχέση όπου ο πρώτος εξουσιοδοτεί τον δεύτερο να πραγματοποιήσει ορισμένο έργο: ειδικότερα, να διαχειρισθεί την πολιτική λειτουργία της κοινωνίας.
Στη σχέση αυτή, ο εντολέας επιλέγει τον εντολοδόχο, ορίζει τον χρόνο και το περιεχόμενο της εντολής, διατηρεί το δικαίωμα του πλήρους ελέγχου των σταδίων υλοποίησης της εντολής και, βεβαίως, μπορεί ανά πάσα στιγμή να την ανακαλέσει ή να υποχρεώσει τον εντολοδόχο να εναρμονισθεί με τη βούλησή του. Ο εντολοδόχος υπέχει ευθύνη για την ενδεχόμενη βλάβη, που θα προκαλέσει στον εντολέα. Βλάβη, η οποία μπορεί να προέλθει είτε από μια καταχρηστική ιδιοποίηση της θέσης του, είτε λόγω της εσφαλμένης πολιτικής, που ακολούθησε ή υπέβαλε τον εντολέα. Η ευθύνη αυτή δεν συμψηφίζεται με την ανάκληση της εντολής. Είναι ανεξάρτητη, υποκείμενη μόνον στον έλεγχο της δικαιοσύνης. Ο εντολέας δύναται να μεταβάλει ελευθέρως το περιεχόμενο της εντολής – τον σκοπό της πολιτικής – όχι ο εντολοδόχος.
Τα ανωτέρω θεμέλια της αντιπροσωπευτικής σχέσης αποτελούν συγχρόνως τον καταλύτη για τη συγκρότηση του πολιτικού συστήματος, με όρους ‘δημοσιότητας’, έτσι ώστε να αποτρέπεται η λογική της ιδιοποίησης του δημοσίου χώρου και συνεπώς, η όποια ενδιάθετη τάση του πολιτικού προσωπικού να υποκύπτει στη διαφθορά.
Είναι όμως εμφανές ότι το πολιτικό σύστημα της νεοτερικότητας δεν εγγράφει στα θεμέλιά του τη συνάντηση του εντολέα με τον εντολοδόχο. Και οι δύο αυτές ιδιότητες κατέχονται εξ ολοκλήρου από το κράτος, οπότε και οι ιδιότητες του ελεγκτή και του ελεγχόμενου συμπίπτουν στον ίδιο φορέα, δηλαδή στον κάτοχο της πολιτικής εξουσίας.
Η μη αντιπροσωπευτική θεμελίωση του νεοτερικού πολιτικού συστήματος ενισχύεται από την πρόταξη ως σκοπού της πολιτικής ρευστών εννοιών, όπως του «γενικού» ή του «εθνικού» συμφέροντος, των οποίων η συγκεκριμενοποίηση ανήκει αποκλειστικά στην πολιτική εξουσία του κράτους, καθώς αυτή κατέχει, όπως είδαμε, την ιδιότητα του εντολέως. Η κοινωνική βούληση ή το κοινωνικό συμφέρον απουσιάζουν από το σκοπό της πολιτικής.
Απόρροια του γεγονότος αυτού είναι ότι η πολιτική ως πράξη (δηλαδή το αποτέλεσμα της πολιτικής) και η πολιτική τάξη (εν προκειμένω, οι φορείς της πολιτικής λειτουργίας), τοποθετούνται υπεράνω του νόμου, δεν υπόκεινται στη δικαιοσύνη. Η έννοια του πολιτικού δικαίου είναι άγνωστη ή, μάλλον, αφορά αποκλειστικά, σε ορισμένες πτυχές της δυναμικής αμφισβήτησης της πολιτικής κι όχι στον φορέα του πολιτικού συστήματος. Η κοινωνία, ο πολίτης, ως μη εντολείς, δεν θεωρείται ότι έχουν έννομο συμφέρον να εγκαλέσουν την πολιτική τάξη για τυχόν βλάβη που τους προξένησε. Μάλιστα, η ασυλία, ως έννοια, καλύπτει και τα αδικήματα που αφορούν στο κοινό ή ιδιωτικό δίκαιο. Έτσι, ενώ στον ιδιωτικό ή κοινωνικό βίο αναγνωρίζεται ρητώς η υποχρέωση για την αποκατάσταση της βλάβης, που υφίσταται ο εντολέας από τον εντολοδόχο, στην πολιτική η ρήτρα αυτή, όχι μόνον δεν συντρέχει, αλλά και συμψηφίζεται, εν αντιθέσει προς την αντιπροσωπευτική αρχή, με την εκλογική διαδικασία. Ο Αριστοτέλης, ωστόσο, δεν παραλείπει να υπογραμμίσει ότι, ευλόγως, το πολιτικό έγκλημα – το έγκλημα του εντολοδόχου ή και του απλού ρήτορα - τιμωρείται αυστηρότερα, στη δημοκρατία - θα πρόσθετα και στην αντιπροσωπευτική πολιτεία -, επειδή προκαλεί συλλογική, άρα μεγαλύτερη βλάβη, απ’ότι το κοινό έγκλημα (2).
Η αναγωγή της πολιτικής ευθύνης, από πρόβλημα δικαίου (και δικαιοσύνης), σε ζήτημα πολιτικής εναλλαγής στην εξουσία, δημιουργεί απλώς πλάσμα ευθύνης καθώς είναι σαφές ότι η «εκλογή» συνιστά «επιλογή» διακυβέρνησης για το μέλλον, όχι απονομή δικαιοσύνης. Κατά τούτο, η έννοια της πολιτικής κριτικής, αποτελεί άσκηση ατομικής ελευθερίας, δεν υποβάλει τον κρινόμενο στη δοκιμασία της δικαιϊκής ευθύνης. Πολιτική αυτονομία και πολιτική ασυλία της κρατικής εξουσίας, απουσία πολιτικού δικαίου και, συνακόλουθα, δικαιϊκής ευθύνης της πολιτικής εξουσίας, σκοπός της πολιτικής που ορίζει κατά βούληση η πολιτική τάξη, πολιτικό προσωπικό που ενσαρκώνει εν λευκώ τις ιδιότητες του εντολέα και του εντολοδόχου, του ελέγχοντος και του ελεγχομένου, συνθέτουν το πολιτειακό θερμοκήπιο της ιδιοποίησης και της διαφθοράς στο περιβάλλον της νεοτερικότητας.
2. Το πολιτειακό αυτό περιβάλλον επιβαρύνεται από το γεγονός ότι και οι ελάχιστες θεσμικές πρόνοιες, που κατέλειπε το ύστερο φεουδαλικό παρελθόν – με πρώτη τη διάκριση των εξουσιών – έχουν περιέλθει ουσιαστικά σε αχρησία, αφού με την ανθρωποκεντρική ενοποίηση της κοινωνίας, ο κάτοχος της πλειοψηφίας στις εκλογές, κατέχει αδιαίρετα το σύνολο των εξουσιών: ελέγχει τη Βουλή, την κυβέρνηση και, φυσικά, τον κρατικό μηχανισμό. Ώστε, ο κάτοχος της πλειοψηφίας και, εντέλει, ο ηγετικός πυρήνας του κόμματος αποβαίνει πολιτικός αυθέντης της κρατικής εξουσίας.
Το πρόβλημα ετίθετο με μικρότερη οξύτητα στο παρελθόν καθώς οι ιδεολογίες της ανθρωποκεντρικής πρωτο-οικοδόμησης (η φιλελεύθερη και η σοσιαλιστική) δημιουργούσαν τη συνθήκη μιας σχετικής, εξωθεσμικής και έμμεσης, αντιπροσωπευτικής συνάντησης της κοινωνίας με τους φορείς της κρατικής εξουσίας. Η παρέλευση της φάσης αυτής και, ιδίως, ο συνδυασμός του μετα-κυρίαρχου κράτους, που επάγεται η «παγκοσμιοποίηση», με την πρόταξη της αρχής της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας» (ή όπως, ευφημιστικά, αποδίδεται νεοελληνιστί, της «κοινωνίας πολιτών»), ως θεμελιώδους εταίρου του πολιτικού συστήματος, δεν ανέδειξε μόνον τις αδυναμίες της μη αντιπροσωπευτικής υποστασιοποίησης της πολιτικής εξουσίας. Σηματοδότησε την ολοσχερή υποταγή του πολιτικού προσωπικού στους συσχετισμούς της ιδιωτικής ισχύος.
Όντως, η «διαμεσολαβημένη κοινωνία» υπόσχεται τη συγκρότηση της πολιτικής σύνθεσης στο επίπεδο του συσχετισμού των ομάδων συμφερόντων με την εξουσία, κι όχι μέσω μιας συνάντησης της τελευταίας με την κοινωνία, με πρόσημο την αντιπροσωπευτική αρχή. Συγχρόνως, οι θιασώτες της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας» δεν αποκρύπτουν την αποστροφή τους προς κάθε θεσμική συμμετοχή του κοινωνικού σώματος στην πολιτική διαδικασία. Η έννοια της πολιτικής συμμετοχής ορίζεται ταυτολογικά με την αγελαία προσχώρηση της ιδιωτικής κοινωνίας στις δυνάμεις της διαμεσολάβησης ή ως «εξωπολιτειακή» αμφισβήτηση, όχι υπό το πρίσμα μιας διαρκούς πολιτειακής συγκρότησης του κοινωνικού σώματος, δηλαδή της μεταβολής του σε δήμο. Εξού και ο πολίτης, που δεν έχει να επιδείξει μια διαμεσολαβητική ιδιότητα, δεν προσλαμβάνεται ως μέλος του πολιτικού συστήματος, δεν διαθέτει καν δικαίωμα δημοσίου λόγου και, οπωσδήποτε, στο μέτρο που δεν καταγράφεται ως εντολέας, δεν νομιμοποιείται, ως έχων έννομο συμφέρον, στην πολιτική.
Τέλος, το και σπουδαιότερο, η αντιμετώπιση της πολιτικής ως σχέσης δύναμης, που συνεπάγεται η έννοια της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας», δημιουργεί το κλίμα μιας εξωθεσμικής, σε περιβάλλον παρασκηνίου, λειτουργίας της πολιτικής διαδικασίας, η οποία «στρώνει» κυριολεκτικά το έδαφος για την καταλυτική ομηρία του πολιτικού προσωπικού.
Η ομηρία αυτή, απόρροια της μη αντιπροσωπευτικής θωράκισης της πολιτικής εξουσίας έναντι των κατόχων οικονομικής, κοινωνικής και επικοινωνιακής ισχύος, καθώς και των προκλήσεων που συνεπάγεται η προσωποπαγής διαχείριση ενός μείζονος αντικειμένου, όπως η πολιτική, του οποίου ο δικαιούχος παραμένει ασαφής, εμφανίζεται στις μέρες μας ως συμφυές γνώρισμα του πολιτικού συστήματος. Εννοώ μ’αυτό ότι η φύση του πολιτικού συστήματος δεν διευκολύνει απλώς την ιδιοποίησή του (οικονομικού κλπ.) αντικειμένου της πολιτικής. Η ίδια η λογική του εγγράφει την εξάρτηση του πολιτικού προσωπικού, από τους φορείς της οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος, ως συστατικό του γνώρισμα. Οι φορείς αυτοί – με απλούστερη διατύπωση οι ισχυροί της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας» – καλούνται να στηρίξουν το κόμμα ή/και τους επιμέρους πολιτικούς – με αντάλλαγμα την ανάλογη εκχώρηση μεριδίου του δημοσίου χώρου. Όντως, η πολιτική παρουσία ενός κόμματος – ιδίως αυτού που φιλοδοξεί να ανέλθει στην εξουσία – και του σημαίνοντος πολιτικού προσωπικού, συναρτώνται άμεσα από το διαθέσιμο χρήμα και τον επικοινωνιακό χρόνο που τους εκχωρείται από την ιδιωτική σφαίρα. Είναι προφανές ότι οι «χορηγοί» χρήματος ή επικοινωνίας δεν αλλοιώνουν μόνον την ιδεολογία και το πρόγραμμα του κόμματος, μεταβάλουν τον πολιτικό και το κόμμα σε προσωπικό τους «πελάτη». Στο ισοζύγιο της πολιτικής ή εκλογικής επιρροής, η πελατειακή διαπλοκή του πολιτικού προσωπικού αποτελεί την καταλυτική προϋπόθεση της όποιας φιλοδοξίας.
Εντούτοις, η διαφορά ανάμεσα στην οικονομική και στην επικοινωνιακή διαπλοκή είναι θεμελιώδης: η πρώτη, οδηγεί βασικά στην ιδιοποίηση μέρους του δημοσίου αγαθού• η δεύτερη, προάγει την ιδιοποίηση της ίδιας της πολιτικής και, ως εκ τούτου, οδηγεί στην ιδιοποίηση και, συνάμα, στην ομηρία της κοινωνίας (2).
Πόσο συμφυές με το σύστημα είναι το φαινόμενο της πελατειακής διαπλοκής του πολιτικού προσωπικού, προκύπτει από το γεγονός ότι, αντί θεραπείας, επιχειρείται γενικώς η νομιμοποίησή του, η ενσωμάτωση της διαφθοράς (και της διαπλοκής) στις λειτουργίες του: είτε κανονικοποιώντας την ιδιωτική «χορηγία» είτε εισάγοντας συμπληρωματικά τη δημόσια «χορηγία». Η νομιμοποίηση της πελατειακής διαπλοκής του πολιτικού προσωπικού, όχι μόνον δεν εμποδίζει την αφανή χρηματοδότηση, αλλά και συνομολογεί για τη μεταβολή των κομμάτων και της πολιτικής τάξης σε εντολοδόχους των ιδιωτών, κατόχων οικονομικής και επικοινωνιακής ισχύος. Όντως, η επισημοποίηση της«χορηγίας» αποποινικοποιεί τη διαπλοκή και τη διαφθορά που υποκρύπτει και θεσμοθετεί, συγχρόνως, την εξάρτηση και την αλλοίωση του σκοπού της πολιτικής.
Από την πλευρά της, η δημόσια «χορηγία» υπονοεί ότι το κόμμα και η πολιτική τάξη αναγνωρίζονται ως θεσμοί δημοσίου δικαίου. Συνεπάγεται, ως εκ τούτου, το δικαίωμα του «χορηγού» να ελέγχει τους αποδέκτες της, τόσο ως προς τον τρόπο της διαχείρισης, όσο και για την εκπλήρωση του σκοπού της πολιτικής, που την επέβαλε. Συνεπάγεται, εντέλει, τη δημοκρατική ανα-συγκρότηση και λειτουργία του κόμματος ως δημόσιου θεσμού και όχι τη λειτουργία του ως κλειστής λέσχης. Πράγμα που, όμως, η άρχουσα πολιτική τάξη δεν είναι έτοιμη να αποδεχθεί, καθώς το κόστος λειτουργίας του συστήματος είναι απαγορευτικό για να γίνει διαφανές και το διακύβευμα της πολιτικής εξουσίας ασύμμετρο, σε σχέση με την κοινωνική της αναφορά.
3. Το δεύτερο επίπεδο της διαφθοράς του δημοσίου χώρου αφορά στο διοικητικό προσωπικό, στη διάχυση της διαφθοράς στον μη πολιτικό κρατικό μηχανισμό. Ενώ η («νόμιμη» ή μη) διαφθορά, που συνέχεται με το πολιτικό προσωπικό, αποτελεί καθολικό φαινόμενο, η διαφθορά του κράτους απαντάται με διαφορετική ένταση και συχνότητα, από χώρα σε χώρα.
Η διαφθορά του κρατικού μηχανισμού θεωρείται ως, καταρχήν, γνώρισμα των χωρών της «περιφέρειας» και αποδίδεται στη χαμηλή αμοιβή της εργασίας, στη σαθρότητα του πολιτικού συστήματος και του κρατικού μηχανισμού. Οι χώρες του «κέντρου» θεωρούνται μεν εξαγωγείς διαφθοράς στην «περιφέρεια», οι ίδιες όμως αξιολογούνται θετικά, ότι δηλαδή δεν έχουν μολυνθεί από το σύμπτωμα αυτό. Η σχολή αυτή σκέψης, που διακινείται ιδίως από τη λεγόμενη «αναπτυξιακή θεωρία», συναρτά τη διαβάθμιση της διαφθοράς από το αναπτυξιακό κριτήριο. Παίρνει δηλαδή ως δεδομένο ότι η οικονομική ανάπτυξη συμβαδίζει εξ ορισμού με την πολιτική ανάπτυξη και πως, συνακόλουθα με αυτό, η διαφθορά συνάδει με την υπανάπτυξη. Πέραν του λογικού και γνωσιολογικού σφάλματος που υφέρπει στη γενίκευση αυτή, συγκρατούμε το επιχείρημά της ότι οι μη αναπτυγμένες χώρες συσσωρεύουν όλες τις προϋποθέσεις της διαφθοράς, εν αντιθέσει προς τις πλέον αναπτυγμένες, που είναι ουσιαστικά αδιάφθορες. Κατά τη γνώμη μου, η άποψη αυτή δεν είναι μόνον αυθαίρετη, όπως άλλωστε αποκαλύπτει η απογύμνωση του πολιτικού συστήματος της νεοτερικότητας από τις προφανείς «αλήθειες», οι οποίες συγκαλύπτουν το έλλειμμα αντιπροσώπευσης που το διακρίνει, είναι και παραπλανητική. Αποσιωπά, επίσης, την ουσία του προβλήματος, λειτουργώντας απολογητικά προς τις σταθερές που συντηρούν τη διαπλοκή και, εντέλει, αφήνει το πλαίσιο της διαφθοράς ανέπαφο και, λίγο πολύ, νομιμοποιημένο (3).
Η εκτίμηση αυτή είναι εσφαλμένη και για τον πρόσθετο λόγο ότι δεν συνεκτιμά την τυπολογία της πολιτικής, παρακάμπτει το μείζον ερώτημα του ποιος και πώς ορίζει το περιεχόμενο της διαφθοράς και, ουσιαστικά, συνομολογεί ότι συναρτάται από τους «κώδικες» – συνενοχών, δημοσιότητας κλπ. – μέσω των οποίων υποστασιοποιείται το φαινόμενο της διαφθοράς. Σε κάθε περίπτωση όμως, θεωρώ ότι η γενίκευση της διαφθοράς στον κρατικό μηχανισμό είναι θέμα χρόνου.
Όντως, η μετάβαση από τις ιδεολογίες της ανθρωποκεντρικής πρωτο-οικοδόμησης στη δυναμική της κοινωνικής αναδιανομής μεταβάλει ριζικά τη διαμεσολαβητική λειτουργία της πολιτικής τάξης και, επέκεινα, τον ίδιο το σκοπό του κράτους. Το στέλεχος του κρατικού μηχανισμού διακρίνει στη θέση που κατέχει ολοένα περισσότερο την προσωπική του ευδοκίμηση, καθώς η ιδέα μιας αποστολής, που συνέχεται με την κοινωνία, υποχωρεί υπέρ των συμφερόντων, τα οποία διακινεί η πολιτική τάξη. Η τελική οικοδόμηση της συνάφειας αυτής, του φορέα του κρατικού μηχανισμού με τους «εννόμους» συνομιλητές του, προόρισται να γίνει, αναπόφευκτα, στο περιβάλλον της «διαμεσολαβημένης κοινωνίας».
Η ελληνική περίπτωση έχει, ως προς αυτό, μια σημαίνουσα πειραματική αξία. Η ελληνική κοινωνία, μην έχοντας βιώσει τη φεουδαρχία, δεν άφησε στις ιδεολογίες της πρωτο-οικοδόμησης πρόσφορο έδαφος να ευδοκιμήσουν στον χώρο της. Τούτο εξηγεί, εν μέρει, γιατί το νεοελληνικό κράτος λειτούργησε, εξαρχής, κυρίως ως πεδίο αναδιανομής του κοινωνικού ή οικονομικού αγαθού και, κατ’επέκταση, ως θερμοκήπιο για τη διαφθορά και, ελάχιστα, ως «επιχειρησιακή» έννοια. Ο πολίτης, στο πλαίσιο αυτό, αφού δεν συγκροτούσε πολιτειακή οντότητα, αφέθηκε να διαπραγματευθεί την ψήφο του στο δυσμενές περιβάλλον της προσωπικής εξάρτησης που δημιουργεί η πολιτικά κυρίαρχη εξουσία. Η ανάδειξη της πολιτικής πελατείας – τη φορά αυτή ανάμεσα στον πολιτικό και στον πολίτη - σε σύστημα αποκαλύπτει ακριβώς τη δυσαρμονία της πολιτικής εξουσίας προς το πολιτικό ανάπτυγμα της κοινωνίας κι όχι το αντίθετο, όπως γενικά πιστεύεται(3).
Το κόμμα, στο πλαίσιο αυτό, ουδέποτε χρειάσθηκε να διακινήσει στα σοβαρά την ιδεολογική του «πραμάτεια», κατά το νεοτερικό πρότυπο. Η ενσάρκωση του δημοσίου χώρου από το κράτος δεν θα ευδοκιμήσει στην Ελλάδα, αφού ο σκοπός της πολιτικής – και άρα του κράτους – θα είναι διαφορετικός από τις χώρες της μετα-φεουδαλικής μετάβασης. Δημόσιο, στον νέο ελληνικό πολιτικό πολιτισμό, παραμένει το «κοινό», που διαφοροποιείται σαφώς από τον α-σώματο δεσπότη, το κράτος. Κατά τούτο, το κόμμα θα ταυτισθεί εξαρχής με το κράτος και κατ΄ επέκταση με το πολιτικό σύστημα, έτσι ώστε το τελευταίο να μπορεί να αποδοθεί ως κομματοκρατία (2).
Η κομματοκρατία ως η μεταϊδεολογική εκδοχή του νεοτερικού κράτους και, όντως, του μη αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος, προβάλει το κόμμα ως τη συνισταμένη πάνω στην οποία αρθρώνεται η σχέση του ιδιώτη-πολίτη με την πολιτική. Μια σχέση, επομένως, η οποία συγκροτείται σε ένα κοινωνικό περιβάλλον, όπου η κοινωνία συμπεριφέρεται δίκην εντολέως και, συνακόλουθα, με γνώμονα την πολιτική ατομικότητα - αντί της μαζικής πολιτικοποίησης - ενώ την ίδια στιγμή δεν της αναγνωρίζεται η ιδιότητα του θεσμικού εταίρου της πολιτείας, αφού η πολιτική συγκροτείται με όρους αυτονομίας. Το σύστημα αυτό, όπου ο σκοπός του κόμματος μεταλλάσσεται σε σκοπό της πολιτικής (του κράτους), αποκαλύπτει, κατά τρόπο διαυγή, τις πηγές της διαπλοκής και συνακόλουθα της διαφθοράς. Η περίπτωση του «ανδρεϊκού» ιδίως ΠΑΣΟΚ αποτελεί, τρόπον τινά, μια υστεροχρονισμένη, ακραία εκδοχή, του συστήματος αυτού.
4. Συμπεραίνεται ότι η διαπλοκή και η διαφθορά αποτελούν συμφυή στοιχεία του νεοτερικού και, ουσιαστικά, του προ-αντιπροσωπευτικού πολιτικού συστήματος. Αυτό υποδηλώνει ότι, διατηρώντας το σύστημα, κάθε μέτρο για την εξάλειψή τους δεν μπορεί παρά να έχει απλώς επιδιορθωτικό χαρακτήρα, ενώ η ουσιαστική τους κατάργηση παραπέμπει με ακρίβεια σε ένα άλλο πολιτικό σύστημα. Αυτό το άλλο πολιτικό σύστημα, θα ήταν, χωρίς αμφιβολία, η δημοκρατία, στο μέτρο που η τελευταία, εστιασμένη στον αντίποδα των συστημάτων εξουσίας, επαγγέλλεται είτε την ολοκληρωτική κατάργηση του αντιπροσωπευτικού θεσμού είτε τον περιορισμό του σε έναν ρόλο «θεραπαινίδας» του δήμου.
Όμως, το σύστημα αυτό ανήκει στο απόμακρο μέλλον, οπότε μπορεί να υποθέσει κανείς ότι το ζήτημα της διαπλοκής και της διαφθοράς, συνέχεται με τη μετάλλαξη του προ-αντιπροσωπευτικού σε απλώς αντιπροσωπευτικό σύστημα, που, καθόλες τις ενδείξεις, διαγράφεται στον ορίζοντα, ως αποτέλεσμα της ολοκλήρωσης της πρωτο-ανθρωποκεντρικής οικοδόμησης των νεοτερικών κοινωνιών. ΄Οντως, όπως είδαμε, η αντιπροσωπευτική αρχή συνεπάγεται την απόδοση στην κοινωνία της ιδιότητας του εντολέα και την, ως εκ τούτου, πολιτειακή της μετάλλαξη σε δήμο, σε εταίρο της πολιτείας. Ωστόσο, είναι προφανές ότι και η αντιπροσώπευση εγγράφεται ως σχετικά μακρινή προοπτική, διότι δεν αποτελεί κοινωνικό αίτημα του σήμερα. Η αντίφαση, εν προκειμένω, έγκειται στο ότι ενόσω το πρόβλημα της πολιτειακής μεταβολής παραμένει εκκρεμές, το αίτημα της καταπολέμησης της διαφθοράς θα τίθεται κυρίως στην ηθική του βάση και όλως δευτερευόντως πολιτικά, σε ένα πλαίσιο, επομένως, που θα αναιρεί αυτόχρημα τη λογική του.
Υπό αυτή την έννοια, η επίλυση του προβλήματος, εκτιμώ ότι αποτελεί, επί της ουσίας, επιχείρημα της πολιτικής διαπάλης, όχι όμως και ζητούμενο στις μέρες μας.
Σημειώσεις
1. Για την ηθική προσέγγιση της πολιτικής διαφθοράς βλέπε, μεταξύ άλλων, Yves Meny, La corruption de la République, Paris, 1992.
2. Βλέπε σχετικά, τις μελέτες μου, «Μέσα επικοινωνίας και δημοκρατία», Λ.Βάσση (επιμ.), Μέσα επικοινωνίας και πολιτισμός, Αθήνα, 2004. «Μέσα επικοινωνίας και πολιτική», Επικοινωνία, Αθήνα, 1996, σελ.30 επ. «Η τηλεόραση στο πολιτικό σύστημα», Για μια δημοκρατική ραδιοτηλεόραση (συλλογικό), Αθήνα, 1986, σελ. 17-28. « Système de communication et système d’échange. La télévision », P.Claeys, André Frοgnier (eds), L’échange politique, Bruxelles, 1995, σελ. 147-161.
3. Βλέπε σχετικά, Γ.Κοντογιώργη, «Η κομματοκρατία ως πολιτικό σύστημα», στο Τετράδια Πολιτικής Επιστήμης, Πανεπιστήμιο Κρήτης, 4/2004
Ετικέτες
Διαφθορά
Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2008
Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΘΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ
Η ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΘΝΙΚΗ ΛΑΙΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ
Του Αλέξανδρου Χρυσανθακόπουλου
Θα ήθελα αρχικά να διευκρινίσω σχετικά με το πυκνό και δυσκολονόητο χαρακτήρα του κειμένου. Η πολιτική θεωρία απαιτεί προπαίδεια και γνώση της πολιτικής ορολογίας και σημειολογίας, ως εκ τούτου είναι προτιμότερο ένα κείμενο αντί ενός ογκώδους κεφαλαίου; Είναι δύσκολο και κουραστικό, μα τι να κάνουμε; η θα εμβαθύνουμε η θα μιλάμε αόριστα.
Οι αριθμητικά ολιγάριθμοι Έλληνες προοδευτικοί διανοητές, μετά πολλών κόπων, παράγουν αυτόχθονες θεωρίες κοσμοαντίληψης και ερμηνεύουν κατά κύριο λόγο το σύγχρονο γίγνεσθαι με εθνικό και αντί-κεφαλαιοκρατικό( ληστρική εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης) προσανατολισμό.
Να λάβουμε λοιπόν υπ όψιν μας ότι οι Έλληνες διανοητές έχουν απέναντι τους πολυάριθμους μεταφραστές διανοούμενους που παπαγαλίζουν αλλότριες παρωχημένες απόψεις. Αυτοί οι «τύποι» είναι δύο κατηγοριών: α) οι απολογητές της εξάρτησης που ωραιοποιούν τα κακώς κείμενα, άτομα που θεωρούν ότι έχει γίνει μέχρι τώρα είναι τελειωτικό και αποτελεί την απαρχή των πάντων που θα ακολουθήσουν και β) οι αρνητές του καπιταλισμού.
Να δούμε τώρα την πολιτική ανθρωπογεωγραφία αυτού του φαινομένου.
Σε αυτούς υπάγονται και οι δογματικοί προπαγανδιστές των εισαγόμενων τσιτάτων (στερεότυπων κειμένων με μορφή συνταγής), που ανήκουν στις εξής σέχτες (εγωκεντρικές αρχηγικές ομάδες επιβολής της γραμμής τους): τους θηριώδεις ναζιστές της γερμανικής σχολής, τους ομογάλακτους φασίστες της ιταλικής και της ισπανικής διαδρομής, τους σταλινικούς καρατομιστές της παλαιοκομμουνιστικής συνομωσίας (ίντριγκας) και δικτατορίας του κόμματος υπέρ του προλεταριάτου(εξαθλιωμένων εργατών δίχως ατομική ιδιοκτησία). Μικρότερες ομάδες επιβολής της άποψής τους είναι οι τροτσκιστές της διαρκούς παγκόσμιας επανάστασης και οι αναρχικοί της πλανητικής αταξίας. Ακόμη υπάρχουν οι εκσυγχρονιστές ως προς το υποτιθέμενο ανώτερο δυτικό πρότυπο αμερικανικής η ευρωπαϊκής εκδοχής.
Εκτός των εκσυγχρονιστών που είναι καπιταλιστικοί αναπροσαρμοστές, όλοι οι άλλοι δηλώνουν σε κάποιο βαθμό αντικαπιταλιστές!! Οι πρώτοι (ναζιστές-φασίστες) είναι πλέον ιδεολογικά ποινικοποιημένοι και ισχνής επιρροής. Οι σταλινικοί κομμουνιστές (μεταλλαγμένοι σε κομματικούς υπαλλήλους-γραφειοκράτες) είναι εξίσου σε πτωτική πορεία λόγω της κατάρρευσης του μύθου του ανατολικού μεσσιανισμού. Οι τροτσκιστές μετρώνται στα δάκτυλα και οι αναρχικοί ιδεολόγοι είναι καπελωμένοι από αντιεξουσιαστές προβοκάτορες (βαλτούς από το κατεστημένο).
Εκτός από αυτούς υπάρχουν οι σοσιαλδημοκράτες, που δεν αμφισβητούν ούτε καν στο παραμικρό, την ακρονεοφιλελεύθερη (ασυδοσία του μεγάλου κεφαλαίου) εκδοχή του καπιταλιστικού συστήματος.
Όλοι ξέρουν καλά ότι ο καπιταλισμός δεν ανατρέπεται(αντίθετα μεταμορφώνεται σε νέο εκμεταλλευτικό σύστημα) με κομματικά πραξικοπήματα και δεν «ιδρώνει» από φραστικές καταγγελίες, ότι υπάρχει έλλειμμα σύγχρονης και αποτελεσματικής θεωρίας για τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Η δε επιθυμία για αλλαγή της μορφής ιδιοκτησίας και των παραγωγικών σχέσεων (όραμα κάθε ιδεολόγου επαναστάτη) δεν δικαιώνει τα ξεπερασμένα κακέκτυπα της υπαγωγής σε αλλότρια πρότυπα του 18 ου αιώνα. Η ταξική πάλη είναι μεν κινητήρας για τις ιστορικές εξελίξεις, αν όμως εγκαταλειφτεί η εθνική αντίσταση στα γεωπολιτικά σχέδια του καπιταλισμού, θα ηττηθεί και αυτή όντας πολυδιασπασμένη στα πλαίσια των γκέτο(απρόσιτες σε αλλοφύλους συνοικίες μεταναστών).
Τα υπολείμματα της αριστεράς που αποκαλούν, κατ ευφημισμό, τον κεφαλαιοκρατικό επεκτατισμό αντί για ιμπεριαλισμό, «παγκοσμιοποίηση» του δίνουν με αυτό τον τεχνητό και εύηχο ευφημισμό άλλοθι νομιμοποίησης των σχεδίων του. Δυστυχώς, όμως το πράττουν συνειδητά λόγω της αστικής τους απορρόφησης και της θεωρητικής τους ανεπάρκειας. Από την άλλη πλευρά η αφελής παραδοσιακή δεξιά μιλάει ακόμη, την εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού και των πολυεθνικών, για ελεύθερο ανταγωνισμό! Εδώ γελάνε τα καρτέλ (κρυφά συνεννοημένοι ανταγωνιστές στο ορισμό των τιμών αγοράς και πώλησης των προϊόντων) και περιγελάνε τα τράστ (κοινοπραξίες μονοπωλιακών συμφερόντων). Πέρα του γεγονότος ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι η με κάθε τρόπο κρατική προστασία του μεγάλου κεφαλαίου, ώστε να καταπιεί τους μικρούς κεφαλαιοκράτες.
Ο επαναστατικός ρομαντισμός (νοσταλγία των ηρώων) αφομοιώνεται πλέον από τον καταναλωτισμό και την γοητεία του συρμού (μόδας). Τα κοινωνικά κινήματα είναι τώρα καπελωμένα από νεοκαπιταλιστές (αναθεωρητές υπέρ της νέας τάξης πραγμάτων), οι λεγόμενοι «κουκου-λελέδες» της ανανεωτικής αριστεράς αναγορεύθηκαν σε κουκουλοφόρους εθνομηδενιστές και πολιτισμικούς γενοκτόνους του λαού. Ο τόπος βρίθει από τον ανθελληνικό ρατσισμό της νέας τάξης πραγμάτων.
Η ρητορεία λοιπόν, δεν αρκεί για να ανατραπεί ο καπιταλισμός γιαυτό, ενώ κάποιοι βαυκαλίζονται ότι βγάζουν προκλητικά την γλώσσα τους στο σύστημα, αυτό τους βγάζει χασκογελώντας ικανοποιημένο το καπέλο!!
Για τους μηχανιστικούς οικονομιστές θάθελα να επισημάνω ότι το εποικοδόμημα (ιδεολογίες, εργατική δύναμη, θεσμοί, κινήματα ) δεν είναι απλή αντανάκλαση της υλικής βάσης (παραγωγικές δομές), ούτε τροχοδρομείται με χρονικούς αυτοματισμούς, αλλά επαναδρά και ανατρέπει τις δομές του συστήματος.
Η κυρίαρχη αντίθεση της κεφαλαιοκρατίας με τα αντιστεκόμενα έθνη και τους λαούς ορίζει τον χαρακτήρα του νέου διεθνισμού. Να σημειώσουμε ότι κάθε αλληλέγγυα σχέση μεταξύ των αμυνόμενων λαών καταγγέλλεται και συκοφαντείται ως εθνικισμός από τους αδικοπραγούντες επιτιθέμενους καπιταλιστές!!
Η απάντηση στην ισοπεδωτική επέλαση του κεφαλαίου από τους λαούς της καπιταλιστικής περιφέρειας και την Ελλάδα είναι η κοινωνική και πολιτική συμμαχία της Εθνικής Λαϊκής Ενότητας. Αυτή την συμμαχία προώθησε αρχικά ο Ανδρέας Παπανδρέου, εξαιτίας της κυβέρνησε και με την εγκατάλειψη της κατέρρευσε το ΠΑΣΟΚ.
Επειδή ως γνωστό η χώρα μας δεν έχει εθνική αστική τάξη, αλλά μεταπρατική και εθνοπροδοτική, το ζήτημα της ηγεμονίας, για το οποίο όλοι θα ήθελαν να έχουν για τον εαυτό τους δεν τίθεται έξω από τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα. Έτσι ερμηνεύεται και το γεγονός ότι η μεταπρατική, αεριτζίδικη αστική τάξη της χώρας είναι κοσμοπολίτικη και αντεθνική. Έτσι εξηγείται επίσης ο μειοδοτικός- ενδοτικός χαρακτήρας του κράτους που ευθύνεται για την συρρίκνωση του Ελληνισμού. Στην Ελλάδα οι έννοιες λαός και έθνος ταυτίζονται και είναι αδιάσπαστες και αλληλένδετες. Ο συφερτός του νεοελληνικού ραγιαδισμού είναι καθαρά εμπορομεσιτικός και παρασιτικός σε όλα τα επίπεδα και κυρίως σε ότι αφορά στους οικονομικούς και ιδίως στους πολιτικούς μεσάζοντες . Η προδοσία των διανοουμένων τους μετατρέπει σε θρασύτατους αρριβίστες(θεσιθήρες). Εκείνο που πάντως δεν θα ιδούν ποτέ οι ψευτοδιανοούμενοι, είναι τον εαυτό τους πρωτοπόρο στους κοινωνικούς αγώνες. Η πρωτοπορία που τους ανήκει είναι να προσκυνούν τον νεοκαραμανλικό αφελληνισμό, που σε αγαστή συνεργασία με τον πολυπολιτισμικό διαμελισμό του μεταλλαγμένου γιωργοπαπανδρεϊσμού, οδηγούν την Ελλάδα στην παρακμή. Και βέβαια η λύση δεν θα έλθει από την όποια παράδοση στα χέρια των πολιτικών υπηρετών αμερικανικής η φραγκολεβαντίνικης (ευρωπαϊκής) κατεύθυνσης. Το πολιτικό προσωπικό της χώρας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο δεν χωρίζεται πλέον ανάμεσα σε καταβολές δεξιάς η αριστεράς απόχρωσης, αλλά σε αυτούς που είναι σύμμαχοι στο Εθνικό και Λαϊκό Κίνημα του Ελληνισμού και στους αντεθνικούς-αντιλαϊκούς μειοδότες. Όσον αφορά την φιλολογία μιας υποτιθέμενης εσωτερικής ταξικής σύγκρουσης μεταξύ των συμμαχικών εθνολαϊκών τάξεων, όσοι την καλλιεργούν μόνο προδότες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν!! Είναι μάλιστα τόσοι λίγοι οι Έλληνες κεφαλαιοκράτες που νοιάζονται για την Ελλάδα και τον λαό της, που θα μπορούσαμε να τους μετρήσουμε έναν-έναν σε αντίθεση με την στρατιά των ξεπουλημένων μεταπρατών αστών!!
Ο ιδεολογικός, οικονομικός και πολιτικός μεταπρατισμός είναι το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας. Η απάντηση είναι σαφής, ενότητα για την εδαφική ακεραιότητας της πατρίδας, τον πολιτισμό, την ιστορική αλήθεια, το φυσικό περιβάλλον, την λαϊκή κυριαρχία και την δημοκρατική λειτουργία των θεσμών, την αλληλεγγύη στους λαούς και τα έθνη που αντιστέκονται στα πλανητικά σχέδια της παγκόσμιας οικονομικής, πολιτισμικής και πολιτικής δικτατορίας. Μερικοί αφελείς αριστεριστές που νομίζουν ότι όλα γίνονται με το «έτσι θέλω» και ανά πάσα στιγμή, οξύνουν τις δευτερεύουσες αντιθέσεις μεταξύ των λαϊκών τάξεων και αναπαύονται στον ναρκισσισμό (αυταρέσκεια) τους. Το χειρότερο διασπούν την εθνική- λαϊκή ενότητα στο όνομα της ταξικής καθαρότητας που οι ίδιοι δήθεν εκπροσωπούν!! Δίπλα τους ξεπουλημένοι διανοούμενοι ευκαιριοθήρες καρτερούν μερίδια από την λεηλασία του εθνικού πλούτου και ξεπουλάνε τα πάντα στο όνομα της προσωπικής τους απολαβής. Πέρα από την κοινοβουλευτικά κατεστημένη παραδοσιακή δεξιά και αριστερά, υπάρχουν η αδέσμευτη πατριωτική αριστερά και η ελεύθερη πατριωτική λαϊκή δεξιά που ενώνονται με κοινό παρονομαστή την εθνική επιβίωση. Με την υπέρβαση των αγκυλώσεων τους συγκροτείται το σύγχρονο Εθνολαϊκό Κίνημα. Μόνο αυτό εγγυάται την θωράκιση της Δημοκρατίας την κατάκτηση της Λαϊκής Κυριαρχίας και την προάσπιση της Εθνικής Ανεξαρτησίας. Η αναμέτρηση με το διεθνές κατεστημένο είναι δύσκολη και αμφίρροπη, όλα κρίνονται από την συνοχή και την συγκρότηση της νέας εθνικής στρατηγικής. Η εκπόνηση του νέου Εθνικού Σχεδίου για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό είναι υπόθεση όλων όσων συμμετέχουν στα πλαίσια της Εθνικής λαϊκής Ενότητας.
Η πρόταση αυτή απαιτεί την αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού και την επανελληνοποίηση του, γεγονός που προκύπτει και επιταχύνεται από τα φαινόμενα διαχειριστικής σήψης από τα μεταλλαγμένα και διεφθαρμένα κόμματα του σημερινού τυφλού, ξενόδουλου, αντιλαϊκού και ενδοτικού κυβερνητισμού. Η ημερήσια διάταξη αλλάζει και τα θέματα που οφείλουν να απαντηθούν είναι πολλά και σύγχρονα, καθήκον μας να απαντήσουμε συλλογικά. Σαυτόν τον αγώνα το προσκλητήριο είναι σαφές ανοικτό σε όσους το κατανοούν και οι ευθύνες εντελώς προσωπικές!!
Η κυρίαρχη αντίθεση είναι πλέον ανάμεσα στους υποστηρικτές και τους αρνητές της Νέας Τάξης Πραγμάτων, όσοι αποκρύπτουν ατή την σύγκρουση υπηρετούν συνειδητά τον πλανητικό καπιταλισμό και τις επιλογές του.
Του Αλέξανδρου Χρυσανθακόπουλου
Θα ήθελα αρχικά να διευκρινίσω σχετικά με το πυκνό και δυσκολονόητο χαρακτήρα του κειμένου. Η πολιτική θεωρία απαιτεί προπαίδεια και γνώση της πολιτικής ορολογίας και σημειολογίας, ως εκ τούτου είναι προτιμότερο ένα κείμενο αντί ενός ογκώδους κεφαλαίου; Είναι δύσκολο και κουραστικό, μα τι να κάνουμε; η θα εμβαθύνουμε η θα μιλάμε αόριστα.
Οι αριθμητικά ολιγάριθμοι Έλληνες προοδευτικοί διανοητές, μετά πολλών κόπων, παράγουν αυτόχθονες θεωρίες κοσμοαντίληψης και ερμηνεύουν κατά κύριο λόγο το σύγχρονο γίγνεσθαι με εθνικό και αντί-κεφαλαιοκρατικό( ληστρική εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης) προσανατολισμό.
Να λάβουμε λοιπόν υπ όψιν μας ότι οι Έλληνες διανοητές έχουν απέναντι τους πολυάριθμους μεταφραστές διανοούμενους που παπαγαλίζουν αλλότριες παρωχημένες απόψεις. Αυτοί οι «τύποι» είναι δύο κατηγοριών: α) οι απολογητές της εξάρτησης που ωραιοποιούν τα κακώς κείμενα, άτομα που θεωρούν ότι έχει γίνει μέχρι τώρα είναι τελειωτικό και αποτελεί την απαρχή των πάντων που θα ακολουθήσουν και β) οι αρνητές του καπιταλισμού.
Να δούμε τώρα την πολιτική ανθρωπογεωγραφία αυτού του φαινομένου.
Σε αυτούς υπάγονται και οι δογματικοί προπαγανδιστές των εισαγόμενων τσιτάτων (στερεότυπων κειμένων με μορφή συνταγής), που ανήκουν στις εξής σέχτες (εγωκεντρικές αρχηγικές ομάδες επιβολής της γραμμής τους): τους θηριώδεις ναζιστές της γερμανικής σχολής, τους ομογάλακτους φασίστες της ιταλικής και της ισπανικής διαδρομής, τους σταλινικούς καρατομιστές της παλαιοκομμουνιστικής συνομωσίας (ίντριγκας) και δικτατορίας του κόμματος υπέρ του προλεταριάτου(εξαθλιωμένων εργατών δίχως ατομική ιδιοκτησία). Μικρότερες ομάδες επιβολής της άποψής τους είναι οι τροτσκιστές της διαρκούς παγκόσμιας επανάστασης και οι αναρχικοί της πλανητικής αταξίας. Ακόμη υπάρχουν οι εκσυγχρονιστές ως προς το υποτιθέμενο ανώτερο δυτικό πρότυπο αμερικανικής η ευρωπαϊκής εκδοχής.
Εκτός των εκσυγχρονιστών που είναι καπιταλιστικοί αναπροσαρμοστές, όλοι οι άλλοι δηλώνουν σε κάποιο βαθμό αντικαπιταλιστές!! Οι πρώτοι (ναζιστές-φασίστες) είναι πλέον ιδεολογικά ποινικοποιημένοι και ισχνής επιρροής. Οι σταλινικοί κομμουνιστές (μεταλλαγμένοι σε κομματικούς υπαλλήλους-γραφειοκράτες) είναι εξίσου σε πτωτική πορεία λόγω της κατάρρευσης του μύθου του ανατολικού μεσσιανισμού. Οι τροτσκιστές μετρώνται στα δάκτυλα και οι αναρχικοί ιδεολόγοι είναι καπελωμένοι από αντιεξουσιαστές προβοκάτορες (βαλτούς από το κατεστημένο).
Εκτός από αυτούς υπάρχουν οι σοσιαλδημοκράτες, που δεν αμφισβητούν ούτε καν στο παραμικρό, την ακρονεοφιλελεύθερη (ασυδοσία του μεγάλου κεφαλαίου) εκδοχή του καπιταλιστικού συστήματος.
Όλοι ξέρουν καλά ότι ο καπιταλισμός δεν ανατρέπεται(αντίθετα μεταμορφώνεται σε νέο εκμεταλλευτικό σύστημα) με κομματικά πραξικοπήματα και δεν «ιδρώνει» από φραστικές καταγγελίες, ότι υπάρχει έλλειμμα σύγχρονης και αποτελεσματικής θεωρίας για τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Η δε επιθυμία για αλλαγή της μορφής ιδιοκτησίας και των παραγωγικών σχέσεων (όραμα κάθε ιδεολόγου επαναστάτη) δεν δικαιώνει τα ξεπερασμένα κακέκτυπα της υπαγωγής σε αλλότρια πρότυπα του 18 ου αιώνα. Η ταξική πάλη είναι μεν κινητήρας για τις ιστορικές εξελίξεις, αν όμως εγκαταλειφτεί η εθνική αντίσταση στα γεωπολιτικά σχέδια του καπιταλισμού, θα ηττηθεί και αυτή όντας πολυδιασπασμένη στα πλαίσια των γκέτο(απρόσιτες σε αλλοφύλους συνοικίες μεταναστών).
Τα υπολείμματα της αριστεράς που αποκαλούν, κατ ευφημισμό, τον κεφαλαιοκρατικό επεκτατισμό αντί για ιμπεριαλισμό, «παγκοσμιοποίηση» του δίνουν με αυτό τον τεχνητό και εύηχο ευφημισμό άλλοθι νομιμοποίησης των σχεδίων του. Δυστυχώς, όμως το πράττουν συνειδητά λόγω της αστικής τους απορρόφησης και της θεωρητικής τους ανεπάρκειας. Από την άλλη πλευρά η αφελής παραδοσιακή δεξιά μιλάει ακόμη, την εποχή του μονοπωλιακού καπιταλισμού και των πολυεθνικών, για ελεύθερο ανταγωνισμό! Εδώ γελάνε τα καρτέλ (κρυφά συνεννοημένοι ανταγωνιστές στο ορισμό των τιμών αγοράς και πώλησης των προϊόντων) και περιγελάνε τα τράστ (κοινοπραξίες μονοπωλιακών συμφερόντων). Πέρα του γεγονότος ότι ο νεοφιλελευθερισμός είναι η με κάθε τρόπο κρατική προστασία του μεγάλου κεφαλαίου, ώστε να καταπιεί τους μικρούς κεφαλαιοκράτες.
Ο επαναστατικός ρομαντισμός (νοσταλγία των ηρώων) αφομοιώνεται πλέον από τον καταναλωτισμό και την γοητεία του συρμού (μόδας). Τα κοινωνικά κινήματα είναι τώρα καπελωμένα από νεοκαπιταλιστές (αναθεωρητές υπέρ της νέας τάξης πραγμάτων), οι λεγόμενοι «κουκου-λελέδες» της ανανεωτικής αριστεράς αναγορεύθηκαν σε κουκουλοφόρους εθνομηδενιστές και πολιτισμικούς γενοκτόνους του λαού. Ο τόπος βρίθει από τον ανθελληνικό ρατσισμό της νέας τάξης πραγμάτων.
Η ρητορεία λοιπόν, δεν αρκεί για να ανατραπεί ο καπιταλισμός γιαυτό, ενώ κάποιοι βαυκαλίζονται ότι βγάζουν προκλητικά την γλώσσα τους στο σύστημα, αυτό τους βγάζει χασκογελώντας ικανοποιημένο το καπέλο!!
Για τους μηχανιστικούς οικονομιστές θάθελα να επισημάνω ότι το εποικοδόμημα (ιδεολογίες, εργατική δύναμη, θεσμοί, κινήματα ) δεν είναι απλή αντανάκλαση της υλικής βάσης (παραγωγικές δομές), ούτε τροχοδρομείται με χρονικούς αυτοματισμούς, αλλά επαναδρά και ανατρέπει τις δομές του συστήματος.
Η κυρίαρχη αντίθεση της κεφαλαιοκρατίας με τα αντιστεκόμενα έθνη και τους λαούς ορίζει τον χαρακτήρα του νέου διεθνισμού. Να σημειώσουμε ότι κάθε αλληλέγγυα σχέση μεταξύ των αμυνόμενων λαών καταγγέλλεται και συκοφαντείται ως εθνικισμός από τους αδικοπραγούντες επιτιθέμενους καπιταλιστές!!
Η απάντηση στην ισοπεδωτική επέλαση του κεφαλαίου από τους λαούς της καπιταλιστικής περιφέρειας και την Ελλάδα είναι η κοινωνική και πολιτική συμμαχία της Εθνικής Λαϊκής Ενότητας. Αυτή την συμμαχία προώθησε αρχικά ο Ανδρέας Παπανδρέου, εξαιτίας της κυβέρνησε και με την εγκατάλειψη της κατέρρευσε το ΠΑΣΟΚ.
Επειδή ως γνωστό η χώρα μας δεν έχει εθνική αστική τάξη, αλλά μεταπρατική και εθνοπροδοτική, το ζήτημα της ηγεμονίας, για το οποίο όλοι θα ήθελαν να έχουν για τον εαυτό τους δεν τίθεται έξω από τα λαϊκά κοινωνικά στρώματα. Έτσι ερμηνεύεται και το γεγονός ότι η μεταπρατική, αεριτζίδικη αστική τάξη της χώρας είναι κοσμοπολίτικη και αντεθνική. Έτσι εξηγείται επίσης ο μειοδοτικός- ενδοτικός χαρακτήρας του κράτους που ευθύνεται για την συρρίκνωση του Ελληνισμού. Στην Ελλάδα οι έννοιες λαός και έθνος ταυτίζονται και είναι αδιάσπαστες και αλληλένδετες. Ο συφερτός του νεοελληνικού ραγιαδισμού είναι καθαρά εμπορομεσιτικός και παρασιτικός σε όλα τα επίπεδα και κυρίως σε ότι αφορά στους οικονομικούς και ιδίως στους πολιτικούς μεσάζοντες . Η προδοσία των διανοουμένων τους μετατρέπει σε θρασύτατους αρριβίστες(θεσιθήρες). Εκείνο που πάντως δεν θα ιδούν ποτέ οι ψευτοδιανοούμενοι, είναι τον εαυτό τους πρωτοπόρο στους κοινωνικούς αγώνες. Η πρωτοπορία που τους ανήκει είναι να προσκυνούν τον νεοκαραμανλικό αφελληνισμό, που σε αγαστή συνεργασία με τον πολυπολιτισμικό διαμελισμό του μεταλλαγμένου γιωργοπαπανδρεϊσμού, οδηγούν την Ελλάδα στην παρακμή. Και βέβαια η λύση δεν θα έλθει από την όποια παράδοση στα χέρια των πολιτικών υπηρετών αμερικανικής η φραγκολεβαντίνικης (ευρωπαϊκής) κατεύθυνσης. Το πολιτικό προσωπικό της χώρας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο δεν χωρίζεται πλέον ανάμεσα σε καταβολές δεξιάς η αριστεράς απόχρωσης, αλλά σε αυτούς που είναι σύμμαχοι στο Εθνικό και Λαϊκό Κίνημα του Ελληνισμού και στους αντεθνικούς-αντιλαϊκούς μειοδότες. Όσον αφορά την φιλολογία μιας υποτιθέμενης εσωτερικής ταξικής σύγκρουσης μεταξύ των συμμαχικών εθνολαϊκών τάξεων, όσοι την καλλιεργούν μόνο προδότες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν!! Είναι μάλιστα τόσοι λίγοι οι Έλληνες κεφαλαιοκράτες που νοιάζονται για την Ελλάδα και τον λαό της, που θα μπορούσαμε να τους μετρήσουμε έναν-έναν σε αντίθεση με την στρατιά των ξεπουλημένων μεταπρατών αστών!!
Ο ιδεολογικός, οικονομικός και πολιτικός μεταπρατισμός είναι το πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας. Η απάντηση είναι σαφής, ενότητα για την εδαφική ακεραιότητας της πατρίδας, τον πολιτισμό, την ιστορική αλήθεια, το φυσικό περιβάλλον, την λαϊκή κυριαρχία και την δημοκρατική λειτουργία των θεσμών, την αλληλεγγύη στους λαούς και τα έθνη που αντιστέκονται στα πλανητικά σχέδια της παγκόσμιας οικονομικής, πολιτισμικής και πολιτικής δικτατορίας. Μερικοί αφελείς αριστεριστές που νομίζουν ότι όλα γίνονται με το «έτσι θέλω» και ανά πάσα στιγμή, οξύνουν τις δευτερεύουσες αντιθέσεις μεταξύ των λαϊκών τάξεων και αναπαύονται στον ναρκισσισμό (αυταρέσκεια) τους. Το χειρότερο διασπούν την εθνική- λαϊκή ενότητα στο όνομα της ταξικής καθαρότητας που οι ίδιοι δήθεν εκπροσωπούν!! Δίπλα τους ξεπουλημένοι διανοούμενοι ευκαιριοθήρες καρτερούν μερίδια από την λεηλασία του εθνικού πλούτου και ξεπουλάνε τα πάντα στο όνομα της προσωπικής τους απολαβής. Πέρα από την κοινοβουλευτικά κατεστημένη παραδοσιακή δεξιά και αριστερά, υπάρχουν η αδέσμευτη πατριωτική αριστερά και η ελεύθερη πατριωτική λαϊκή δεξιά που ενώνονται με κοινό παρονομαστή την εθνική επιβίωση. Με την υπέρβαση των αγκυλώσεων τους συγκροτείται το σύγχρονο Εθνολαϊκό Κίνημα. Μόνο αυτό εγγυάται την θωράκιση της Δημοκρατίας την κατάκτηση της Λαϊκής Κυριαρχίας και την προάσπιση της Εθνικής Ανεξαρτησίας. Η αναμέτρηση με το διεθνές κατεστημένο είναι δύσκολη και αμφίρροπη, όλα κρίνονται από την συνοχή και την συγκρότηση της νέας εθνικής στρατηγικής. Η εκπόνηση του νέου Εθνικού Σχεδίου για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό είναι υπόθεση όλων όσων συμμετέχουν στα πλαίσια της Εθνικής λαϊκής Ενότητας.
Η πρόταση αυτή απαιτεί την αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού και την επανελληνοποίηση του, γεγονός που προκύπτει και επιταχύνεται από τα φαινόμενα διαχειριστικής σήψης από τα μεταλλαγμένα και διεφθαρμένα κόμματα του σημερινού τυφλού, ξενόδουλου, αντιλαϊκού και ενδοτικού κυβερνητισμού. Η ημερήσια διάταξη αλλάζει και τα θέματα που οφείλουν να απαντηθούν είναι πολλά και σύγχρονα, καθήκον μας να απαντήσουμε συλλογικά. Σαυτόν τον αγώνα το προσκλητήριο είναι σαφές ανοικτό σε όσους το κατανοούν και οι ευθύνες εντελώς προσωπικές!!
Η κυρίαρχη αντίθεση είναι πλέον ανάμεσα στους υποστηρικτές και τους αρνητές της Νέας Τάξης Πραγμάτων, όσοι αποκρύπτουν ατή την σύγκρουση υπηρετούν συνειδητά τον πλανητικό καπιταλισμό και τις επιλογές του.
Ετικέτες
Ελληνική αυτογνωσία,
Ελληνική Κοινωνία
Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008
ΑΝΑΚΥΚΛΩΣΕΙΣ
Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος
στα ΝΕΑ (4 Οκτ 2008)
ΟΣΑ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΕΙΝΑΙ ΘΛΙΒΕΡΑ ΑΛΛΑ ΚΑΠΟΤΕ- ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ ΤΩΡΑ;- ΠΡΕΠΕΙ, ΟΠΩΣ ΕΓΡΑΨΑ ΣΕ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΔΩ, ΝΑ ΑΝΤΙΚΡΥΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΗ ΤΗΣ ΜΕΔΟΥΣΑΣ ΚΑΤΑΜΑΤΑ
Στο προηγούμενο εκείνο κείμενο αναφέρθηκα στη ζητούμενη να ελεγχθεί ποιότητα των υποψηφίων φοιτητών στα ΑΕΙ. Και ζητούσα, για πολλοστή φορά, να έχουμε κάποια δείγματα-τεκμήρια των γραπτών τους, τόσο όσων αρίστευσαν όσο και όσων έπιασαν τη βάση και, απαραίτητα, όσων βαθμολογήθηκαν κάτω από τη βάση, για να δούμε επιτέλους ποια είναι η στάθμη όσων θα πάρουν τον δρόμο της επιστήμης, ποια τα βαρίδια και γιατί δεν πρέπει αστόχαστα να θρηνούμε που τέθηκε ως προϋπόθεση εισόδου στα πανεπιστήμια και στα ισότιμα πλέον ΤΕΙ η έρμη η βάση του 10.
Το άρθρο μου εκείνο όπως και ένα απαισιόδοξο και απελπισμένο SΟS που εξέπεμψε ο καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Ανδρέας Βοσκός στην «Καθημερινή» (21-9-2008) προκάλεσαν την αντίδραση και την απελπισία μέλους του διδακτικού προσωπικού επαρχιακού πανεπιστημίου που διδάσκει Αρχαία Ελληνική Γραμματεία (το όνομα στη διάθεση της εφημερίδας).
Επισημαίνει πως τα φαινόμενα αγραμματοσύνης των φοιτητών που διεκτραγωδεί ο κ. Βοσκός είναι αστεία μπροστά στα όσα παρατηρούνται σε γραπτά φοιτητών Φιλολογίας στο επαρχιακό πανεπιστήμιο. Οφείλονται ίσως, γράφει, στο ότι το Αθήνησι απορροφά καλύτερου επιπέδου φοιτητές. Τα τεκμήρια της επιστολής αναφέρονται σε φοιτητές προχωρημένων σπουδών, όχι πρωτοετείς, αλλά του ΣΤ΄ του Ζ΄ ή του Η΄ εξαμήνου (οκτώ είναι τα εξάμηνα στο πανεπιστήμιο) αλλά και σε φοιτητές που χρωστούν το μάθημα, ενώ έχουν περάσει σε φοίτηση τον τέταρτο χρόνο. Φοιτητές του «Τομέα Κλασικής Φιλολογίας». Εδώ σχολιάζω εγώ, για να πω ότι τα Κλασικά Τμήματα της Φιλολογίας θεωρούνται τα πλέον απαιτητικά σε σύγκριση με τα Νεοελληνικά ή τα Ιστορικά και Αρχαιολογικά, πολλώ μάλλον τα Ψυχολογικά, Φιλοσοφικά και Παιδαγωγικά, αφού απαιτείται βαθιά γνώση της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας ( από τον Όμηρο έως τον Ηρόδοτο, από τον Θουκυδίδη έως τον Δημοσθένη και από τον Αισχύλο έως τον Αριστοφάνη) και, βέβαια, της Λατινικής Γλώσσας ( από τον Βιργίλιο έως τον Οβίδιο, από τον Κάτουλλο έως τον Σαλούστιο και από τον Κικέρωνα και τον Σενέκα στον Πλαύτο και στον Τερέντιο). Ψιλά γράμματα, θα πείτε. Διαβάστε παρακαλώ.
Διδάχτηκε στο περασμένο εαρινό εξάμηνο μια κωμωδία του Αριστοφάνη. Προσήλθαν στην εξεταστική περίοδο του Ιουνίου 230 φοιτητές (είπαμε, σχεδόν στα πρόθυρα πτυχίου, υποψήφιοι εκπαιδευτικοί να φωτίσουν τα παιδιά μας). Επέτυχαν 75 και στις επαναληπτικές εξετάσεις του Σεπτεμβρίου προσήλθαν 165 και επέτυχαν 54! Θα πείτε, δύσκολο μάθημα, δύσκολα θέματα, ίσως αυστηρός ο καθηγητής. Αμ δε!
Η κωμωδία διδάχτηκε εξαντλητικά κυρίως γλωσσικά σε διδακτικό επίπεδο Λυκείου, σαν δηλαδή οι φοιτητές του τρίτου και του τετάρτου έτους του Κλασικού Τμήματος Πανεπιστημίου να ήταν μαθητές της Β΄ Λυκείου, όπου διδάσκεται π.χ. η «Αντιγόνη» (για να έχουμε μια αναλογία γλωσσικής τουλάχιστον τάξεως). Οι εξεταζόμενοι δεν δοκιμάστηκαν σε άγνωστο κείμενο, τους δόθηκε σε φωτοτυπία απόσπασμα της κωμωδίας που είχε διδαχθεί στο αμφιθέατρο. Έπρεπε να το μεταφράσουν (πράγμα που είχε γίνει στην αίθουσα και ασφαλώς το είχαν στη διάθεσή τους, αφήστε που κυκλοφορούν και είκοσι τουλάχιστον έγκυρες μεταφράσεις στη διάθεση των φοιτητών στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη) και να απαντήσουν σε πραγματολογικές και γλωσσικές ερωτήσεις. Οι πραγματολογικές φυσικά είχαν να κάνουν με τα ιδεολογικά, δομικά, αισθητικά στοιχεία του κωμικού αποσπάσματος και τα γλωσσικά (κυρίως γραμματικά) για να ελεγχθεί η αρχαιομάθεια των φοιτητών και εμμέσως η κατανόηση του κειμένου. Ακούστε λοιπόν τα παράδοξα. Έχοντας οι εξεταζόμενοι αποστηθίσει τη μετάφραση, την παπαγάλιζαν γραπτώς. Υπήρχαν βέβαια και τεφαρίκια που δεν ήξεραν πού να σταματήσουν και μετέφραζαν δύο ή τρεις αράδες πριν από το τέλος του αποσπάσματος ή δύο τρεις αράδες παρακάτω!
Επειδή είχαν παπαγαλίσει και κάποια ρεάλια που είχαν κατατεθεί στη διδασκαλία, έγραφαν αυτό που ήξεραν απέξω και όχι αυτό που τους ζητούσαν. Π.χ. στην ερώτηση «ποιο είναι το θέμα, το περιεχόμενο της "Παράβασης"» της εξεταζόμενης κωμωδίας, απαντούσαν τι είναι η Παράβαση και ποια τα δομικά της μέρη, που το είχαν μάθει απέξω ερήμην της κωμωδίας. Αφού σε άλλη ερώτηση συλλαμβάνονταν να μην έχουν διαβάσει ολόκληρη την κωμωδία και να μη γνωρίζουν την εξέλιξη της υπόθεσης και τα πρωταγωνιστούντα πρόσωπα.
Το πλέον όμως κωμικοτραγικό ήταν η γλωσσική πανωλεθρία και για έναν πρόσθετο λόγο. Λέξεις που είχαν μεταφράσει σωστά, αφού είχαν ακρίτως παπαγαλίσει, όταν τους ζητήθηκε να τις τεχνολογήσουν και να τις σημασιολογήσουν (ομολογώ, έξοχη παγίδα του εξεταστή) έγραφαν άλλα αντ΄ άλλων.
Θέλετε παραδείγματα;
Υπενθυμίζω, αυτοί όλοι αύριο θα χτυπάνε τις πόρτες της δημόσιας εκπαίδευσης και θα γίνουν «δάσκαλοι» των παιδιών σας.
Τους δίδεται η λέξη «φρούδος» και ο εξεταζόμενος ερμηνεύει: απότομα, με βία! Ελπίζετε τίποτε απ΄ αυτόν; Φρούδες ελπίδες!
Τους δίδεται η προστακτική «Απόδος» του ρήματος «αποδίδωμι». Ο ένας το θέλει «ουσιαστικό θηλυκού γένους γ΄ κλίσεως», ο άλλος «ουσιαστικό που σημαίνει γυμνός», άλλος το χαρακτηρίζει «μετοχή» και ο τετραπέρατος το αναλύει «α+ποδός, σημαίνει χωρίς πόδια»! Δοξάστε τον!
Η λέξη «γαστέρα» ερμηνεύεται «έγκυος», το ρήμα «λοιδορεί» σημαίνει, λέει ο πονηρούλης, «πορνεύω» και άλλος «καθυστερώ». Τη μετοχή «μειδιώσα» άλλος, που την έχει μεταφράσει σωστά, την ερμηνεύει: «συνοφρυώνομαι», άλλος την ερμηνεύει «μαδάω», άλλος «σιχαμερή» και άλλος «φοβιτσιάρα». Μειδιάστε, παρακαλώ!
Το «Ωδίνειν» (που να μην είχε ωδίνη η μάνα τους!) σημαίνει «αυτός που δίνει» ( ευτυχώς, όχι αυτός που το δίνει!).
«Ώναρ» (κράση του ώ όναρ) χαρακτηρίζεται «μόριο».
«Θέασαι» λέει το κείμενο, μεταφράζει σωστά «κοίτα» και στις παρατηρήσεις γράφει «τρέχω».
Τους δίδεται η προστακτική «κάθελε» («καθελών του ξύλου» που λένε τα εγκώμια;), ενώ το μεταφράζει σωστά «κατέβασε», το σημασιολογεί «τρίτο ενικό του θέλω»!
Το ρήμα «άπιθι» του άπειμι, απέρχομαι, από τον ένα σημασιολογείται ρήμα απυνθάνομαι = δεν πληροφορούμαι (!) και από τον άλλο: «γυμνός».
Λαθείν (του λανθάνω), ο ένας «απαρέμφατο του λαθώ, βοηθώ», ο άλλος «σκαπουλάρω»!
Η προστακτική του ρήματος έπομαι, έπου, μεταφράζεται «από πίσω». Άφεριμ!
Η δοτική «τοις Μήδοις» αποδίδεται από τον «υποψιασμένο»: «Η Μήδεια του Ευριπίδη».
«Ποιος, καλέ, είναι αυτός ο Κάλβος;»
Σταματώ εδώ. Κάποτε θεωρούσαμε αντιπαιδαγωγικό να σταχυολογούμε «μαργαριτάρια» και να γελάμε στις συναθροίσεις μας. Και ήταν. Διότι ήταν γλωσσικές αμαρτίες παιδιών του δημοτικού και του γυμνασίου και βέβαια όχι των καλύτερων μαθητών. Αλλά εδώ, φίλοι, είναι φοιτητές της Φιλολογίας, τριτοετείς και επί πτυχίω, που έδωσαν πριν από τέσσερα χρόνια εισαγωγικές εξετάσεις και εισήλθαν στη Φιλοσοφική Σχολή της επαρχίας και θεωρούνται υψηλόβαθμοι. Φέτος ανακοινώθηκε πως οι βάσεις των Φιλολογικών Τμημάτων ανέβηκαν γιατί οι υποψήφιοι αρίστευσαν στα Αρχαία Ελληνικά! Αλλά τι κάθομαι και γράφω, αφού το ποσοστό αποτυχίας στο ΑΣΕΠ πτυχιούχων φιλολόγων που φιλοδοξούν να γίνουν δημόσιοι εκπαιδευτικοί δάσκαλοι των παιδιών μας είναι απελπιστικό. Αφού υπάρχουν και φαινόμενα αποτυχόντων στο ΑΣΕΠ πριμοδοτημένων με μόρια που δίδαξαν ακόμη και τέσσερα χρόνια ως αναπληρωτές. Πράγμα που σημαίνει πως απέτυχαν ως φιλόλογοι, ενώ επί τέσσερα χρόνια δίδασκαν μαθητές, πιθανόν και υποψηφίους για τα ΑΕΙ και τη Φιλολογία! Ο ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ.
Υπάρχουν, θα πείτε δικαίως, και οι καλοί φοιτητές, αυτοί που εξετάστηκαν και πέτυχαν. Φυσικά, αλίμονο. Και αλίμονο δύο φορές, αφού δεν υπάρχει καμία διαφοροποίηση. Γιατί το σλόγκαν που κυκλοφορεί στα πανεπιστήμια είναι «ο εισερχόμενος εξέρχεται». Και όλοι μπαίνουν στον ίδιο λογαριασμό. Παλιότερα υπήρχε η επετηρίδα. Φωνάζαμε τότε να προηγούνται οι αριστούχοι και να μην είναι κριτήριο μόνο η χρονιά απόκτησης του πτυχίου. Έτσι περιμένοντας στην ουρά το στάρι και η ήρα, έσπευδαν τα ιδιωτικά και τα φροντιστήρια και τσιμπούσαν τους αναμένοντες τη σειρά τους αριστούχους. Καμιά δειγματοληψία γραπτών από το ΑΣΕΠ θα έχουμε; Γιατί πρόσφατα αριστούχα μαθήτριά μου που διαγωνίστηκε μού έλεγε πως στην αίθουσα που διαγωνίζονταν πιεζόταν από δύο συνυποψήφιες εκατέρωθεν να της ψιθυρίσουν «Ποιος, καλέ, είναι αυτός ο Κάλβος;».
στα ΝΕΑ (4 Οκτ 2008)
ΟΣΑ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΕΙΝΑΙ ΘΛΙΒΕΡΑ ΑΛΛΑ ΚΑΠΟΤΕ- ΓΙΑΤΙ ΟΧΙ ΤΩΡΑ;- ΠΡΕΠΕΙ, ΟΠΩΣ ΕΓΡΑΨΑ ΣΕ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΔΩ, ΝΑ ΑΝΤΙΚΡΥΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΗ ΤΗΣ ΜΕΔΟΥΣΑΣ ΚΑΤΑΜΑΤΑ
Στο προηγούμενο εκείνο κείμενο αναφέρθηκα στη ζητούμενη να ελεγχθεί ποιότητα των υποψηφίων φοιτητών στα ΑΕΙ. Και ζητούσα, για πολλοστή φορά, να έχουμε κάποια δείγματα-τεκμήρια των γραπτών τους, τόσο όσων αρίστευσαν όσο και όσων έπιασαν τη βάση και, απαραίτητα, όσων βαθμολογήθηκαν κάτω από τη βάση, για να δούμε επιτέλους ποια είναι η στάθμη όσων θα πάρουν τον δρόμο της επιστήμης, ποια τα βαρίδια και γιατί δεν πρέπει αστόχαστα να θρηνούμε που τέθηκε ως προϋπόθεση εισόδου στα πανεπιστήμια και στα ισότιμα πλέον ΤΕΙ η έρμη η βάση του 10.
Το άρθρο μου εκείνο όπως και ένα απαισιόδοξο και απελπισμένο SΟS που εξέπεμψε ο καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών κ. Ανδρέας Βοσκός στην «Καθημερινή» (21-9-2008) προκάλεσαν την αντίδραση και την απελπισία μέλους του διδακτικού προσωπικού επαρχιακού πανεπιστημίου που διδάσκει Αρχαία Ελληνική Γραμματεία (το όνομα στη διάθεση της εφημερίδας).
Επισημαίνει πως τα φαινόμενα αγραμματοσύνης των φοιτητών που διεκτραγωδεί ο κ. Βοσκός είναι αστεία μπροστά στα όσα παρατηρούνται σε γραπτά φοιτητών Φιλολογίας στο επαρχιακό πανεπιστήμιο. Οφείλονται ίσως, γράφει, στο ότι το Αθήνησι απορροφά καλύτερου επιπέδου φοιτητές. Τα τεκμήρια της επιστολής αναφέρονται σε φοιτητές προχωρημένων σπουδών, όχι πρωτοετείς, αλλά του ΣΤ΄ του Ζ΄ ή του Η΄ εξαμήνου (οκτώ είναι τα εξάμηνα στο πανεπιστήμιο) αλλά και σε φοιτητές που χρωστούν το μάθημα, ενώ έχουν περάσει σε φοίτηση τον τέταρτο χρόνο. Φοιτητές του «Τομέα Κλασικής Φιλολογίας». Εδώ σχολιάζω εγώ, για να πω ότι τα Κλασικά Τμήματα της Φιλολογίας θεωρούνται τα πλέον απαιτητικά σε σύγκριση με τα Νεοελληνικά ή τα Ιστορικά και Αρχαιολογικά, πολλώ μάλλον τα Ψυχολογικά, Φιλοσοφικά και Παιδαγωγικά, αφού απαιτείται βαθιά γνώση της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας ( από τον Όμηρο έως τον Ηρόδοτο, από τον Θουκυδίδη έως τον Δημοσθένη και από τον Αισχύλο έως τον Αριστοφάνη) και, βέβαια, της Λατινικής Γλώσσας ( από τον Βιργίλιο έως τον Οβίδιο, από τον Κάτουλλο έως τον Σαλούστιο και από τον Κικέρωνα και τον Σενέκα στον Πλαύτο και στον Τερέντιο). Ψιλά γράμματα, θα πείτε. Διαβάστε παρακαλώ.
Διδάχτηκε στο περασμένο εαρινό εξάμηνο μια κωμωδία του Αριστοφάνη. Προσήλθαν στην εξεταστική περίοδο του Ιουνίου 230 φοιτητές (είπαμε, σχεδόν στα πρόθυρα πτυχίου, υποψήφιοι εκπαιδευτικοί να φωτίσουν τα παιδιά μας). Επέτυχαν 75 και στις επαναληπτικές εξετάσεις του Σεπτεμβρίου προσήλθαν 165 και επέτυχαν 54! Θα πείτε, δύσκολο μάθημα, δύσκολα θέματα, ίσως αυστηρός ο καθηγητής. Αμ δε!
Η κωμωδία διδάχτηκε εξαντλητικά κυρίως γλωσσικά σε διδακτικό επίπεδο Λυκείου, σαν δηλαδή οι φοιτητές του τρίτου και του τετάρτου έτους του Κλασικού Τμήματος Πανεπιστημίου να ήταν μαθητές της Β΄ Λυκείου, όπου διδάσκεται π.χ. η «Αντιγόνη» (για να έχουμε μια αναλογία γλωσσικής τουλάχιστον τάξεως). Οι εξεταζόμενοι δεν δοκιμάστηκαν σε άγνωστο κείμενο, τους δόθηκε σε φωτοτυπία απόσπασμα της κωμωδίας που είχε διδαχθεί στο αμφιθέατρο. Έπρεπε να το μεταφράσουν (πράγμα που είχε γίνει στην αίθουσα και ασφαλώς το είχαν στη διάθεσή τους, αφήστε που κυκλοφορούν και είκοσι τουλάχιστον έγκυρες μεταφράσεις στη διάθεση των φοιτητών στην Πανεπιστημιακή Βιβλιοθήκη) και να απαντήσουν σε πραγματολογικές και γλωσσικές ερωτήσεις. Οι πραγματολογικές φυσικά είχαν να κάνουν με τα ιδεολογικά, δομικά, αισθητικά στοιχεία του κωμικού αποσπάσματος και τα γλωσσικά (κυρίως γραμματικά) για να ελεγχθεί η αρχαιομάθεια των φοιτητών και εμμέσως η κατανόηση του κειμένου. Ακούστε λοιπόν τα παράδοξα. Έχοντας οι εξεταζόμενοι αποστηθίσει τη μετάφραση, την παπαγάλιζαν γραπτώς. Υπήρχαν βέβαια και τεφαρίκια που δεν ήξεραν πού να σταματήσουν και μετέφραζαν δύο ή τρεις αράδες πριν από το τέλος του αποσπάσματος ή δύο τρεις αράδες παρακάτω!
Επειδή είχαν παπαγαλίσει και κάποια ρεάλια που είχαν κατατεθεί στη διδασκαλία, έγραφαν αυτό που ήξεραν απέξω και όχι αυτό που τους ζητούσαν. Π.χ. στην ερώτηση «ποιο είναι το θέμα, το περιεχόμενο της "Παράβασης"» της εξεταζόμενης κωμωδίας, απαντούσαν τι είναι η Παράβαση και ποια τα δομικά της μέρη, που το είχαν μάθει απέξω ερήμην της κωμωδίας. Αφού σε άλλη ερώτηση συλλαμβάνονταν να μην έχουν διαβάσει ολόκληρη την κωμωδία και να μη γνωρίζουν την εξέλιξη της υπόθεσης και τα πρωταγωνιστούντα πρόσωπα.
Το πλέον όμως κωμικοτραγικό ήταν η γλωσσική πανωλεθρία και για έναν πρόσθετο λόγο. Λέξεις που είχαν μεταφράσει σωστά, αφού είχαν ακρίτως παπαγαλίσει, όταν τους ζητήθηκε να τις τεχνολογήσουν και να τις σημασιολογήσουν (ομολογώ, έξοχη παγίδα του εξεταστή) έγραφαν άλλα αντ΄ άλλων.
Θέλετε παραδείγματα;
Υπενθυμίζω, αυτοί όλοι αύριο θα χτυπάνε τις πόρτες της δημόσιας εκπαίδευσης και θα γίνουν «δάσκαλοι» των παιδιών σας.
Τους δίδεται η λέξη «φρούδος» και ο εξεταζόμενος ερμηνεύει: απότομα, με βία! Ελπίζετε τίποτε απ΄ αυτόν; Φρούδες ελπίδες!
Τους δίδεται η προστακτική «Απόδος» του ρήματος «αποδίδωμι». Ο ένας το θέλει «ουσιαστικό θηλυκού γένους γ΄ κλίσεως», ο άλλος «ουσιαστικό που σημαίνει γυμνός», άλλος το χαρακτηρίζει «μετοχή» και ο τετραπέρατος το αναλύει «α+ποδός, σημαίνει χωρίς πόδια»! Δοξάστε τον!
Η λέξη «γαστέρα» ερμηνεύεται «έγκυος», το ρήμα «λοιδορεί» σημαίνει, λέει ο πονηρούλης, «πορνεύω» και άλλος «καθυστερώ». Τη μετοχή «μειδιώσα» άλλος, που την έχει μεταφράσει σωστά, την ερμηνεύει: «συνοφρυώνομαι», άλλος την ερμηνεύει «μαδάω», άλλος «σιχαμερή» και άλλος «φοβιτσιάρα». Μειδιάστε, παρακαλώ!
Το «Ωδίνειν» (που να μην είχε ωδίνη η μάνα τους!) σημαίνει «αυτός που δίνει» ( ευτυχώς, όχι αυτός που το δίνει!).
«Ώναρ» (κράση του ώ όναρ) χαρακτηρίζεται «μόριο».
«Θέασαι» λέει το κείμενο, μεταφράζει σωστά «κοίτα» και στις παρατηρήσεις γράφει «τρέχω».
Τους δίδεται η προστακτική «κάθελε» («καθελών του ξύλου» που λένε τα εγκώμια;), ενώ το μεταφράζει σωστά «κατέβασε», το σημασιολογεί «τρίτο ενικό του θέλω»!
Το ρήμα «άπιθι» του άπειμι, απέρχομαι, από τον ένα σημασιολογείται ρήμα απυνθάνομαι = δεν πληροφορούμαι (!) και από τον άλλο: «γυμνός».
Λαθείν (του λανθάνω), ο ένας «απαρέμφατο του λαθώ, βοηθώ», ο άλλος «σκαπουλάρω»!
Η προστακτική του ρήματος έπομαι, έπου, μεταφράζεται «από πίσω». Άφεριμ!
Η δοτική «τοις Μήδοις» αποδίδεται από τον «υποψιασμένο»: «Η Μήδεια του Ευριπίδη».
«Ποιος, καλέ, είναι αυτός ο Κάλβος;»
Σταματώ εδώ. Κάποτε θεωρούσαμε αντιπαιδαγωγικό να σταχυολογούμε «μαργαριτάρια» και να γελάμε στις συναθροίσεις μας. Και ήταν. Διότι ήταν γλωσσικές αμαρτίες παιδιών του δημοτικού και του γυμνασίου και βέβαια όχι των καλύτερων μαθητών. Αλλά εδώ, φίλοι, είναι φοιτητές της Φιλολογίας, τριτοετείς και επί πτυχίω, που έδωσαν πριν από τέσσερα χρόνια εισαγωγικές εξετάσεις και εισήλθαν στη Φιλοσοφική Σχολή της επαρχίας και θεωρούνται υψηλόβαθμοι. Φέτος ανακοινώθηκε πως οι βάσεις των Φιλολογικών Τμημάτων ανέβηκαν γιατί οι υποψήφιοι αρίστευσαν στα Αρχαία Ελληνικά! Αλλά τι κάθομαι και γράφω, αφού το ποσοστό αποτυχίας στο ΑΣΕΠ πτυχιούχων φιλολόγων που φιλοδοξούν να γίνουν δημόσιοι εκπαιδευτικοί δάσκαλοι των παιδιών μας είναι απελπιστικό. Αφού υπάρχουν και φαινόμενα αποτυχόντων στο ΑΣΕΠ πριμοδοτημένων με μόρια που δίδαξαν ακόμη και τέσσερα χρόνια ως αναπληρωτές. Πράγμα που σημαίνει πως απέτυχαν ως φιλόλογοι, ενώ επί τέσσερα χρόνια δίδασκαν μαθητές, πιθανόν και υποψηφίους για τα ΑΕΙ και τη Φιλολογία! Ο ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ.
Υπάρχουν, θα πείτε δικαίως, και οι καλοί φοιτητές, αυτοί που εξετάστηκαν και πέτυχαν. Φυσικά, αλίμονο. Και αλίμονο δύο φορές, αφού δεν υπάρχει καμία διαφοροποίηση. Γιατί το σλόγκαν που κυκλοφορεί στα πανεπιστήμια είναι «ο εισερχόμενος εξέρχεται». Και όλοι μπαίνουν στον ίδιο λογαριασμό. Παλιότερα υπήρχε η επετηρίδα. Φωνάζαμε τότε να προηγούνται οι αριστούχοι και να μην είναι κριτήριο μόνο η χρονιά απόκτησης του πτυχίου. Έτσι περιμένοντας στην ουρά το στάρι και η ήρα, έσπευδαν τα ιδιωτικά και τα φροντιστήρια και τσιμπούσαν τους αναμένοντες τη σειρά τους αριστούχους. Καμιά δειγματοληψία γραπτών από το ΑΣΕΠ θα έχουμε; Γιατί πρόσφατα αριστούχα μαθήτριά μου που διαγωνίστηκε μού έλεγε πως στην αίθουσα που διαγωνίζονταν πιεζόταν από δύο συνυποψήφιες εκατέρωθεν να της ψιθυρίσουν «Ποιος, καλέ, είναι αυτός ο Κάλβος;».
Ετικέτες
Ελληνική Κοινωνία,
Παιδεία
Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2008
ΔΟΞΑΣΤΕ ΤΗΝ
αναδημοσίευση από το Αντίβαρο
Η μεγάλη ιστορικός της εποχής μας, η κ. Ρεπούση της Γαλλικής φιλολογίας (δείτε τις βάσεις εισαγωγής), η καθηγήτρια (τίνι τρόπω;) της Παιδαγωγικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, ξαναχτύπησε. Κτύπησε διάνα, εκεί που μας πονά, εκεί που σήμερα δοκιμάζεται ο Ελληνισμός. Εκεί που οι Αννανιστές και οι νέο-οθωμανοί θέλουν βοήθεια, για να παραδώσουν τα πάντα στους Τούρκους. Εκεί όπου οι νεοταξικοί αφέντες ορίζουν τη πλήρη εξουδετέρωση του Ελληνικού στοιχείου. Αφού ξεστράβωσε τα δικά μας παιδιά με το επαίσχυντο βιβλίο της,, επιχειρεί τώρα να βάλλει στο χέρι τα Κυπριωτόπουλα.
Τι κι’ αν στη Κύπρο την περιφρονήσανε και κρίνανε το βιβλίο της ιστορικά απαράδεκτο. Οι νέοταξικοί δεν θίγονται εύκολα , όταν μάλιστα ο αφέντης προστάζει, νέο ξεκίνημα και νέους αγώνες. Ο Κίσιγκερ το είπε καθαρά, «χτυπήστε τους Έλληνες στη γλώσσα τους, στη Παιδεία τους, στην Ιστορία τους, για να τους εξαφανίσουμε». Όπως πάντα συμβαίνει σ’ αυτό το τόπο, έτσι και τώρα η ιστορικός μας έχει πολλά σημεία στήριξης. Το μεγάλο συγκρότημα τύπου, τηλεόρασης, εργολαβιών και όλων των συμπαρομαρτουμένων, μηδέ της μουσικής εξαιρουμένης, της έδωσε βήμα. Σε ποιόν άλλωστε θα το έδινε; Όποιος αρθρώνει έστω και ψελλιστά, πατριωτικό λόγο, είναι ες αεί αποκλεισμένος από τα μεγάλα συγκροτήματα. Αυτά που ονομάτισε πρεπόντως ο κ. Καραμανλής στου Μπαϊρακτάρη, Νταβατζήδες.
Έγραψε λοιπόν η μεγάλη ιστορικός, ένα άρθρο που απευθύνεται στα παιδιά της Κύπρου. Αξίζει να σας μεταφέρω αυτολεξί ένα απόσπασμα του δημοσιεύματος για να πάθετε εγκεφαλικό. «Τα παιδιά εκεί πρέπει να θυμούνται όσα η δική τους η καλή πλευρά θυμάται, και να αγνοούν όσα θέλει να ξεχάσει. Όσα η ίδια προκάλεσε στους Τουρκοκυπρίους για να εθνοκαθάρει τη Μεγαλόνησο από το «σύνοικο» στοιχείο». Φτιάχνει δική της ιστορία και λέει πράγματα που ούτε οι Τούρκοι, ούτε οι Αμερικάνοι θα τολμούσαν να πούν. Γιατί να τα πούν άλλωστε, αφού κελαϊδάνε καλύτερα τα δικά τους φερέφωνα, εντός των τειχών.
Πρέπει λοιπόν τα παιδιά της Κύπρου να ξεχάσουν την Ιστορία τους, των τεσσάρων χιλιάδων χρόνων και να θυμούνται μόνο, όσα η δική τους καλή πλευρά θέλει να θυμάται. Και τι θέλει να θυμάται η δική τους καλή πλευρά; ότι οι πατεράδες τους, κάνανε γενοκτονίες σε βάρος των Τουρκοκυπρίων, για να εθνοκαθάρουν την Κύπρο. Ο κ. Ντεκτάς μίλησε ευθέως ο άνθρωπος και είπε ότι αγνοούμενοι Ελληνοκύπριοι δεν υπάρχουν. Έχουν όλοι θαφτεί σε ομαδικούς τάφους στα κατεχόμενα. Και τι μ’ αυτό; Το αγνοούμε για να τα ρίξουμε όλα στους Έλληνες. Οι Τούρκοι είπαν ότι στην Ανατολία δεν υπάρχουν πια Έλληνες αιχμάλωτοι πολέμου. Τους έφαγε το σκοτάδι. Δηλαδή με τη θεωρία της Ρεπούση :Τα εγκλήματα της ΤΜΤ δεν τα έκαναν τα τσιράκια του Ντεκτάς.
Όμως αυτά δεν τα εξετάζει η ιστορικός. Στο Κοντεμένο δεν σκοτώσανε τους Ελληνοκυπρίους οι Τουρκοκύπριοι. Αυτή είναι η νέα είδηση. Όλα είναι ψέματα παιδιά της Κύπρου, γιατί κατά τη μεγάλη μας ιστορικό, για όλα φταίνε παντού και πάντα οι καταραμένοι Έλληνες… Πρέπει να θυμόσαστε παιδιά της Κύπρου, μόνο όσα οι νεοταξικοί και οι Νεοκύπριοι εντέλλονται. Αυτοί και μόνο αυτοί, είναι η δική σας καλή πλευρά όπως λέει η ιστορικός.
Έλεος!! Τσιμπηθείτε Έλληνες και ξυπνήστε επί τέλους. Δεν είναι εφιάλτης, είναι μια πραγματικότητα. Ελληνοκύπριοι, δε το ξέρατε και πρέπει να το μάθετε από τη νέα ιστορικό μας. Η ιστορία σας αρχίζει και τελειώνει στην Εθνοκάθαρση των Τουρκοκυπρίων. Μόνο αυτά πρέπει να ξέρουν τα παιδιά σας. Και σείς αγωνιστές τις ΕΟΚΑ που κάνατε το Έθνος περήφανο, δεν υπήρξατε ποτέ. Τα νιάτα που οδηγήθηκαν στην αγχόνη στον αγώνα ‘55-59 δεν είχαν ιδέα, ποια ήταν η ιστορική αλήθεια. Να όμως που χάραξε μια μέρα και η Ρεπούσιος αλήθεια, ήρθε και φώτισε τους νεαρούς Ελληνοκυπρίους. Δεν υπάρχει ιστορία ούτε για τα γεγονότα του 1950, ούτε για το ’31, ούτε το1878 και προ παντός ποτέ δεν υπήρξε η 9η Ιουλίου του 1821. Μια ιστορία γεμάτη Τουρκικά εγκλήματα, μια ιστορία γεμάτη με αίμα Ελλήνων ηρώων και μαρτύρων και πιο πολύ ακόμα, απλών Ελληνοκυπρίων, σβήστηκε με μια κονδυλιά, γιατί έτσι το απαιτούν σήμερα οι υπάλληλοι της επαναπροσέγγισης. Ο μεγάλος σφαγέας Χατζή Μπακή Αγάς δεν υπήρξε ποτέ.
Όλα αυτά τα καινοφανή που εξακόντισε κατά των παιδιών της Κύπρου, προσβάλλουν βάναυσα το Κυπριακό λαό. Ένα λαό που επιβίωσε μέσα από μύριες αντιξοότητες, από σκληρούς δυνάστες και επαγγελματίες Τούρκους σφαγείς ανθρώπων. Αυτούς που επιχειρεί σήμερα να εξαγνίσει η καθηγήτρια…και να τους αναγάγει σε θύματα Ελληνικής εθνοκάθαρσης. Απορώ πράγματι με τους επιζώντες αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Υπέκυψαν και αυτοί και δεν αντέδρασαν σ’ αυτή την προσβολή; Δεν αντέδρασαν αυτοί οι γνήσιοι Έλληνες στο κάλεσμα της καθηγήτριας στη μεγαλόνησο; Δε μπορώ να καλέσω από την άλλη ζωή, τη στρατιά των Κυπρίων εθελοντών του1940.
Καήμενε Εύζωνα λοχία Γιαλουρίδη της Κορυτσάς ανδρείε, σήκω να δείς το ρεζιλίκι μας. Και σύ Λοίζο που πήγες με το ταξί στο μέτωπο της Αλβανίας, τζάμπα πήγαν τα κόμιστρα. Εκεί ψηλά με το Λορέντζο που δείχνει με περηφάνια τη σφαίρα πούχει στη καρδιά για την Ελλάδα, κλαψτε εμάς τους ζωντανούς νεοέλληνες γιατί σε λίγο δεν θα υπάρχει «ποσπασιά» για τους προσκυνημένους. Παράγινε το πράγμα με τους ψευτοκουλτουριάρηδες και τους νεοταξικούς. Ποτέ πια δε θα ξαναπώ τη συνηθισμένη φράση ότι αυτές τις βλακείες τις λένε Έλληνες και γιαυτό βλάπτουν περισσότερο τα Ελληνικά συμφέροντα. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Αυτοί δεν είναι Έλληνες. Μπορεί να είναι κρυπτοτπουρκόσποροι, μπορεί είναι Φοίνικες, μπορέι Φράγγοι ή δεν ξέρω τι. Όμως Έλληνες δεν είναι. Δεν είναι ούτε καν προδότες. Είναι ξένοι, είναι αυτοί και οι οικογένειές τους, που δεν πρόσφεραν τίποτε στην Ελλάδα. Είναι εδώ κατ’ ανάγκη, γιατί το κορόιδο ο Ελληνικός λαός τους έχει τρελάνει στο χρήμα. Για νάμαι σωστός, όχι ο λαός αλλά αυτούς που εκλέγει ο Ελληνικός λαός, για να τον διοικήσουν. Διακόσιες είκοσι χιλιάδες πρόσφυγες δεν συγκίνησαν ποτέ τη καθηγήτρια;
Αυτά τα ανίερα που απευθύνει στα παιδιά της Κύπρου έπρεπε να πάει να τα πεί στο οδόφραγμα της Λήδρας. Εκεί να αντικρύσει τον απύθμενο πόνο των γυναικών των αγνοουμένων με τα μαύρα, που τριαντατέσσερα τώρα χρόνια στεγνώνουν ολημερίς και ολονυχτίς , περιμένοντας του αγαπημένους τους, που σκότωσαν οι δολοφόνοι Τούρκοι. Σ’ αυτές να πεί περί εθνοκάθαρσης του σύνοικου στοιχείου. Επειδή όμως ο πόνος των Ελληνίδων την αφήνει αδιάφορη, παραθέτω δυο στίχους του Μόντη για να εκφρασθεί ο πόνος της Κυπρίας γυναίκας που πόνεσε και δοκιμάστηκε..
«Μητέρα οι δρόμοι μας γέμισαν, αγέλαστους αξύριστους πατέρες με μαύρα πουκάμισα,
γέμισαν μαυροφορεμένα κορίτσια, γέμισαν γυναίκες που κρατάν και μας δείχνουν
τις φωτογραφίες των «αγνοουμένων» τους και μας ρωτάν αν τους είδαμε,
γυναίκες που καρφωσαν στα στήθια τους, τις φωτογραφίες των παιδιών τους
που δεν ξέρουν τι απέγιναν και μας ρωτάνε αν τους είδαμε.
Κ’ εμείς δεν έχουμε απάντηση και τους λέμε ψέματα….πως κρύβονται στο Πενταδάκτυλο…..»
Κανείς δεν είδε ποτέ μαυροφορεμένες Τουρκάλες από την άλλη μεριά του οδοφράγματος. Μόνο εσείς κ. Ρεπούση ανακαλύψατε την εθνοκάθαρση του σύνοικου στοιχείου. Κυρία καθηγήτρια εξηγείστε παρακαλώ αν μπορείτε στη δασκάλα του Ριζοκαρπάσου, την Ελένη τη Φωκά, πως έγινε η εθνοκάθαρση των Τουρκοκυπρίων. Θα μάθετε ότι από τους εικοσι έξι χιλιάδες εγκλωβισμένους επιζούν μόνο διακόσιοι πενήντα στη Καρπασία. Κάντε και μια βόλτα από τη Δερύνεια για να πείσετε και τους γονείς του Σολωμού και του Ισαάκ, ότι τα παιδιά τους σκοτώνανε Τούρκους. Όταν διαβάζω τις ιστορικές ανακρίβειες των νεοταξικών τρία καυτά ερωτήματα με τριγυρίζουν. Πρώτο, ποιος τους προστατεύει και έχουν παντού προσβάσεις. Θέλουμε να μάθουμε και έχουμε δικαίωμα προς τούτο. Δεύτερο απορώ με τον φανατισμό τους, που δεν τους αφήνει να δούν τίποτε τρωτό στο πιο αντιδημοκρατικό κράτος του κόσμου, τη Τουρκία. Τρίτο, ότι πρέπει ν επιτέλους να γίνει ξεκάθαρος για το λαό Ελλάδος και Κύπρου ο στόχος τους. Θέλουν να μας αποδυναμώσουν τελείως, ηθικά, πνευματικά και ιστορικά, για να είμαστε η εύκολη λεία; Δυστυχώς οι υπονομευτές ποτέ δεν μιλούν καθαρά. Το συνηθίζουν αυτό οι ραδιούργοι, γιατί είναι δόλιοι οι στόχοι τους. Δοξάστε τους.
Δ. Δήμου 25/09/2008
Η μεγάλη ιστορικός της εποχής μας, η κ. Ρεπούση της Γαλλικής φιλολογίας (δείτε τις βάσεις εισαγωγής), η καθηγήτρια (τίνι τρόπω;) της Παιδαγωγικής Σχολής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, ξαναχτύπησε. Κτύπησε διάνα, εκεί που μας πονά, εκεί που σήμερα δοκιμάζεται ο Ελληνισμός. Εκεί που οι Αννανιστές και οι νέο-οθωμανοί θέλουν βοήθεια, για να παραδώσουν τα πάντα στους Τούρκους. Εκεί όπου οι νεοταξικοί αφέντες ορίζουν τη πλήρη εξουδετέρωση του Ελληνικού στοιχείου. Αφού ξεστράβωσε τα δικά μας παιδιά με το επαίσχυντο βιβλίο της,, επιχειρεί τώρα να βάλλει στο χέρι τα Κυπριωτόπουλα.
Τι κι’ αν στη Κύπρο την περιφρονήσανε και κρίνανε το βιβλίο της ιστορικά απαράδεκτο. Οι νέοταξικοί δεν θίγονται εύκολα , όταν μάλιστα ο αφέντης προστάζει, νέο ξεκίνημα και νέους αγώνες. Ο Κίσιγκερ το είπε καθαρά, «χτυπήστε τους Έλληνες στη γλώσσα τους, στη Παιδεία τους, στην Ιστορία τους, για να τους εξαφανίσουμε». Όπως πάντα συμβαίνει σ’ αυτό το τόπο, έτσι και τώρα η ιστορικός μας έχει πολλά σημεία στήριξης. Το μεγάλο συγκρότημα τύπου, τηλεόρασης, εργολαβιών και όλων των συμπαρομαρτουμένων, μηδέ της μουσικής εξαιρουμένης, της έδωσε βήμα. Σε ποιόν άλλωστε θα το έδινε; Όποιος αρθρώνει έστω και ψελλιστά, πατριωτικό λόγο, είναι ες αεί αποκλεισμένος από τα μεγάλα συγκροτήματα. Αυτά που ονομάτισε πρεπόντως ο κ. Καραμανλής στου Μπαϊρακτάρη, Νταβατζήδες.
Έγραψε λοιπόν η μεγάλη ιστορικός, ένα άρθρο που απευθύνεται στα παιδιά της Κύπρου. Αξίζει να σας μεταφέρω αυτολεξί ένα απόσπασμα του δημοσιεύματος για να πάθετε εγκεφαλικό. «Τα παιδιά εκεί πρέπει να θυμούνται όσα η δική τους η καλή πλευρά θυμάται, και να αγνοούν όσα θέλει να ξεχάσει. Όσα η ίδια προκάλεσε στους Τουρκοκυπρίους για να εθνοκαθάρει τη Μεγαλόνησο από το «σύνοικο» στοιχείο». Φτιάχνει δική της ιστορία και λέει πράγματα που ούτε οι Τούρκοι, ούτε οι Αμερικάνοι θα τολμούσαν να πούν. Γιατί να τα πούν άλλωστε, αφού κελαϊδάνε καλύτερα τα δικά τους φερέφωνα, εντός των τειχών.
Πρέπει λοιπόν τα παιδιά της Κύπρου να ξεχάσουν την Ιστορία τους, των τεσσάρων χιλιάδων χρόνων και να θυμούνται μόνο, όσα η δική τους καλή πλευρά θέλει να θυμάται. Και τι θέλει να θυμάται η δική τους καλή πλευρά; ότι οι πατεράδες τους, κάνανε γενοκτονίες σε βάρος των Τουρκοκυπρίων, για να εθνοκαθάρουν την Κύπρο. Ο κ. Ντεκτάς μίλησε ευθέως ο άνθρωπος και είπε ότι αγνοούμενοι Ελληνοκύπριοι δεν υπάρχουν. Έχουν όλοι θαφτεί σε ομαδικούς τάφους στα κατεχόμενα. Και τι μ’ αυτό; Το αγνοούμε για να τα ρίξουμε όλα στους Έλληνες. Οι Τούρκοι είπαν ότι στην Ανατολία δεν υπάρχουν πια Έλληνες αιχμάλωτοι πολέμου. Τους έφαγε το σκοτάδι. Δηλαδή με τη θεωρία της Ρεπούση :Τα εγκλήματα της ΤΜΤ δεν τα έκαναν τα τσιράκια του Ντεκτάς.
Όμως αυτά δεν τα εξετάζει η ιστορικός. Στο Κοντεμένο δεν σκοτώσανε τους Ελληνοκυπρίους οι Τουρκοκύπριοι. Αυτή είναι η νέα είδηση. Όλα είναι ψέματα παιδιά της Κύπρου, γιατί κατά τη μεγάλη μας ιστορικό, για όλα φταίνε παντού και πάντα οι καταραμένοι Έλληνες… Πρέπει να θυμόσαστε παιδιά της Κύπρου, μόνο όσα οι νεοταξικοί και οι Νεοκύπριοι εντέλλονται. Αυτοί και μόνο αυτοί, είναι η δική σας καλή πλευρά όπως λέει η ιστορικός.
Έλεος!! Τσιμπηθείτε Έλληνες και ξυπνήστε επί τέλους. Δεν είναι εφιάλτης, είναι μια πραγματικότητα. Ελληνοκύπριοι, δε το ξέρατε και πρέπει να το μάθετε από τη νέα ιστορικό μας. Η ιστορία σας αρχίζει και τελειώνει στην Εθνοκάθαρση των Τουρκοκυπρίων. Μόνο αυτά πρέπει να ξέρουν τα παιδιά σας. Και σείς αγωνιστές τις ΕΟΚΑ που κάνατε το Έθνος περήφανο, δεν υπήρξατε ποτέ. Τα νιάτα που οδηγήθηκαν στην αγχόνη στον αγώνα ‘55-59 δεν είχαν ιδέα, ποια ήταν η ιστορική αλήθεια. Να όμως που χάραξε μια μέρα και η Ρεπούσιος αλήθεια, ήρθε και φώτισε τους νεαρούς Ελληνοκυπρίους. Δεν υπάρχει ιστορία ούτε για τα γεγονότα του 1950, ούτε για το ’31, ούτε το1878 και προ παντός ποτέ δεν υπήρξε η 9η Ιουλίου του 1821. Μια ιστορία γεμάτη Τουρκικά εγκλήματα, μια ιστορία γεμάτη με αίμα Ελλήνων ηρώων και μαρτύρων και πιο πολύ ακόμα, απλών Ελληνοκυπρίων, σβήστηκε με μια κονδυλιά, γιατί έτσι το απαιτούν σήμερα οι υπάλληλοι της επαναπροσέγγισης. Ο μεγάλος σφαγέας Χατζή Μπακή Αγάς δεν υπήρξε ποτέ.
Όλα αυτά τα καινοφανή που εξακόντισε κατά των παιδιών της Κύπρου, προσβάλλουν βάναυσα το Κυπριακό λαό. Ένα λαό που επιβίωσε μέσα από μύριες αντιξοότητες, από σκληρούς δυνάστες και επαγγελματίες Τούρκους σφαγείς ανθρώπων. Αυτούς που επιχειρεί σήμερα να εξαγνίσει η καθηγήτρια…και να τους αναγάγει σε θύματα Ελληνικής εθνοκάθαρσης. Απορώ πράγματι με τους επιζώντες αγωνιστές της ΕΟΚΑ. Υπέκυψαν και αυτοί και δεν αντέδρασαν σ’ αυτή την προσβολή; Δεν αντέδρασαν αυτοί οι γνήσιοι Έλληνες στο κάλεσμα της καθηγήτριας στη μεγαλόνησο; Δε μπορώ να καλέσω από την άλλη ζωή, τη στρατιά των Κυπρίων εθελοντών του1940.
Καήμενε Εύζωνα λοχία Γιαλουρίδη της Κορυτσάς ανδρείε, σήκω να δείς το ρεζιλίκι μας. Και σύ Λοίζο που πήγες με το ταξί στο μέτωπο της Αλβανίας, τζάμπα πήγαν τα κόμιστρα. Εκεί ψηλά με το Λορέντζο που δείχνει με περηφάνια τη σφαίρα πούχει στη καρδιά για την Ελλάδα, κλαψτε εμάς τους ζωντανούς νεοέλληνες γιατί σε λίγο δεν θα υπάρχει «ποσπασιά» για τους προσκυνημένους. Παράγινε το πράγμα με τους ψευτοκουλτουριάρηδες και τους νεοταξικούς. Ποτέ πια δε θα ξαναπώ τη συνηθισμένη φράση ότι αυτές τις βλακείες τις λένε Έλληνες και γιαυτό βλάπτουν περισσότερο τα Ελληνικά συμφέροντα. Πρέπει να το πάρουμε απόφαση. Αυτοί δεν είναι Έλληνες. Μπορεί να είναι κρυπτοτπουρκόσποροι, μπορεί είναι Φοίνικες, μπορέι Φράγγοι ή δεν ξέρω τι. Όμως Έλληνες δεν είναι. Δεν είναι ούτε καν προδότες. Είναι ξένοι, είναι αυτοί και οι οικογένειές τους, που δεν πρόσφεραν τίποτε στην Ελλάδα. Είναι εδώ κατ’ ανάγκη, γιατί το κορόιδο ο Ελληνικός λαός τους έχει τρελάνει στο χρήμα. Για νάμαι σωστός, όχι ο λαός αλλά αυτούς που εκλέγει ο Ελληνικός λαός, για να τον διοικήσουν. Διακόσιες είκοσι χιλιάδες πρόσφυγες δεν συγκίνησαν ποτέ τη καθηγήτρια;
Αυτά τα ανίερα που απευθύνει στα παιδιά της Κύπρου έπρεπε να πάει να τα πεί στο οδόφραγμα της Λήδρας. Εκεί να αντικρύσει τον απύθμενο πόνο των γυναικών των αγνοουμένων με τα μαύρα, που τριαντατέσσερα τώρα χρόνια στεγνώνουν ολημερίς και ολονυχτίς , περιμένοντας του αγαπημένους τους, που σκότωσαν οι δολοφόνοι Τούρκοι. Σ’ αυτές να πεί περί εθνοκάθαρσης του σύνοικου στοιχείου. Επειδή όμως ο πόνος των Ελληνίδων την αφήνει αδιάφορη, παραθέτω δυο στίχους του Μόντη για να εκφρασθεί ο πόνος της Κυπρίας γυναίκας που πόνεσε και δοκιμάστηκε..
«Μητέρα οι δρόμοι μας γέμισαν, αγέλαστους αξύριστους πατέρες με μαύρα πουκάμισα,
γέμισαν μαυροφορεμένα κορίτσια, γέμισαν γυναίκες που κρατάν και μας δείχνουν
τις φωτογραφίες των «αγνοουμένων» τους και μας ρωτάν αν τους είδαμε,
γυναίκες που καρφωσαν στα στήθια τους, τις φωτογραφίες των παιδιών τους
που δεν ξέρουν τι απέγιναν και μας ρωτάνε αν τους είδαμε.
Κ’ εμείς δεν έχουμε απάντηση και τους λέμε ψέματα….πως κρύβονται στο Πενταδάκτυλο…..»
Κανείς δεν είδε ποτέ μαυροφορεμένες Τουρκάλες από την άλλη μεριά του οδοφράγματος. Μόνο εσείς κ. Ρεπούση ανακαλύψατε την εθνοκάθαρση του σύνοικου στοιχείου. Κυρία καθηγήτρια εξηγείστε παρακαλώ αν μπορείτε στη δασκάλα του Ριζοκαρπάσου, την Ελένη τη Φωκά, πως έγινε η εθνοκάθαρση των Τουρκοκυπρίων. Θα μάθετε ότι από τους εικοσι έξι χιλιάδες εγκλωβισμένους επιζούν μόνο διακόσιοι πενήντα στη Καρπασία. Κάντε και μια βόλτα από τη Δερύνεια για να πείσετε και τους γονείς του Σολωμού και του Ισαάκ, ότι τα παιδιά τους σκοτώνανε Τούρκους. Όταν διαβάζω τις ιστορικές ανακρίβειες των νεοταξικών τρία καυτά ερωτήματα με τριγυρίζουν. Πρώτο, ποιος τους προστατεύει και έχουν παντού προσβάσεις. Θέλουμε να μάθουμε και έχουμε δικαίωμα προς τούτο. Δεύτερο απορώ με τον φανατισμό τους, που δεν τους αφήνει να δούν τίποτε τρωτό στο πιο αντιδημοκρατικό κράτος του κόσμου, τη Τουρκία. Τρίτο, ότι πρέπει ν επιτέλους να γίνει ξεκάθαρος για το λαό Ελλάδος και Κύπρου ο στόχος τους. Θέλουν να μας αποδυναμώσουν τελείως, ηθικά, πνευματικά και ιστορικά, για να είμαστε η εύκολη λεία; Δυστυχώς οι υπονομευτές ποτέ δεν μιλούν καθαρά. Το συνηθίζουν αυτό οι ραδιούργοι, γιατί είναι δόλιοι οι στόχοι τους. Δοξάστε τους.
Δ. Δήμου 25/09/2008
Ετικέτες
Εθνομηδενισμός,
Κύπρος,
Παιδεία
ΠΑΙΔΕΙΑ: «Η ΡΟΔΟΧΡΟΥΣ ΕΛΠΙΔΑ ΤΟΥ ΈΘΝΟΥΣ»
αναδημοσίευση από το Αντίβαρο
«Η πόλις ημών ανεμεστώθη δημοπιθήκων εξαπατώντων τον δήμον».
Αριστοφάνης. «Βάτραχοι, στιχ. 1083-1085
Εκτός της συνήθους αηδίας και αποστροφής που νιώθουμε αυτές τις ημέρες, που ξεβράζονται σωρηδόν οι πομπές και οι ανομίες «πατρικίων», πολιτικών και ρασοφόρων, μια βαθιά αγωνία και απογοήτευση διατρέχει το κοινωνικό σύνολο. Απογοήτευση για τα παρόντα, αγωνία για τα μέλλοντα. Έγραφε σ’ ένα στίχο του ο Καβάφης, μ’ εκείνη την εξαίσια δυσνόητη μαστορική του. «Η βοή τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων». Όλη αυτή η δυσοσμία που περιβάλλει την πατρίδα μας τίποτε το καλό δεν προοιωνίζεται. Και δεν είναι καιρός για μικροκομματικές χαιρεκακίες. Η προκοπή βρίσκεται στο «εμείς», αυτό είναι της πατρίδας. Το «εγώ», χωρίς το ευλογημένο «εμείς», χωρίς την ευαίσθητη σύναρση στην αγωνία του πλησίον, καταστρέφει τις πολιτείες. Θυμάμαι μια φράση του αγράμματου ήρωα, του Κολοκοτρώνη, φράση πετράδι, την οποία είπε τον Νοέμβριο του 1838, μιλώντας στην Πνύκα στους μαθητές των Αθηνών: «Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο για το άτομό σας αλλά να κοιτάξει το καλό της κοινότητας και μέσα εις το καλόν αυτό βρίσκεται και το δικό σας». Λόγια που παραπέμπουν σε μια ρήση του Περικλή στους αρχαίους Αθηναίους: «Καλώς μεν γαρ φερόμενος ανήρ το καθ’ εαυτόν διαφθειρομένης της πατρίδος ουδέν ήσσον ξυναπόλλυται, κακοτυχών δε εν ευτυχούσι πολλώ μάλλον διασώζεται». (Θουκ., Β΄60). «Διότι άνθρωπος που ευδοκιμεί εις τας ιδιωτικάς του υποθέσεις, εάν η πατρίς του καταστραφεί, χάνεται κι αυτός μαζί της, ενώ είναι πολύ πιθανόν ότι θα σωθεί, εάν κακοτυχεί μεν ο ίδιος, η πατρίς του όμως ευτυχεί», μεταφράζει ο Ελευθέριος Βενιζέλος.
Κλείνω όμως εδώ τις προλογικές σκέψεις, γιατί άλλος είναι ο σκοπός της σημερινής γραφής. Αφιέρωμα το σημερινό σημείωμα, με αφορμή μια επέτειο, ξεχασμένη, απωθημένη στο ημίφως της ιστορικής μνήμης. 27 Σεπτεμβρίου του 1831, Κυριακή μέρα, 6.35’ το πρωί, δολοφονείται στο Ναύπλιο ο Ιωάννης Καποδίστριας.
Το αποτρόπαιο φονικό γίνεται έξω από τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνος. Συνήθιζε ο Κυβερνήτης να «λειτουργιέται» νωρίς «όρθρου βαθέος». Ο θάνατός του θεωρήθηκε «συμφορά διά την Ελλάδα». «Ο κακούργος όστις εδολοφόνησε τον Καποδίστριαν, εδολοφόνησε την πατρίδα του», θα πει θρηνώντας ο φίλος του και μεγάλος ευεργέτης της πατρίδας μας, Ελβετός φιλέλληνας Εϋνάρδος.
Στην ιστορία υπάρχουν πρόσωπα αδυσώπητα δορυκτητόρων – κατακτητών, που τα ονόματά τους κολυμπώντας στο αίμα της νίκης τους πέρασαν στην επικράτεια του θρύλου. Είναι στη φύση του ανθρώπου να θαυμάζει τους νικητές. Υπάρχουν όμως και άλλοι ήρωες, που τα τραγικά τους παθήματα είναι «κρημνά αρετής» (Κάλβος). Προσφέρουν στην ιστορική περιπέτεια τον έλεον και τον φόβον μιας πολύ πιο ανθρώπινης αναγνώρισης. Είναι οι ήρωες της ήττας. Αυτοί που «ποτέ από το χρέος μη κινούντες» δεν στρέφουν την πλάτη στην βεβαιότητα του θανάτου. Σ’ αυτό το είδος της τραγωδίας συναπαντιέται και ο Καποδίστριας, που αντί άλλης τιμής, φρόντισαν τα τωρινά πολιτικά ναυάγια, να συνδέσουν το όνομά του, μ’ ένα νόμο, που για πολλούς κατάντησε συνώνυμο ύβρεως. Ας είναι, «Πέφτουμε εμείς το έργο μας για την πατρίδα μένει», έλεγε ο Κυβερνήτης. Έχω ένα μικρό βιβλιαράκι, έκδοση του 1976. Περιέχει κείμενα του Καποδίστρια. Εκδόθηκε από τον «Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων». Πριν από μερικά χρόνια, τολμούσε ο εν λόγω «Οργανισμός», να εκδίδει και κάποιο βιβλίο εθνικού περιεχομένου, για να συμβάλλει στην ιστορική παιδαγωγία μαθητών και δασκάλων. Αφότου αλώθηκε από την νεοταξική γλίτσα και η λέξη «εθνικός» ποινικοποιήθηκε βλέπουν το φως της δημοσιότητας κουρελουργήματα τύπου Ρεπούση ή βιβλία γλώσσας που μορφώνουν τους Ελληνόπαιδες με συνταγές για επιτυχημένα «μακαρόνια με κιμά». Ερανίζομαι από το θαυμάσιο αυτό τευχίδιο κάποια κείμενα του Καποδίστρια, που επιβεβαιώνουν το γιατί η πρόωρη απώλειά του υπήρξε πράγματι συμφορά για τους Έλληνες.
Είχε συλλάβει εναργέστατα ο Καποδίστριας την ιδέα ότι για να ανορθωθεί ο λαός χρειάζεται σωστή Παιδεία «της ροδοχρόου ταύτης ελπίδος του Έθνους», όπως ο ίδιος την αποκαλεί σε μια επιστολή του.
Τι σχολείο όμως ονειρεύεται για τον λαό; «Τα σχολεία δεν είναι απλώς τόποι προσκτήσεως γνώσεων, αλλά κυρίως φροντιστήρια ηθικής, χριστιανικής και εθνικής αγωγής». Σήμερα και οι τρεις αυτές λέξεις που συνοδεύουν την αγωγή, είναι προγραμμένες, γι’ αυτό περισσεύουν η ανηθικότητα, η αθεΐα και η αφιλοπατρία. Γι’ αυτό και «νόμιμα» αλλά χωρίς ίχνος ηθικής, «κάποιοι», με ήθος κλεφτοκατσικάδικο, βρίσκονται με ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα στην ιδιοκτησία τους.
Δεν διαφεύγει, από το ανύστακτο ενδιαφέρον του για την Παιδεία, το ποιόν των «διδασκάλων». «Το συμφέρον και η εθνική φιλοτιμία θα υποκινηθώσι εξ ίσου, εάν το εκπαιδευτήριον προικισθεί με όλα τα μέσα της παραγωγής της παιδείας, εάν διδάσκαλοι διακεκριμένοι, επί φιλοθρησκεία και έρωτι προς την εθνικήν γλώσσαν και φιλολογίαν, εκλέγονται μεταξύ των Ελλήνων, οίτινες δικαίως υπολήπτονται εν τω κόσμω των γραμμάτων και επιστημών».
«Σχολείο ίσον δάσκαλος» και, κατά τον Κυβερνήτη, σωστός δάσκαλος είναι ο διακεκριμένος επί «φιλοθρησκεία», ο χριστιανός δάσκαλος, και ο «επί έρωτι» προς την γλώσσα μας. Γλώσσα και πίστη είναι τα δύο «τζιβαϊρικά πολυτίμητα», που αρδεύουν την εθνική μας συνείδηση.
«…Άρτου και χρημάτων ανάγκην έχομεν. Εγώ εκ των λειψάνων της μικράς μου περιουσίας έδωκα ήδη». Ό,τι βιος είχε το πρόσφερε στην πάμφτωχη πατρίδα. Έδινε παράδειγμα στον λαό, τον φιλοτιμούσε. Λέει κάπου ο Πλάτων: «Πολιτεία τροφή ανθρώπων εστίν, καλή μεν αγαθών, η δ’ εναντία, κακών». Η πολιτεία, είναι ανατροφή, διαπαιδαγώγηση ανθρώπων. Η καλή πολιτεία κάνει τους πολίτες «καλούς καγαθούς», το κακό κράτος εκφαυλίζει τους πολίτες. Το ήθος των πολιτών μολύνεται, όταν κυβερνούν αχαλίνωτοι φιλοχρηματίες, αδιάντροποι σαλταδόροι και λοιπά κηφηνοειδή.
Ελάχιστη υπόληψη τρέφει ο Καποδίστριας για την Ευρώπη: «Και εγώ αναγκαιότατον κρίνω να συλλέξωμεν και επαναγάγωμεν εις την Ελλάδα τους νέους Έλληνας, όσοι επί προφάσει μαθήσεως διαφθείρωνται εν Ευρώπη…». Η Ευρώπη, που για τους σημερινούς είναι «τόπος επαγγελίας», για τον συνετό Κυβερνήτη, είναι εστία διαφθοράς. (Εννοεί τις παραλυμένες θεωρίες της «πεφωτισμένης Ευρώπης» και του πέραν του Ατλαντικού πνευματικού παιδιού της, που ήδη γονατίζουν την οικουμένη).
«Δε με μέλει» γράφει «περί του τι λέγουσι και τι θα είπωσι περί εμού. Με ενδιαφέρει μόνον να ευρίσκωμαι εν ειρήνη προς την συνείδησήν μου, όπως και ευρίσκωμαι, χάρις τω Θεώ». Μπορεί κάποιος από τους εθνοσωτήρες της σήμερον, να καυχηθεί για το έργο του και να επαναλάβει αυτά τα λόγια. Δύσκολο. Οι συνειδήσεις τους έχουν μπαζωθεί….
Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος – Κιλκίς
«Η πόλις ημών ανεμεστώθη δημοπιθήκων εξαπατώντων τον δήμον».
Αριστοφάνης. «Βάτραχοι, στιχ. 1083-1085
Εκτός της συνήθους αηδίας και αποστροφής που νιώθουμε αυτές τις ημέρες, που ξεβράζονται σωρηδόν οι πομπές και οι ανομίες «πατρικίων», πολιτικών και ρασοφόρων, μια βαθιά αγωνία και απογοήτευση διατρέχει το κοινωνικό σύνολο. Απογοήτευση για τα παρόντα, αγωνία για τα μέλλοντα. Έγραφε σ’ ένα στίχο του ο Καβάφης, μ’ εκείνη την εξαίσια δυσνόητη μαστορική του. «Η βοή τους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων». Όλη αυτή η δυσοσμία που περιβάλλει την πατρίδα μας τίποτε το καλό δεν προοιωνίζεται. Και δεν είναι καιρός για μικροκομματικές χαιρεκακίες. Η προκοπή βρίσκεται στο «εμείς», αυτό είναι της πατρίδας. Το «εγώ», χωρίς το ευλογημένο «εμείς», χωρίς την ευαίσθητη σύναρση στην αγωνία του πλησίον, καταστρέφει τις πολιτείες. Θυμάμαι μια φράση του αγράμματου ήρωα, του Κολοκοτρώνη, φράση πετράδι, την οποία είπε τον Νοέμβριο του 1838, μιλώντας στην Πνύκα στους μαθητές των Αθηνών: «Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο για το άτομό σας αλλά να κοιτάξει το καλό της κοινότητας και μέσα εις το καλόν αυτό βρίσκεται και το δικό σας». Λόγια που παραπέμπουν σε μια ρήση του Περικλή στους αρχαίους Αθηναίους: «Καλώς μεν γαρ φερόμενος ανήρ το καθ’ εαυτόν διαφθειρομένης της πατρίδος ουδέν ήσσον ξυναπόλλυται, κακοτυχών δε εν ευτυχούσι πολλώ μάλλον διασώζεται». (Θουκ., Β΄60). «Διότι άνθρωπος που ευδοκιμεί εις τας ιδιωτικάς του υποθέσεις, εάν η πατρίς του καταστραφεί, χάνεται κι αυτός μαζί της, ενώ είναι πολύ πιθανόν ότι θα σωθεί, εάν κακοτυχεί μεν ο ίδιος, η πατρίς του όμως ευτυχεί», μεταφράζει ο Ελευθέριος Βενιζέλος.
Κλείνω όμως εδώ τις προλογικές σκέψεις, γιατί άλλος είναι ο σκοπός της σημερινής γραφής. Αφιέρωμα το σημερινό σημείωμα, με αφορμή μια επέτειο, ξεχασμένη, απωθημένη στο ημίφως της ιστορικής μνήμης. 27 Σεπτεμβρίου του 1831, Κυριακή μέρα, 6.35’ το πρωί, δολοφονείται στο Ναύπλιο ο Ιωάννης Καποδίστριας.
Το αποτρόπαιο φονικό γίνεται έξω από τον ναό του Αγίου Σπυρίδωνος. Συνήθιζε ο Κυβερνήτης να «λειτουργιέται» νωρίς «όρθρου βαθέος». Ο θάνατός του θεωρήθηκε «συμφορά διά την Ελλάδα». «Ο κακούργος όστις εδολοφόνησε τον Καποδίστριαν, εδολοφόνησε την πατρίδα του», θα πει θρηνώντας ο φίλος του και μεγάλος ευεργέτης της πατρίδας μας, Ελβετός φιλέλληνας Εϋνάρδος.
Στην ιστορία υπάρχουν πρόσωπα αδυσώπητα δορυκτητόρων – κατακτητών, που τα ονόματά τους κολυμπώντας στο αίμα της νίκης τους πέρασαν στην επικράτεια του θρύλου. Είναι στη φύση του ανθρώπου να θαυμάζει τους νικητές. Υπάρχουν όμως και άλλοι ήρωες, που τα τραγικά τους παθήματα είναι «κρημνά αρετής» (Κάλβος). Προσφέρουν στην ιστορική περιπέτεια τον έλεον και τον φόβον μιας πολύ πιο ανθρώπινης αναγνώρισης. Είναι οι ήρωες της ήττας. Αυτοί που «ποτέ από το χρέος μη κινούντες» δεν στρέφουν την πλάτη στην βεβαιότητα του θανάτου. Σ’ αυτό το είδος της τραγωδίας συναπαντιέται και ο Καποδίστριας, που αντί άλλης τιμής, φρόντισαν τα τωρινά πολιτικά ναυάγια, να συνδέσουν το όνομά του, μ’ ένα νόμο, που για πολλούς κατάντησε συνώνυμο ύβρεως. Ας είναι, «Πέφτουμε εμείς το έργο μας για την πατρίδα μένει», έλεγε ο Κυβερνήτης. Έχω ένα μικρό βιβλιαράκι, έκδοση του 1976. Περιέχει κείμενα του Καποδίστρια. Εκδόθηκε από τον «Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων». Πριν από μερικά χρόνια, τολμούσε ο εν λόγω «Οργανισμός», να εκδίδει και κάποιο βιβλίο εθνικού περιεχομένου, για να συμβάλλει στην ιστορική παιδαγωγία μαθητών και δασκάλων. Αφότου αλώθηκε από την νεοταξική γλίτσα και η λέξη «εθνικός» ποινικοποιήθηκε βλέπουν το φως της δημοσιότητας κουρελουργήματα τύπου Ρεπούση ή βιβλία γλώσσας που μορφώνουν τους Ελληνόπαιδες με συνταγές για επιτυχημένα «μακαρόνια με κιμά». Ερανίζομαι από το θαυμάσιο αυτό τευχίδιο κάποια κείμενα του Καποδίστρια, που επιβεβαιώνουν το γιατί η πρόωρη απώλειά του υπήρξε πράγματι συμφορά για τους Έλληνες.
Είχε συλλάβει εναργέστατα ο Καποδίστριας την ιδέα ότι για να ανορθωθεί ο λαός χρειάζεται σωστή Παιδεία «της ροδοχρόου ταύτης ελπίδος του Έθνους», όπως ο ίδιος την αποκαλεί σε μια επιστολή του.
Τι σχολείο όμως ονειρεύεται για τον λαό; «Τα σχολεία δεν είναι απλώς τόποι προσκτήσεως γνώσεων, αλλά κυρίως φροντιστήρια ηθικής, χριστιανικής και εθνικής αγωγής». Σήμερα και οι τρεις αυτές λέξεις που συνοδεύουν την αγωγή, είναι προγραμμένες, γι’ αυτό περισσεύουν η ανηθικότητα, η αθεΐα και η αφιλοπατρία. Γι’ αυτό και «νόμιμα» αλλά χωρίς ίχνος ηθικής, «κάποιοι», με ήθος κλεφτοκατσικάδικο, βρίσκονται με ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα στην ιδιοκτησία τους.
Δεν διαφεύγει, από το ανύστακτο ενδιαφέρον του για την Παιδεία, το ποιόν των «διδασκάλων». «Το συμφέρον και η εθνική φιλοτιμία θα υποκινηθώσι εξ ίσου, εάν το εκπαιδευτήριον προικισθεί με όλα τα μέσα της παραγωγής της παιδείας, εάν διδάσκαλοι διακεκριμένοι, επί φιλοθρησκεία και έρωτι προς την εθνικήν γλώσσαν και φιλολογίαν, εκλέγονται μεταξύ των Ελλήνων, οίτινες δικαίως υπολήπτονται εν τω κόσμω των γραμμάτων και επιστημών».
«Σχολείο ίσον δάσκαλος» και, κατά τον Κυβερνήτη, σωστός δάσκαλος είναι ο διακεκριμένος επί «φιλοθρησκεία», ο χριστιανός δάσκαλος, και ο «επί έρωτι» προς την γλώσσα μας. Γλώσσα και πίστη είναι τα δύο «τζιβαϊρικά πολυτίμητα», που αρδεύουν την εθνική μας συνείδηση.
«…Άρτου και χρημάτων ανάγκην έχομεν. Εγώ εκ των λειψάνων της μικράς μου περιουσίας έδωκα ήδη». Ό,τι βιος είχε το πρόσφερε στην πάμφτωχη πατρίδα. Έδινε παράδειγμα στον λαό, τον φιλοτιμούσε. Λέει κάπου ο Πλάτων: «Πολιτεία τροφή ανθρώπων εστίν, καλή μεν αγαθών, η δ’ εναντία, κακών». Η πολιτεία, είναι ανατροφή, διαπαιδαγώγηση ανθρώπων. Η καλή πολιτεία κάνει τους πολίτες «καλούς καγαθούς», το κακό κράτος εκφαυλίζει τους πολίτες. Το ήθος των πολιτών μολύνεται, όταν κυβερνούν αχαλίνωτοι φιλοχρηματίες, αδιάντροποι σαλταδόροι και λοιπά κηφηνοειδή.
Ελάχιστη υπόληψη τρέφει ο Καποδίστριας για την Ευρώπη: «Και εγώ αναγκαιότατον κρίνω να συλλέξωμεν και επαναγάγωμεν εις την Ελλάδα τους νέους Έλληνας, όσοι επί προφάσει μαθήσεως διαφθείρωνται εν Ευρώπη…». Η Ευρώπη, που για τους σημερινούς είναι «τόπος επαγγελίας», για τον συνετό Κυβερνήτη, είναι εστία διαφθοράς. (Εννοεί τις παραλυμένες θεωρίες της «πεφωτισμένης Ευρώπης» και του πέραν του Ατλαντικού πνευματικού παιδιού της, που ήδη γονατίζουν την οικουμένη).
«Δε με μέλει» γράφει «περί του τι λέγουσι και τι θα είπωσι περί εμού. Με ενδιαφέρει μόνον να ευρίσκωμαι εν ειρήνη προς την συνείδησήν μου, όπως και ευρίσκωμαι, χάρις τω Θεώ». Μπορεί κάποιος από τους εθνοσωτήρες της σήμερον, να καυχηθεί για το έργο του και να επαναλάβει αυτά τα λόγια. Δύσκολο. Οι συνειδήσεις τους έχουν μπαζωθεί….
Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος – Κιλκίς
Ετικέτες
Παιδεία
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)