Πέμπτη 28 Αυγούστου 2008

“ΝΕΑ ΤΑΞΗ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ” ΣΤΗΝ ΠΡΑΞΗ…

Θεόδωρος Ορέστης Σκαπινάκης
αναδημοσίευση από το Αντίβαρο
16 Αυγ 2008

Η αντίθεση Αριστεράς - Δεξιάς έχει εκπνεύσει προ πολλού. Όσοι επιχειρούν να αντιλαμβάνονται και να αποκρυπτογραφούν τις πολιτικές εξελίξεις με όρους Αριστεράς - Δεξιάς στην πραγματικότητα είναι σαν να προσπαθούν να ανοίξουν μία coca - cola με γαλλικό κλειδί! Η διαλεκτική αυτή έχει αντικατασταθεί από ένα νέο δίπολο διαμάχης: η “Νέα Τάξη Πραγμάτων” ή “Νέα Εποχή” εναντίον όσων αντιστέκονται σε αυτήν. Σε ανθρωπολογικό επίπεδο πρόκειται για την μάχη ανάμεσα στο μηδενιστικό Άτομο της Νέας Εποχής αποκύημα του αγώνα του νεωτερικού Ατόμου για απόλυτη ανεξαρτησία εναντίον όσων αναζητούν μια διέξοδο φυγής από την ηθική του μηδενισμού. Η αντίθεση αυτή δεν έχει ακόμη όνομα, κόμματα που τήν αντικατοπτρίζουν, παγιωμένες ιδεολογίες και λύσεις στα προβλήματα. Δεν έχει βαπτισθεί ακόμη, ωστόσο έχει γεννηθεί, ήδη βλέπουμε τις συνέπειες και σύντομα θα αναδείξει τους επόμενους ήρωες.

Τι σημαίνει, όμως, στην πράξη η προϊούσα επιβολή της “Νέας Τάξης Πραγμάτων” στην ελληνική πραγματικότητα;
  • Σημαίνει επίθεση στις ανθρώπινες σχέσεις, επίθεση στους συναισθηματικούς δεσμούς πάσης φύσεως: εθνικούς, κοινωνικούς, φιλικούς, οικογενειακούς, κοινοτικούς, ερωτικούς. Είναι δηλ. πρώτα απ’ όλα επίθεση στον Άνθρωπο, στο μοναδικό του γνώρισμα να δημιουργεί σχέσεις. Οι διαπροσωπικές σχέσεις, αν δεν απονεκρώνονται, μεταστοιχειώνονται σε συναλλακτικές στην “Νέα Τάξη Πραγμάτων”. Οι άνθρωποι δίνουν μόνον και μόνον για να πάρουν κάτι, με συναλλακτικό μέσο όχι πάντοτε το χρήμα, αλλά και άλλα «αγαθά», όπως το βύσμα, την γνωριμία, την πρόκριση, την υπεροχή, την αναγνώριση, τις σαρκικές απολαύσεις. Η Αγορά, λοιπόν, εισάγει τα ήθη της και μέσα στην Εκκλησία του Δήμου και μέσα στην Εκκλησία του Χριστού. Όλα (εκ)τρέπονται σε ήθη της Αγοράς ακολουθώντας την απλή “(εξ)οικονομική” προσταγή: «Γίνε μια τέλεια ‘ανεξάρτητη’ από κάθε δεσμό μονάδα, είτε αυτός ο δεσμός λέγεται πίστη, υπόσχεση, συγγένεια, φιλία, έρωτας, διότι είσαι η μόνη σημαίνουσα Αξία, κορυφή της πυραμίδας του συμπαντος». Στην πραγματικότητα, όμως, για το Σύστημα το «ουδείς αναντικατάστατος» είναι η προμετωπίδα στην πύλη κάθε μοντέρνας συλλογικής του οργάνωσης. Για το αυτονομημένο Σύστημα το άτομο είναι «ένα δισεκατομμύριο διά ενός δισεκατομμυρίου», μια μονάδα - γρανάζι που πρέπει να είναι προσηλωμένο στην εργασία υπέρ του Συστήματος. Το άτομο οφείλει να επιτύχει την ευτυχία του μέσα από τον εξορθολογισμό της δράσης του στην βάση της αποκλειστικά ατομικής του προόδου. Η αχαριστία, η αγνωμοσύνη και η ελευθεριότητα το χαρακτηρίζουν, διότι αποδεικνύονται στην πράξη πιο “χρήσιμα” ήθη στο πολύχρωμο, πολύβουο και υπεραπαιτητικό περιβάλλον του κατακερματισμένου και θρυμματισμένου σε δεκάδες μηχανικά Εγώ Ατόμου. Το μηδενιστικό Άτομο οργανώνεται στην βάση της ιδεολογικής ευκαμψίας, της υπολογιστικής οσφυοκαμψίας και του ηθικού χαμαιλεοντισμού και καλείται διαρκώς να ενσωματώσει στην προσωπικότητά του μηχανικά Εγώ, αυτονομημένα Εγώ, ρόλους με δική τους υπόσταση και ανάγκες, που ενεργοποιούνται για την περίσταση: ένα Εγώ για το επαγγελματικό περιβάλλον, ένα Εγώ για την οικογένεια, ένα Εγώ για το φιλικό περιβάλλον κοκ. Οι αρχές, οι αξίες και τα ιδανικά ενταφιάζονται ως παρωχημένες και επικίνδυνες συνήθειες, γιατί εμποδίζουν, γιατί δεσμεύουν, γιατί προϋποθέτουν ένα erga omnes συνεπές προς τον εαυτό του Εγώ.
  • Σημαίνει έναν τρόπο ζωής όχι μόνον ξένο, αλλά και αποξενωτικό. Η εμπιστοσύνη είναι ανύπαρκτη, καθώς η υστεροβουλία είναι ο κανόνας των πραγμάτων στην “Νέα Τάξη Πραγμάτων”, ο γνώμονας κάθε ανθρώπινης ενέργειας. Στο πολυπολιτισμικό πρότυπο της “Nέας Εποχής” η εμπιστοσύνη μεταξύ των γκετοποιημένων εθνών στα σοκάκια των παραμελημένων συνοικιών της μεγαλούπολης είναι όση και η εμπιστοσύνη μεταξύ λύκων. Ο γηγενής πληθυσμός τρέφει την ίδια εκτίμηση και η καχυποψία είναι αμοιβαία. Κάθε εθνοτική ομάδα αδιαφορεί για την τύχη της άλλης, όταν δεν εύχεται την καταστροφή της, προκειμένου να κερδίζει το πλεονέκτημα στην πιάτσα.
  • Σημαίνει στην Λεωφόρο Συγγρού να συνωστίζονται τα strip shows δίπλα στα νεόδμητα γραφεία πολυεθνικών. Ο σκληρά εργαζόμενος της Νέας Εποχής το πρώτο που σκέφτεται μόλις θα βγαίνει από την είσοδο της (sic) εκμετάλλευσης είναι μια χαλαρωτική επίσκεψη στους αρωματισμένους γλουτούς μιας μετανάστριας που χορεύει στα λαίμαργα χέρια και πόδια πελατών για την εξασφάλιση των προς το ζην.
  • Σημαίνει ενίσχυση των ‘σπουδών’ του υπερφυσικού (paranormal) εις βάρος του μεταφυσικού. Η αύξηση της ενασχόλησης με εξώκοσμα όντα, δαίμονες, μάγια, ταρώ, καμπάλες, μετενσαρκώσεις, σαηντολογίες και πάσης φύσεως ιδεοληψίες του νου κάνουν θραύση, αλλά κανείς, βέβαια, δεν τις αποδοκιμάζει με την ίδια τακτικότητα και μεθοδολογία, με τις οποίες συστηματικότητα επιτίθενται οι “New Age” κουλτουριάρηδες στην ορθόδοξη πίστη. Ο θιασώτης της “Νέας Εποχής” πολεμά στις τηλε-επάλξεις να μάς πείσει να περιφρονήσουμε τον Χριστό ή τον Αλλάχ, αλλά δεν τού καίγεται καρφί αν οι αστρολόγοι επελαύνουν σχεδόν σε κάθε περιοδικό, εφημερίδα και έντυπο που υπάρχει, αν οι πολιτικοί μας συμβουλεύονται χαρτορίχτρες και τσαρλατάνους. Στα ίδια τα έντυπα που συστηματικά επιτίθενται στην Ελλαδική Εκκλησία, υπάρχουν κατά κανόνα αναλύσεις για ζώδια, εξωγήινα φαινόμενα και ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί! Τα υπερφυσικά στην “Νέα Εποχή” απολαμβάνουν μια ασυλία πρωτόγνωρη για την “Εποχή της Γνώσης”, που αυτή επαγγέλλεται.
  • Σημαίνει αυτονόμηση του Συστήματος και των αναγκών του. Το Σύστημα, αντί να υπηρετεί τον Άνθρωπο, καταδυναστεύει αυτόν και τόν καθηλώνει στην υπηρεσία των αναγκών διαιώνισής του, δίχως να συνυπολογίζεται φυσικά το κόστος σε ανθρώπινες ζωές, αξιοπρέπεια κτλ. Ο Άνθρωπος ως ουσία και ως εκάστη ύπαρξη αναλώνεται χυδαία για την μακροημέρευση ενός Συστήματος που δεν το ελέγχουν πλέον ούτε οι ίδιοι οι εμπνευστές του.
  • Σημαίνει επικράτηση σάπιων ατόμων που παραδειγματίζουν την ελληνική κοινωνία μέσα από τηλεπαράθυρα, παράθυρα στον απατηλό κόσμο του star system, όπου άνθρωποι αμιλλώνται και συνωστίζονται για το ποιος θα εξευτελίσει και θα εξευτελιστεί πρώτος και περισσότερο. Ποιος θα κερδίσει το «εύγε» των ηλιθίων. Όλα θυσιάζονται στον οικτρό βωμό της τηλεδημοφιλίας, το νέο χρηματιστήριο απαξιών.- Σημαίνει να καταναλώνουμε χαμηλής ποιότητας υποπροϊόντα του αμερικανικού fast food super effect κινηματογράφου, όπου η τραγικότητα, η περιπέτεια και η ανθρώπινη υπόσταση είναι κάτι σαν σπάνια και εξωτικά μανιτάρια. Η δε ημεδαπή κινηματογραφική παραγωγή κινείται στα επίπεδα της χαμηλού κόστους φαρσοκωμωδίας με μπόλικα αισχρόλογα για μπόλικο αβίαστο γέλιο.
  • Σημαίνει να μην είμαστε ο εαυτός μας, αλλά μια συνισταμένη στερεοτύπων που καλλιεργούν διαφημιστικές εταιρείες και πολυεθνικές, καίτοι όλα τα διαφημιστικά μηνύματα μάς παροτρύνουν να είμαστε ο εαυτός μας αγοράζοντας το τάδε προϊόν για αποκτήσουμε το “υπερβατικά” όμορφο κορίτσι. Τα διαδεδομένα σήμερα “μοντέρνα” κουρέματα και τα “χλιδάτα” βαψίματα όλα πρωτοεμφανίστηκαν στο γυαλί στα πλαίσια διαφημίσεων για φαστφουντάδικα, κινητά και προϊόντα υψηλής διατροφικής ή τεχνολογικής αξίας.- Σημαίνει εισαγωγή νέων ηθών με άλλοθι τον περιλάλητο εξευρωπαϊσμό και τον φετιχισμό του “εκσυγχρονισμού”, όπως είναι η θέσπιση του “ελεύθερου συμφώνου αμοιβαίας δειλίας”, η προώθηση της “παρδαλήλας”, η επικράτηση της πάσης φύσεως φαιδρότητας, η πολύχρωμη κιτς εμφάνιση, το emo/gay look και attitude. Το “παρδαλό” δεν αφορά μόνον σε σεξουαλικές προτιμήσεις, αλλά στο ντύσιμο, στις αρχές που (δεν) επικρατούν, στην έλλειψη σπονδυλικής στήλης, στον μεταμοντέρνο ηθικό χαμαιλεοντισμό, στο κλίμα που επικρατεί στις τέχνες, τα γράμματα, τον κινηματογράφο, τις τηλεοπτικές σειρές, τις εκπομπές κτλ.
  • Σημαίνει την οργιώδη δράση δήθεν μη κυβερνητικών οργανώσεων που χρηματοδοτούνται αναφανδόν από κυβερνήσεις για να προλειαίνουν τα επόμενα βήματα της “Νέας Εποχής”. Μορφωτικές και πολιτισμικές πρωτοβουλίες, τροφοδοτούμενες από εύρωστα κεφάλαια του εξωτερικού ιδρυμάτων και εκατομμυριούχων αυτόκλητων “ευεργετών” επιστρατεύονται μέσα στην αναμπουμπούλα και τον κοινωνικοπολιτικό μαρασμό για να εκτελέσουν την “βρώμικη” δουλειά για λογαριασμό κυβερνήσεων που θέλουν να παρέμβουν σε θέματα εθνικής κυριαρχίας τηρώντας τα προσχήματα.
  • Σημαίνει να πριονίζουμε το κλαδί της Φύσης, πάνω στο οποίο καθόμαστε. Η υστερία με την οικολογία στα τρόφιμα, την στιγμή που ρυπαίνουμε μαζικά και, φυσικά, δηλητηριαζόμαστε μαζικά, είναι χαρακτηριστικό δείγμα της αντιφατικότητας και της “ανθρώπινης περιπέτειας”. Εν Ελλάδι οι ίδιοι πολιτικοί, δημοσιογράφοι και άλλοι επώνυμοι, που παριστάνουν τους οικολογικά ευαισθητοποιημένους και καλούν τα “ενοχοποιημένα” πλήθη να προσέξουν το περιβάλλον, σαρώνουν τα δάση και τις ακτές για να χτίσουν πολυτελείς βιλίτσες.
  • Σημαίνει νεοταξίτικα καρκινογόνα τρόφιμα, άνοστα και μπασταρδεμένα φρούτα, νερωμένους φυσικούς χυμούς και γάλατα, μολυσμένα νερά, έτοιμα “φθηνά” φαγητά, απομιμήσεις παραδοσιακών φαγητών, ανυπαρξία κυριακάτικου τραπεζιού, “νέες” γεύσεις και αναμείξεις χρωστικών και αρωματικών ουσιών, φυσικών συντηρητικών, ψωμάκια από συνθετικό αλεύρι, μεταλλαγμένα και “πλαστικά” λαχανικά που δεν σαπίζουν με ιερουργό αυτής της “μυστικής” συνταγής το ίδιο το ελληνικό κράτος.
  • Σημαίνει ανάπτυξη βασισμένη στον συνεχή συμβιβασμό εις βάρος του φυσικού περιβάλλοντος. Πρόκειται περί μιας διαρκούς επελάσεως/καταστροφής της φύσης, καθ’ όσον τον συμβιβασμό ακολουθεί άλλος συμβιβασμός και άλλος συμβιβασμός ώστε ο «συμβιβασμός» να είναι μια φενάκη, για όσους καταλαβαίνουν τι συμβαίνει ή έχουν χρόνο να σταθούν και να σκεφθούν ότι εκτός από το παρόν υπάρχει το παρελθόν και η προοπτική του μέλλοντος. Δεν υπάρχει προστασία του περιβάλλοντος, όσο οι πόλεις επεκτείνονται ανεξέλεγκτα, τα ποτάμια σκεπάζονται, τα ρέματα μπαζώνονται, ο ουρανός κρύβεται από τις δεκάδες κολώνες μία για το τρόλλεϋ, μία για το τραμ, μία για φωτισμό, μία για την κάμερα, μία για τα φανάρια, μία για τις πινακίδες, τα μνημεία στριμώχνονται και αμαυρίζονται από την μόλυνση και το χέρι των αντιεξουσιαστών, οι χώροι περιπάτου πνίγονται από τα υπεράριθμα οχήματα, τα κλαδιά θερίζονται στο όνομα της θέας μιας “νεκρής” φύσης.

****Προσωπικά, νοιώθω ότι εδώ στο “Αντίβαρο” πολεμούμε την “Νέα Τάξη Πραγμάτων” επιχειρώντας να επισημάνουμε την ανάγκη για μια “Νέα Γενεά Ανθρώπων”. Πιστεύω ότι το βάρος μας πρέπει να πέσει στο Υποκείμενο της Αλλαγής, όχι στις αποτυχημένες σοσιαλδημοκρατικές - ουτοπικές προσπάθειες και φρούδες ελπίδες για “αλλαγή των συνθηκών που θα αλλάξουν τα υποκείμενα”.Ο γνωστός συγγραφέας Θεόδωρος Ζιάκας στα βιβλία του οραματίζεται το νέο αυτό ανθρωπολογικό τύπο, το Πρόσωπο, στο οποίο στηρίζω και τις δικές μου ελπίδες για μια γνήσια αλλαγή, μια αλλαγή των ανθρώπων

Τετάρτη 27 Αυγούστου 2008

Ο ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΕΘΝΟΜΗΔΕΝΙΣΤΙΚΟΣ ΜΑΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ....

περιγράφεται σε δύο άρθρα του Γιάννη Μαρίνου που δημοσιεύτηκαν στο Κυριακάτικο Βήμα στις 10 και 24 Αυγούστου 2008. Η παρακμή είναι ολοφάνερη. Κυρίαρχη ιδεολογία, από την πρώτη στιγμή ώς σήμερα, ο μεταπρατισμός. Η οργάνωση του κράτους μιμητική, ριζικά άσχετη με τοπικές ιδιαιτερότητες, επιχώριους ιστορικούς εθισμούς, ντόπιες ανάγκες. H Ελληνική Iστορία, στα σχολεία και στα ΜΜΕ, στρεβλώνεταικαι κατασυκοφαντήται. O πατριωτισμός χλευάζεται σαν «εθνικισμός» και σχεδόν σαν φασισμός. Oι λαϊκές εθιμικές παραδόσεις έγιναν επίσης ύποπτες «ελληνοκεντρισμού», γι’ αυτό προβλήθηκε ένας λαϊκισμός «ψυχαγωγίας» με ταξικό και υποτιθέμενου προλεταριακού χαρακτήρα.
Στα πανεπιστήμια, στην εκπαίδευση, σε κάθε έκφανση κρατικής ευθύνης για τον πολιτισμό, η ιδεολογική τρομοκρατία ήταν απροσχημάτιστη, κάθε επιφύλαξη ή αντίρρηση για τον «προοδευτικό» διεθνισμό επέσυρε λασπολογία και διώξεις. Eνας μηδενιστικός αμοραλισμός που γιγαντώθηκε στα χρόνια της μεταπολίτευσης εκεμταλευόμενη τα σκοτεινά της Χούντας και της ταραγμένης Δημοκρατίας.

Ας δουμε λοιπόν τι λέει ο Γιάννης Μαρίνος :



Απόβλητος o Σωκράτης

Και πριν από 15 χρόνια είχα υποστηρίξει ως εξαιρετικά επείγουσα ανάγκη να παύσει να διδάσκεται στα σχολεία μας ο Σωκράτης και το παράδειγμά του. Δηλαδή - υπενθυμίζω - μολονότι καταδικασμένος σε θάνατο με βάση διαστρεβλωμένες απόψεις του και παραπλανητικές μαρτυρίες, κι ενώ μπορούσε να φυγαδευθεί από τις φυλακές, προτίμησε να πιει το κώνειο και να πεθάνει, παρά να ασεβήσει απέναντι στους θεσμούς και στη δημοκρατία. Γιατί δημοκρατία - για όσους το ξεχνούν - είναι κυρίως η νομιμότητα, ο σεβασμός των νόμων από όλους, άρχοντες και αρχομένους. Ο Σωκράτης δικάστηκε σύμφωνα με τους νόμους που ψήφισαν οι αθηναίοι πολίτες ελεύθερα και κατά πλειοψηφίαν, και από τη νόμιμη δικαστική αρχή, οι αποφάσεις της οποίας - ακόμη κι αν κρίνονται άδικες - θα πρέπει να είναι σεβαστές απ' όλους. Αυτά δίδασκε ο Σωκράτης και το παράδειγμά του. Και αυτό διδασκόμαστε στα σχολεία μας, μελετώντας τον πλατωνικό Κρίτωνα. Οχι όμως πια. Οπως έμαθα ο «Κρίτων» του Πλάτωνος αντικαταστάθηκε από τους «Ορνιθες» του Αριστοφάνη και τις βωμολοχίες του.

Καθώς ήδη ζούμε συνεχώς υπό εκβιαστικές απεργίες, καταλήψεις κτιρίων και γραφείων, διακοπή λειτουργίας συγκοινωνιακών μέσων, παρεμπόδιση συνεδριάσεων πρυτανικών αρχών ή διοικητικών συμβουλίων διαφόρων ΔΕΚΟ, οφείλουμε να προσέξουμε ότι οσάκις τα δικαστήρια αποφαίνονται ότι πρόκειται για συμπεριφορές παράνομες και καταχρηστικές κανενός δεν ιδρώνει το αφτί. Οι αποφάσεις αυτές σχεδόν ποτέ δεν γίνονται σεβαστές. Ούτε οι παρανομούντες τις σέβονται, ούτε οι αρμόδιες αρχές επιβάλλουν την εφαρμογή τους και τιμωρούν τους παραβάτες όπως προβλέπει η σχετική νομοθεσία.
Αλλά μήπως με τις καταλήψεις των σχολείων δεν γίνονται τα ίδια και χειρότερα; Μολονότι οι μαθητές, καθώς και οι συνεργαζόμενοι με τους καταληψίες καθηγητές και γονείς, παραβιάζουν τουλάχιστον 20 άρθρα του ποινικού νόμου και ποιος ξέρει πόσες άλλες ειδικές διατάξεις, εν τούτοις ούτε το κράτος επιβάλλει τη νομιμότητα ούτε οι δικαστικές αρχές. Το καλό παράδειγμα δίνουν φυσικά οι φοιτητές, ακριβέστερα δυναμικές μειοψηφίες τους, που όμως τις ανέχονται και τις υπερασπίζονται και οι πιο φιλήσυχοι. Αυτές έφθασαν να ματαιώνουν συνεδριάσεις πρυτανικών αρχών, να διακόπτουν ψηφοφορίες και να καταστρέφουν τις κάλπες, ενθαρρυνόμενοι από τα αριστερά κόμματα και αποκόμματα, και ιδιαίτερα από τον επικίνδυνο πια Συνασπισμό, όπως και από τις καθηγητικές συντεχνίες τους. Πρόσφατα προέκυψε και άλλη ιδιαιτερότητα αυτής της ατιμώρητης παραβατικής συμπεριφοράς. Οι πολιτικοί επιτρέπεται να συκοφαντούν και να υπονομεύουν την επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά οι θιγόμενοι δεν έχουν το εκ του νόμου προβλεπόμενο δικαίωμα να υπερασπίζονται την τιμή και τα νόμιμα συμφέροντά τους. Οπως χλεύαζε ο Οργουελ «όλοι οι πολίτες είναι ίσοι έναντι των νόμων αλλά μερικοί είναι πιο ίσοι».

Αυτό το αντισωκρατικό πρότυπο συνιστούν και οι σχεδόν καθημερινές καταστροφές βιτρινών, αυτοκινήτων, των πανεπιστημίων και κάθε δημόσιας περιουσίας από τους ανενοχλήτως κινούμενους κουκουλοφόρους, που και όταν συλλαμβάνονται επ' αυτοφώρω παραδίδονται λευκοί στην κοινωνία για να συνεχίσουν την ηροστράτεια δράση τους με τις ευλογίες ακόμη και της ενίοτε όντως τυφλής Δικαιοσύνης. Αλλωστε είχε προκύψει και άλλος μείζων λόγος για να ξαναδικαστεί ο Σωκράτης και να αποβληθεί από τη σχολική διδασκαλία ως εισάγων καινά δαιμόνια, τα οποία μπορεί να παρασύρουν τη νεολαία σε αμφιβολίες ως προς την άρχουσα αντιπατριωτική ιδεολογία που υποστηρίζεται με πάθος από «προοδευτικούς» διανοητές και πολιτικούς. Είναι ο Σωκράτης που είχε διακηρύξει ότι «μητρός τε και πατρός και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερον εστίν η πατρίς και σεμνότερον και αγιότερον». Ευκαιρία να τον πολιτογραφήσουν και αυτόν ως πρόγονό τους οι Σκοπιανοί.



Συνέντευξη με τον Αριστοφάνη

Κάθε καλοκαίρι μαζί με τις πυρκαϊές, τα εκατομμύρια τουρίστες και τα μπάνια του λαού αναπόφευκτος είναι στα αρχαία θέατρα και ο Αριστοφάνης. Και καθώς η πολιτεία μας του παραχώρησε την πρωτοκαθεδρία στα σχολικά βιβλία ρίχνοντας στις χωματερές της παιδείας τη σοφία του Σωκράτη (βλ. «Το Βήμα», 10/8), σκέφθηκε ο διαπρέψας στη διπλωματία και θεραπεύων εξίσου ευδόκιμα την ποίηση και τη λογοτεχνία συμφοιτητής και φίλος μου Γεώργιος Χριστογιάννης να «ζητήσει» μιαν επίκαιρη συνέντευξη από τον αθηναίο κωμωδιογράφο. Και ιδού το ευρηματικό αποτέλεσμα (σε μεταφρασμένα από τον Θρασύβουλο Σταύρου κείμενα του Αριστοφάνη, ο Χριστογιάννης προέταξε επίκαιρες για σήμερα ερωτήσεις):

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς σας φαίνεται η Αθήνα ύστερα από 2.373 χρόνια;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Την Αθήνα αν, γαλίφης κανείς, λαμπερή την ονόμαζε, ε, ό,τι ποθούσε του το δίνατε εσείς για να πει «λαμπερή», μιαν αξία που την έχει κι η... σαρδέλλα.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς εξηγείτε ότι η Αθήνα παρουσιάζει σήμερα τέτοιο χάλι;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Η πόλη αλαλιασμένη, κιτρινιάρα, μουλωχτή, έχαφτε ό,τι της πετούσαν κι έλεγε κι ευχαριστώ.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς βρίσκετε γενικά την κυκλοφορία των τροχοφόρων, τον θόρυβο, τα καυσαέρια;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Για όλα αυτά, πολίτες, φταίτε εσείς, που το δημόσιο χρήμα παίρνετε σε μισθούς. Το κέρδος το ατομικό κυνηγά ο καθένας κι η πολιτεία βαδίζει κούτσα κούτσα.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πού αποδίδετε την πολιτική και κοινωνική κακοδαιμονία μας;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Στη στήλη που χαράζουνε τους νόμους, μην το ξεχνάς, κατούρησες μια νύχτα. Κι αν πάει κανείς καλά για μια μέρα, ύστερα τα χαλάει για δέκα. Αν βγάλετε άλλον (ηγέτη) χειρότερα τα κάνει. Αυτό είναι το σύστημα: τα παλιά, τα γνωστά να πετούμε κι ευθύς να αρπαζόμαστε απ' ό,τι καινούργιο.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς είναι το δημοκρατικό μας πολίτευμα σήμερα; Πώς βλέπετε τους σημερινούς βουλευτές;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Αεροκοπανίζουνε πλάι στα... λουλουδάδικα. Οι μπακίρες μόνο κυκλοφορούν που κόπηκαν τελευταία κι είναι εκλεκτή η κοπή. Και τους καλογεννημένους φρόνιμους πολίτες μας, άντρες τίμιους και όπως πρέπει... τους προπηλακίζουμε και στις θέσεις βάζουμε όλες κάτι μούτρα μπρούτζινα, κάτι αχρείους και γιους αχρείων, ξένους, ρουσομάλληδες που ήρθανε στερνά, που η πόλη μήτε και για φαρμάκους στα παλιά καλά της χρόνια δεν θα τους δεχότανε...

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς βλέπετε τους πολιτικούς σήμερα;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Για ν' ανέβεις στην εξουσία, προσόντα δεν είναι ο χαρακτήρας και η παιδεία, είναι η αγραμματοσύνη και η ατιμία. Τ' άλλα ηγετικά προσόντα: πρόστυχο σόι, μαγκιά, φωνή κοπρίτη· όλα ακριβώς που χρειάζεται ο ηγέτης· μαντείες, Δελφών χρησμοί (σ.σ.: γράφε δημοσκοπήσεις) είναι σύμφωνα όλα.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Σήμερα εχθροί της Ελλάδος δεν είναι οι Πέρσες, αλλά οι Τούρκοι που δείχνουν επεκτατικές διαθέσεις. Πώς πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Από τους εχθρούς μαθαίνουμε οι έξυπνοι, η προφύλαξη διώχνει πέρα τους κινδύνους. Τούτο δεν μαθαίνεται από τον φίλο, ενώ ο εχθρός σ' αναγκάζει να το βρεις.

ΕΡΩΤΗΣΗ: Νομίζετε ότι στη διευθέτηση των ελληνοτουρκικών διαφορών μπορούν να συμβάλουν τα Ηνωμένα Εθνη, το ΝΑΤΟ, η ΕΟΚ;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: Δεν τα χωνεύω αυτά, Πρεσβείες, αποστολές και ματσαράγκες και παγωνιών φουσκώματα. Καϋμένη Αθήνα το νοιώθεις οι Πρεσβείες πως σε δουλεύουν;

ΕΡΩΤΗΣΗ: Πώς βλέπετε τους δημοσιογράφους της εποχής μας;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ: (Πάνε) με το σύστημα εκείνων που κυνηγούν τα χέλια. Σαν είναι η λίμνη ατάραχη δεν πιάνουν τίποτε. Οταν τη λάσπη ανακατέψουνε και την θολώσουν, πιάνουν.

(Η συνέντευξη αυτή, που πρωτοδημοσιεύθηκε στις 20 Μαρτίου 1986 στον «Οικονομικό Ταχυδρόμο», εμπεριέχεται στο βιβλίο «Αναδρομές» του Γ. Χριστογιάννη, εκδόσεις Σιδέρη).

ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ ΚΑΙ ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

Η ΔΥΣΚΟΛΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΣΗΜΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΝΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΕΙ ΤΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ

του Βλάση Αγτζίδη, Ph.D
αναδημοσίευση από το netschoolbook.gr

Η προσπάθεια αμφισβήτησης της γενοκτονίας των Ελλήνων στη Μικρά Ασία που έγινε πριν από λίγο καιρό και η εκκρεμότητα του προεδρικού διατάγματος που ενεργοποιούσε τον νόμο, που ομόφωνα ψήφισε η Βουλή των Ελλήνων, ανέδειξε πλήθος προβλημάτων. Μερικά από τα προβλήματα αυτά συνδέονται με την έλλειψη σεβασμού προς το δημοκρατικό πολίτευμα και τις αποφάσεις της Βουλής, άλλα συνδέονται με τη δυνατότητα κύκλων, που λειτουργούν με παρακρατικούς όρους, να υπαγορεύουν τη συμπεριφορά της πολιτείας. Σημαντικά όμως είναι και τα προβλήματα που σχετίζονται με τη δυνατότητα της σύγχρονης Ελλάδας και της ιστοριογραφικής επιστήμης, να αντιμετωπίσει με υπευθυνότητα μεγάλα ζητήματα, όπως η γενοκτονία των Ελλήνων -αλλά και των υπόλοιπων χριστιανικών ομάδων της νεοτουρκικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- από τον τουρκικό εθνικισμό. Στην Ελλάδα φάνηκε να επικρατεί η τάση της άρνησης της Ιστορίας, η οποία τα τελευταία χρόνια συγκροτεί ένα ευρύτερο ρεύμα ιστορικών αναθεωρήσεων.

Η αναθεωρητική στάση επί της Ιστορίας εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια ως απόπειρα αμφισβήτησης των γενοκτονιών που διέπραξαν αυταρχικές εξουσίες κατά εθνικών μειονοτήτων και άλλων κοινωνικών ομάδων. Η πιο πρόσφατη αναθεωρητική σχολή είναι αυτή που αμφισβητεί το Ολοκαύτωμα των Εβραίων και συνδέεται είτε με νεοναζιστικούς κύκλους, είτε με τον αντισημιτικό ισλαμισμό. Χαρακτηριστική μορφή της σχολής αυτής υπήρξε ο Ροζέ Γκαροντί, πάλαι ποτέ θεωρητικός του ευρωκομμουνισμού, του ρεύματος δηλαδή που στη χώρα μας εξελίχτηκε στην λεγόμενη «εκσυγχρονιστική αριστερά».


Κρατικός αναθεωρητισμός

Σημαντική αναθεωρητική σχολή επίσης είναι αυτή που αμφισβητεί τη Γενοκτονία των Αρμενίων και εκφράζεται από λίγους Αμερικανούς πανεπιστημιακούς, οι οποίοι οικονομικά συνδέονται άμεσα με τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες.

Παλαιότερα, υπήρχε διαδομένη η τάση της κρατικής άρνησης της Ιστορίας, κυρίως σε χώρες που δημιουργήθηκαν από αποικισμό και χαρακτηρίστηκαν από την πολιτική εξόντωσης των ιθαγενών. Στην κατηγορία αυτή ανήκαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Αυστραλία, η Νότια Αφρική, καθώς και οι παραδοσιακές αποικιακές χώρες, όπως η Μεγάλη Βρετανία, η Ρωσία, η Τουρκία, η Ιαπωνία, κ.ά. Στις περιπτώσεις αυτές, η επίσημη κρατική προπαγάνδα προσπαθούσε να υποβαθμίσει τη σημασία των γεγονότων και να δημιουργήσει στερεότυπα που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την εξόντωση των «βάρβαρων απολίτιστων ιθαγενών». Στη νεοτουρκική περίπτωση είχε χρησιμοποιηθεί η έκφραση: «Τα έθνη που απέμειναν από παλιά στην Αυτοκρατορία μας μοιάζουν με ξένα και βλαβερά χόρτα που πρέπει να ξεριζωθούν».

Σήμερα, η πολιτική του κρατικού αναθεωρητισμού για τις περισσότερες από τις χώρες που αναφέρθηκαν, έπαψε να ισχύει και αντικαταστάθηκε από την παραδοχή του αρνητικού παρελθόντος, την πολυπολιτισμική προσέγγιση και τον πολιτισμό τους. Χώρες, όπως η Ρωσία, που βρίσκεται σήμερα σε ένα πολιτικό και κοινωνικό μεταίχμιο, γεγονότα των δύο περασμένων αιώνων που σχετίζονται με τη ρωσική επέκταση, κυρίως στον Νότο (Κριμαία, Καύκασος) και συνοδεύτηκαν από γενοκτονίες των γηγενών λαών, καλύπτονται ακόμα πίσω από τη φιλολογία του αντιισλαμικού αγώνα.

Η πλέον έντονη περίπτωση οργανωμένης κρατικής πολιτικής αναθεώρησης της Ιστορίας μπορεί να εντοπιστεί σήμερα στην επίσημη Τουρκία, η οποία όχι μόνο δεν αποδέχεται τα δυσάρεστα γεγονότα του παρελθόντος, αλλά προσπαθεί να τα αντιστρέψει πλήρως. Ετσι, ισχυρίζεται και χρηματοδοτεί έρευνες που προσπαθούν να κατασκευάσουν Ιστορία και να αποδείξουν ότι οι Τούρκοι υπέστησαν γενοκτονία, είτε από τους Αρμένιους, είτε από τους Ελληνες του Πόντου.


Η νεοελληνική περίπτωση

Η προσπάθεια για κατηγοριοποίηση των περιπτώσεων άρνησης της Ιστορίας οδηγεί σε παράδοξα συμπεράσματα για την Ελλάδα. Η Ελλάδα συγκροτεί μια ιδιαίτερη κατηγορία χώρας, η οποία αρνείται τη δική της ιστορία και αποκρύπτει ή αμφισβητεί γενοκτονία που υπέστη μέρος του πληθυσμού της. Αποτελεί εξαιρετικά ενδιαφέρον θέμα μελέτης η μεγάλη διαφορά συμφερόντων μεταξύ κράτους -ως αυτονομημένου από την κοινωνία μηχανισμού- και των προσφυγικών ομάδων την επαύριο της Μικρασιατικής Καταστροφής. Ενδιαφέρον επίσης αποτελεί το γεγονός ότι εκείνη την εποχή και τα κόμματα της Αριστεράς είχαν την ίδια αντίληψη με τα συντηρητικά κόμματα (βλέπε το άρθρο: «Οι ευθύνες της Αριστεράς στο 1922», εφημ. «Η Καθημερινή», 21 Νοεμβρίου 1999, σελ. 31).

Για πρώτη φορά η παράδοση συγκάλυψης των γεγονότων που σχετίζονταν με τη Μικρασιατική Καταστροφή και τη γενοκτονία των ελληνικών πληθυσμών ανετράπη το 1994 με την αναγνώριση της γενοκτονίας στον Πόντο. Ομως η ολοκλήρωση της προσπάθειας των προσφυγικών οργανώσεων με τον νόμο του 1998 για τη γενοκτονία στο σύνολο της Μικράς Ασίας συνάντησε τη λυσσώδη και ίσως επιτυχή αντίδραση των συγκεκριμένων κύκλων που εξέφραζαν τον παραδοσιακό ελλαδικό συντηρητισμό.

Η προσπάθεια αμφισβήτησης της γενοκτονίας των Ελλήνων στη Μικρά Ασία πλέκεται γύρω από ένα καμβά, που μοιάζει πολύ με αυτόν που χρησιμοποιούν οι Αμερικανοί πανεπιστημιακοί, που χρηματοδοτούνται από το τουρκικό κράτος. Καταρχάς η γενοκτονία, είτε των Ελλήνων, είτε των Αρμενίων, δικαιολογείται με το πρόσχημα ότι αποτελεί σύμπτωμα του εθνικισμού και του έθνους - κράτους, ότι υπάρχει αμοιβαιότητα στις αγριότητες και δικαιολογημένη αντίδραση στην κατοχή της Σμύρνης από τα ελληνικά στρατεύματα. Οι «αρνητές» των ιστορικών γεγονότων αποκρύπτουν πλήρως το γεγονός της ύπαρξης πρόθεσης του νεοτουρκικού κράτους για εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών, επίσημα δηλωμένης από το 1911, οκτώ ολόκληρα χρόνια πριν από την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη. Αποκρύπτουν επίσης τον πραγματικό αριθμό των θυμάτων, που στην πλέον συντηρητική καταμέτρηση ξεπερνά τις οκτακόσιες χιλιάδες με βάση τη μελέτη Κιτρομηλίδη - Αλεξανδρή. Οτι η γενοκτονία είχε ήδη ξεκινήσει από το 1915 με πεντακόσιες χιλιάδες θύματα περίπου μέχρι το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, όπως προκύπτει από τη «Μαύρη Βίβλο» του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Οτι η ελληνική επέμβαση ήταν συνέχεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε άποψη των νικητών της Αντάντ. Οτι τη συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, αναδιατασσόταν πλήρως ο γεωπολιτικός χάρτης της περιοχής μας με την κατάρρευση και τη διάλυση της πολυεθνικής και μουσουλμανικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οτι ο μετασχηματισμός του πολυεθνικού οθωμανικού χώρου σε τουρκικό εθνικό αποτελούσε βιασμό της φυσικής και ιστορικής παράδοσης των επιμέρους περιοχών. Για την αναγκαιότητα απελευθέρωσης των υπόδουλων εθνών, είχε γράψει με έναν εξαιρετικά διορατικό τρόπο η Ρόζα Λούξεμπουργκ: «Η σημερινή μας θέση στο Ανατολικό Ζήτημα είναι να αποδεχτούμε τη διαδικασία διάλυσης της Τουρκίας σαν μια υπαρκτή πραγματικότητα και να μην κάνουμε τη σκέψη ότι θα μπορούσε ή έπρεπε κανείς να τη σταματήσει και να εκδηλώσουμε στους αγώνες για αυτοδιάθεση των χριστιανικών εθνών την απεριόριστη συμπαράστασή μας».


Ο νέος Φρύνιχος

Ισως το πλέον συμβολικό παράδειγμα για τις προσπάθειες συγκάλυψης της Μικρασιατικής Γενοκτονίας υπήρξε η πορεία της ταινίας «1922» του γνωστού σκηνοθέτη Νίκου Κούνδουρου. Η περιπέτεια της συγκεκριμένης ταινίας αποτελεί την πλέον αποκαλυπτική πράξη του νεοελληνικού αναθεωρητισμού. Βασισμένη σε αυθεντικές μαρτυρίες, γυρίστηκε το 1977-1978 με τη χρηματοδότηση του κρατικού Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (ΕΚΚ). Από την εποχή των γυρισμάτων (τρία μόλις χρόνια μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο) η Χουριέτ είχε καταγγείλει την ταινία, υποστηρίζοντας ότι έτσι «υπονομεύονται» οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες. Φυσικά το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών γνώριζε καλύτερους και αποτελεσματικότερους τρόπους διαμαρτυρίας. Οι τουρκικές αντιδράσεις απέδωσαν! Το ελληνικό υπουργείο Προεδρίας αρνήθηκε να δώσει άδεια προβολής στην ταινία, κάτι που ήταν απαραίτητο για να βγει στις αίθουσες. Επί πλέον, το ΕΚΚ, το οποίο ήταν ιδιοκτήτης της ταινίας και είχε ως προϊστάμενη αρχή το υπουργείο Βιομηχανίας, δέσμευσε την ταινία στο εργαστήριο. Μια κόπια που παρανόμως κατάφερε να εξασφαλίσει ο Κούνδουρος προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αποσπώντας 9 βραβεία. Το υπουργείο Προεδρίας φοβούμενο την κατακραυγή δεν τόλμησε να απαγορεύσει την προβολή της ταινίας, η οποία παρέμενε δεσμευμένη στα συρτάρια του ΕΚΚ.

Η λαθραία κόπια στάλθηκε το 1982 (οκτώ χρόνια από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο) στο Διεθνές Φεστιβάλ Βουδαπέστης. Μισή ώρα πριν από την προβολή της, κατέφθασε από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών εντολή προς τον Ελληνα πρέσβη να εμποδίσει την προβολή της ταινίας. Ο Ελληνας πρέσβης ζήτησε με τη σειρά του από το ουγγρικό υπουργείο Εξωτερικών να εμποδίσει την προβολή της ταινίας. Πράγμα που έγινε! Λίγο αργότερα, με παρέμβαση του Μικρασιάτη, τότε υπουργού, Γιάννη Καψή έλαβε τέλος η ομηρία της ταινίας και το ΕΚΚ την παρέδωσε στον Νίκο Κούνδουρο. Ας σημειωθεί ότι με κοινή συμφωνία του σκηνοθέτη με το ΥΠΕΞ, η ταινία δεν θα έπρεπε να παιχτεί ποτέ -και ούτε έχει παιχτεί μέχρι σήμερα- στην ελληνική Θράκη.



Εν κατακλείδι

Τα γεγονότα που προαναφέρθηκαν συγκροτούν μέρος των σύγχρονων Λευκών Σελίδων. Η εξάλειψή τους αποτελεί ιστοριογραφικό καθήκον, που αφορά παράλληλα τη συλλογική μνήμη του νεότερου ελληνισμού. Διαπίστωση αποτελεί ότι, η ελλιπής ιστορική γνώση επηρεάζει τη σύγχρονη ελληνική ταυτότητα, με αποτέλεσμα να λαμβάνει διάφορες μορφές, πολλές φορές αλληλοαποκλειόμενες. Η εθνική ολοκλήρωση -με την έννοια της ισότιμης συμμετοχής όλων των ελληνικών ομάδων, καθώς και η σύνθεση των διαφορετικών ιστορικών εμπειριών σε μια ενιαία σύγχρονη ταυτότητα- μέσα στα στενά όρια του εθνικού κράτους στον Νότο της βαλκανικής χερσονήσου, αλλά και σ' ότι απέμεινε στην Κύπρο, παραμένει ακόμα ζητούμενο.

Τρίτη 26 Αυγούστου 2008

ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗ ΜΗΔΕΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΝΩΣΤΗ (λόγο του πατέρα της) ΞΕΝΙΑ ΚΟΥΝΑΛΑΚΗ


Κατά μάνα κατά κύρη κατά γιό και θυγατέρα, ή το μήλο κάτω από τη μηλιά θα πέσει όπως πολύ σοφά λέει ο λαός......και εξηγώ.

Η εφημερίδα"Καθημερινή" έκανε σήμερα μηδενιστική επίθεση στο μάθημα των Θρησκευτικών αλλά και της Ελληνορθόδοξης θρησκείας. Αποκαλεί οπισθοδρομικούς όσους πιστεύουν σε αυτά που λέει το βιβλίο αλλά και σκοταδιστές σε αυτούς που γράφουν τα βιβλία.

Συγγραφέας του μηδενιστικού άρθρου είναι η Ξένια Κουναλάκη, θυγατέρα του πρώην βουλευτή του Συνασπισμού Πέτρου Κουναλάκη, γνωστού οπαδού του Ελληνικού εθνομηδενισμού έγινε πασίγνωστη στους ανά το πανελλήνιο ιστολόγους γιατί στις 07 Φεβρουαρίου 2008 από την ‘Καθημερινή’ τους απεκάλεσε «ιερόδουλες του κυβερνοχώρου» ξεσηκώνοντας θύελλα σχολίων και αντιδράσεων . Την άκρως ενδιαφέρουσα αυτή ανακάλυψη την είχε κάνει το ιστολόγιο Niemandsrose [11/02/2008].

Κύρια Ξένια Κουναλάκη (θυγατέρα του Πέτρου Κουναλάκη) η θρησκεία, σε ορισμένα έθνη όπως στην Ελλάδα, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του πολιτισμού και της παιδείας. Είναι σημαντικό για τους Έλληνες που εργάζονται εκτός της χώρας τους να εξασφαλίσουν για τα παιδιά τους ελληνική παιδεία. Και το μάθημα των θρησκευτικών είναι άμεσα συνδεδεμένο με αυτή. Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι ενταγμένο στην παρεχόμενη από την Πολιτεία εκπαίδευση και υπηρετεί τους γενικούς σκοπούς της παιδείας, σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους Νόμους. Όπως όλα τα μαθήματα του ελληνικού σχολείου, έχει ως στόχο τη διαμόρφωση ελεύθερων και υπεύθυνων πολιτών, συμβάλλοντας με τις γνώσεις που παρέχει στην κριτική ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών, μέσα από τη γνωριμία του Χριστιανισμού, κατεξοχήν της Ορθοδοξίας αλλά και με την ενημέρωση και σπουδή και των άλλων ανά τον κόσμο θρησκευμάτων.

Παρά τον κεντρικό ρόλο της ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης στη δημόσια εκπαίδευση, η θρησκευτική αγωγή δεν συνδέεται καθόλου με το κατηχητικό έργο της Εκκλησίας, αλλά αποτελεί σαφώς παιδαγωγική αρμοδιότητα και ευθύνη της Πολιτείας. Το μάθημα των θρησκευτικών δεν αντιμετωπίζεται, δηλαδή, ως ένα ειδικό μάθημα αλλά ως ένα κανονικό μάθημα του σχολικού προγράμματος, ενταγμένο στην παρεχόμενη από την Πολιτεία εκπαίδευση. Ως εκ τούτου υπηρετεί τους γενικούς σκοπούς της παιδείας, όπως αυτοί ορίζονται από το Σύνταγμα και τους Νόμους. Η θρησκευτική αγωγή των μαθητών συνιστά όρο της ηθικής και πνευματικής τους ανάπτυξης και έχει ύψιστη παιδαγωγική και κοινωνική σημασία. Για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με το Νόμο 1566/85 (άρθρο 24) και 2525/97 (άρθρο 7), ο καταρτισμός των Προγραμμάτων Σπουδών και των Αναλυτικών Προγραμμάτων του μαθήματος αυτού, όπως και όλων των άλλων, είναι έργο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και όχι της Εκκλησίας όπως λέτε στο άρθρο σας Κα Ξένια Κουναλάκη(θυγατέρα του Πέτρου Κουναλάκη), ως ανεξάρτητης δημόσιας υπηρεσίας η οποία υπάγεται κατευθείαν στον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.

Ατυχώς για εσας τους εθνομηδενιστές, δεν είναι έτσι τα πράγματα διότι υπάρχουν σήμερα Έλληνες, ανεξαρτήτως ιδεολογιών και πεποιθήσεων, υπάρχουν και ελεύθεροι άνθρωποι που κάνουν αυτό που κάνουν αφιλοκερδώς, γιατί τους αρέσει, γιατί θέλουν να πουν κάτι διαφορετικό, γιατί θέλουν να αποκαλύψουν κάτι που τα στρατολογημένα σας ΜΜΕ δεν λένε, γιατί η κοσμοθεωρία και τα πιστεύω τους είναι πέρα και πάνω από ξινούς και χαιρέκακους ανθελληνισμούς του τύπου «είμαι σίγουρα ανθέλληνας και είναι καμάρι μου» [Καθημερινή, 10/07/2008, άρθρο της Ξένιας Copy Paste Κουναλάκη] και του σημερινού περί «σκοταδισμού και οπισθοδρομικούς όσους πιστεύουν σε αυτά που λέει το βιβλίο».

Κυριακή 24 Αυγούστου 2008

Ο,ΤΙ ΧΑΘΗΚΕ ΔΕΝ ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ

του Xρήστου Γιανναρά
αναδημοσίευση από την Καθημερινή
24-8-2008

Ποιο αντίκρισμα πραγματικής απειλής θα μπορούσαν να έχουν οι λέξεις «εθνική καταστροφή» για τον Ελληνισμό σήμερα;

Οι λέξεις σημαίνουν το ενδεχόμενο να διαμελιστεί το ελλαδικό έθνος-κράτος, να σμικρυνθεί εδαφικά ή να υποδουλωθεί. Να καταλυθεί η πολιτειακή του υπόσταση με ξενική κατοχή, να ακυρωθεί και τυπικά η αυτονομία του κράτους. Να στερηθούν οι υπήκοοι τις πολιτικές τους ελευθερίες, να προσαρτηθούν μεγάλα τμήματα χερσαίου ή θαλάσσιου χώρου από γείτονες.

Ολα τα παραπάνω ενδεχόμενα καταδείχνουν ότι μια υποθετική «εθνική καταστροφή» θα αφορούσε το σημερινό ελλαδικό έθνος-κράτος, όχι τον Ελληνισμό ως πρόταση πολιτισμού και παραγωγό ετερότητας βίου. Αν υπάρχει ακόμα τέτοια ενεργός πρόταση και αν παράγεται σήμερα ιδιοπροσωπία πολιτισμού στο κρατίδιό μας των ελληνώνυμων Βαλκανίων, είναι θέμα που δεν συναρτάται με το ενδεχόμενο «εθνικής καταστροφής». Και αν συναρτηθεί, θα χλευαστεί και θα αγνοηθεί σαν «εθνικιστική» ιδεοληψία.

Το ενδεχόμενο όμως «εθνικής καταστροφής» τρομοκρατεί και πανικοβάλλει (εθνικιστικότατα), ενώ η μάλλον συντελεσμένη ιστορική εξαφάνιση ελληνικής πρότασης πολιτισμού δεν μοιάζει να ενοχλεί κανέναν. Ο λόγος είναι προφανής: Η τυχόν υποταγή του κράτους ή τμημάτων του σε ξενική κυριαρχία, ο εδαφικός διαμελισμός ή η απώλεια της αυτονομίας του θα είχε οπωσδήποτε συνέπειες στην οικονομική, εργασιακή, επιχειρηματική κατάσταση του καθενός μας, θα ανέτρεπε ριζικά ή εν μέρει τη «βολή» μας, τα ατομικά μας συμφέροντα, την όποια καταναλωτική μας ευχέρεια. Ενώ την πολιτιστική εξαφάνιση του Ελληνισμού ούτε την καταλαβαίνουμε ούτε και ζημιώνει την ευζωία μας.

Ο καταναλωτισμός ως νοοτροπία και έμπρακτος ριζοσπαστικός ατομοκεντρισμός έχει εξαλείψει την ανάγκη του ανήκειν, η αίσθηση πατρίδας σώζεται μόνον στην ψυχολογική επένδυση που κάνουμε στις «εθνικές» αθλητικές μας εκπροσωπήσεις. Αν εισβάλλει εχθρός στο χωριό σου ή στην πόλη σου, φορτώνεις ό,τι προλάβεις στο ιδιωτικό σου αυτοκίνητο και φεύγεις. Πηγαίνεις οπουδήποτε, αρκεί να μην απειλείσαι. Θα βρεις οπωσδήποτε ένα σούπερ μάρκετ με τα ίδια που ήξερες καταναλωτικά αγαθά, χώνεσαι και σε κάποια δουλειά, τίποτα δεν αλλάζει. Δεν έχεις «εστία» να υπερασπίσεις, έτσι κι αλλιώς η στέγη σου είναι νοικιασμένη ή με δόσεις, σε «βωμούς» δεν πολυσυχνάζεις, τους νεκρούς σου, σαν προοδευτικός και ανοιχτόμυαλος, τους αποτεφρώνεις.

Ποιος ο λόγος να πολεμήσεις, τι αντίκρισμα έχουν στη ζωή σου η πατρίδα, ο πολιτισμός, τα πάτρια;

Αλλοτε ήταν αλλιώς, αλλά το άλλοτε δεν είναι τώρα.

Οταν ο Ελληνισμός υποτάχθηκε στους Ρωμαίους, ήταν μια «εθνική καταστροφή»;

Η Ιστορία έδειξε το αντίθετο: Χάρη και στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου που είχε προηγηθεί, η υποταγή στους Ρωμαίους δεν εμπόδισε την ελληνική πρόταση πολιτισμού να κυριαρχήσει στο τότε πεδίο των διεθνών ιστορικών εξελίξεων, για χίλια χρόνια. Και όταν ο μέγας κόσμος της ελληνορωμαϊκής «Οικουμένης» (ο ψευδωνύμως και για χλευασμό αποκαλούμενος «Βυζάντιο») κατέρρευσε, ο Ελληνισμός ασφαλώς και έπαψε να επηρεάζει την εξέλιξη του πολιτισμού. Αλλά δεν έπαψε να παράγει πολιτισμό σε συνθήκες εξαιρετικά δυσμενείς, κυριολεκτικά ζοφερές. Τέσσερις ολόκληρους αιώνες διέσωσε συνείδηση πολιτιστικής υπεροχής έναντι των κατακτητών του, έμπρακτη ετερότητα πολιτισμού σε κάθε έκφανση του βίου: Στην αρχιτεκτονική, στην ποίηση, στη μουσική, στη ζωγραφική, στη λαϊκή φορεσιά, στους κοινωνικούς θεσμούς, στο λαϊκό ήθος – οργανική, δημιουργική συνέχεια αδιάρρηκτης παράδοσης χιλιετιών.

Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για «καταστροφή» του Ελληνισμού (ιστορικό τέλος της ελληνικής πρότασης πολιτισμού και της παραγωγής πολιτισμού) με την ίδρυση του κοραϊκού - βαυαρικού κράτους. Το κράτος αυτό προκαθορίστηκε να είναι μεταπρατικό, να παράγει μίμηση. Η οργάνωση, οι θεσμοί, οι λειτουργίες του ήταν και παραμένουν δάνεια, πιθηκισμός ξένων προτύπων, αλλότριων αναγκών και εθισμών. Η «ελληνικότητά» του ήταν και είναι ένα άσαρκο εθνικιστικό ιδεολόγημα, εξ ορισμού ανίκανο να παραγάγει ετερότητα πολιτισμού.
Εσχατο έρεισμα επιβίωσης της ελληνικότητας παρέμεινε η γλώσσα. Γι’ αυτό και επικεντρώθηκαν εκεί πεισματικές, φανατισμένες προσπάθειες να ιδεολογικοποιηθεί επίσης το πεδίο, να δηλώνει η γλώσσα παραταξιακή ένταξη, να πάψει να κομίζει συνέχεια ζωής, μεταβίβαση βιωματικού φορτίου, διαχρονική ενότητα πολιτισμού. Κοραϊκοί καθαρευουσιάνοι και ψυχαρικοί δημοτικιστές, «συντηρητικοί» αρχαΐζοντες και «προοδευτικοί» λαϊκίζοντες, στρεβλωματικές τεχνητές διάλεκτοι του Ζαχαριαδισμού ή του Παπανδρεϊσμού, συγκρότησαν το διαβόητο «γλωσσικό πρόβλημα» του ελλαδισμού, που ήταν για δυο αιώνες ο καθρέφτης μιας εκούσια απεμπολημένης ελληνικής ταυτότητας.

Μετά την καταστροφή που επέφερε η μεταπρατική συγκρότηση του ελλαδικού έθνους - κράτος, επόμενο πλήγμα και βλάβη ανήκεστη ήταν ασφαλώς η ιστορική εξαφάνιση του Μικρασιατικού και Ποντιακού Ελληνισμού.

Χάθηκε η εκτός εθνικιστικού επαρχιωτισμού κοσμοπολίτικη ελληνικότητα. Αλλά καταστροφική διακοπή στο έσχατο έρεισμα συνέχειας του Ελληνισμού, στη γλώσσα, δεν υπήρξε. Αυτή η πραγματικά ιστορική καταστροφή συντελέστηκε στις μέρες μας: Με την επιβολή μιας τεχνητής «δημοτικής» ως κρατικής γλώσσας από τον Γεώργιο Ράλλη. Και με το έγκλημα επιβολής του μονοτονικού συστήματος γραφής από τον Ελευθέριο Βερυβάκη. Η ελληνική συνέχεια, έστω και μόνο γλωσσική, χάθηκε.

Τώρα πια, όποια «εθνική καταστροφή» κι αν επέλθει, θα αφορά μόνο πορτοφόλια και συναισθήματα. Ο τυχόν εδαφικός διαμελισμός, μια ξενική κατοχή, η απώλεια της κρατικής αυτονομίας θα ταλαιπωρήσει (ίσως) τις λιγότερο εύπορες τάξεις, αλλά καταστροφή με επιπτώσεις στον πολιτισμό και στην Ιστορία δεν θα είναι. Τι έχει να χάσει ο πολιτισμός, αν διαμελιστεί το Βέλγιο, η Ελβετία, το κράτος των Σκοπίων; Το ίδιο αδιάφορη για τη δυναμική της ανθρώπινης Ιστορίας θα είναι μια «εθνική καταστροφή» του σημερινού ελλαδικού κρατιδίου.

Δεν πρόκειται για «απαισιοδοξία» και «καταστροφολογία». Μόνο για υπόμνηση του προφανούς. Αν πραγματικά θέλουμε ανάκαμψη της ποιότητας και συνέχεια του συλλογικού μας βίου, όλες οι λειτουργίες του κράτους, και οι πιο τεχνικές, θα πρέπει να σκοπεύσουν στην άνοδο της κατά κεφαλήν καλλιέργειας. Και τέτοια ρεαλιστική πολιτική σκόπευση, με τις σημερινές ανήκεστα αχρηστευμένες πολιτικές δυνάμεις, δεν μπορεί να γίνει.

Σάββατο 23 Αυγούστου 2008

ΑΠΛΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ

Κωνσταντίνος Χολέβας
αναδημοσίευση από το Αντίβαρο
16 Αυγ 2008

Ακούμε συχνά ορισμένους συμπολίτες μας να διακηρύττουν ότι οι έννοιες του Έθνους, της Πατρίδας, της θρησκευτικής κληρονομιάς , της πολιτιστικής ταυτότητας κ.τ.ο. είναι «ξεπερασμένες». Ως δικαιολογία άλλοι μεν επικαλούνται μία νεφελώδη παγκοσμιοποίηση, άλλοι θυμίζουν την συμμετοχή μας στην Ευρ. Ένωση και άλλοι αναμασούν παρωχημένα συνθήματα ενός μαρξίζοντος διεθνισμού. Η διεθνής, όμως, πραγματικότητα, άλλα μάς διδάσκει και διαψεύδει τους αρνητές της εθνικής ταυτότητας, της εθνικής κυριαρχίας και της εθνικής αξιοπρέπειας. Και στην Ευρώπη και εκτός Ευρώπης οι λαοί που σέβονται τον εαυτό τους ρυθμίζουν την εσωτερική και εξωτερική τους πολιτική με γνώμονα την αξία του Έθνους και της εθνικής ταυτότητος . Ας θυμηθούμε ορισμένα πρόσφατα γεγονότα.

Η τελετή ενάρξεως των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου μάς οδηγεί σε λίαν ενδιαφέροντα συμπεράσματα. 40 χρόνια μετά από την Πολιτιστική Επανάσταση του Μάο κατά των θρησκευτικών παραδόσεων της Κίνας, βλέπουμε τους Κινέζους να εξαφανίζουν κάθε αναφορά στον Μάο Τσε Τουγκ και αντιθέτως να αναφέρονται τιμητικά στην θρησκευτική κληρονομιά της χώρας τους. Ο Μάο έλειπε τελείως από την τελετή. Αντιθέτως ήταν παρούσα η Πατρίδα, την οποία ύμνησαν από την αρχή της τελετής με το τραγούδι που τραγούδησε -ως γνωστόν με την φωνή άλλου κοριτσιού- η μικρή συμπαθής Κινέζα. Ο Κομφούκιος, τον οποίο προσπάθησε να γκρεμίσει ο Μάο, είναι και αυτός παρών στην πολιτιστική ζωή της Κίνας. Η Κινεζική κυβέρνηση έχει ιδρύσει το Ινστιτούτο «Κομφούκιος» με σκοπό την διάδοση της κινεζικής γλώσσας στο εξωτερικό. Στόχος του Ινστιτούτου είναι να δημιουργήσει πολλά παραρτήματα σε όλο τον Κόσμο και να γίνει κάτι αντίστοιχο με το Βρετανικό Συμβούλιο και το Ινστιτούτο Γκαίτε. Συμπέρασμα: Οι έννοιες της Πατρίδας και της θρησκευτικής κληρονομιάς παραμένουν σταθερές, ενώ ο Μάο που ενέπνευσε πολυάριθμους «επαναστάτες» ανά την Υφήλιο πέρασε στα αζήτητα!

Ερχόμαστε τώρα στην Ευρώπη: Όπως μάς πληροφορεί η γαλλική εφημερίδα LE FIGARO (13-8-2008), με την τροποποίηση του γαλλικού Συντάγματος, η οποία ενεκρίθη από την Βουλή και την Γερουσία στις 21-7-2008, θεσπίσθηκε ειδική διάταξη για την κρατική στήριξη και προστασία της παγκοσμίου γαλλοφωνίας. Η Γαλλία αναλαμβάνει να διατηρεί ειδικούς πολιτιστικούς δεσμούς και να καλλιεργεί την συνεργασία και την αλληλεγγύη με χώρες, οι οποίες χρησιμοποιούν την γαλλική γλώσσα. Οι Γάλλοι θεωρούν την γλώσσα τους θεμελιώδες στοιχείο πολιτιστικής ταυτότητας και επιπλέον την αξιοποιούν για να διαφημίσουν διεθνώς τον πολιτισμό τους και να αναπτύξουν την διπλωματία τους. Την ίδια ώρα βλέπουμε στην Ελλάδα και στην Κύπρο να υποβαθμίζεται η γλωσσική παιδεία των νέων μας και παρατηρούμε θλιβερά ελλείμματα ελληνογνωσίας από δημοσιογράφους του γραπτού και ηλεκτρονικού Τύπου.

Η υποστήριξη της γαλλοφωνίας δεν έχει μόνο πολιτιστική διάσταση. Φαίνεται ότι έχει και πολιτικές προεκτάσεις. Μία κατ’εξοχήν γαλλόφωνη εθνική ομάδα είναι οι Βαλλόνοι του Βελγίου, οι οποίοι βρίσκονται σε συνεχή διαμάχη με τους Φλαμανδούς (Ολλανδόφωνους). Ο βελγικός συνεταιρισμός κλονίζεται συθέμελα και ήδη αρχίζουν να γίνονται δημόσιες συζητήσεις για την πιθανότητα διασπάσεως του Βελγίου σε δύο κράτη. (Ερώτημα: Και οι Βρυξέλλες που φιλοξενούν τους ευρωενωσιακούς θεσμούς τί θα γίνουν; Ίσως πόλη –κράτος με ειδικό καθεστώς;). Και πάλι καταφεύγουμε στην LE FIGARO (29-7-2008) για να πληροφορηθούμε ότι σε πρόσφατη δημοσκόπηση το 49% των Βαλλόνων δήλωσαν ότι αν διαλυθεί η Βελγική Ομοσπονδία θέλουν να ενωθούν με τη Γαλλία. Χρήσιμο μάθημα για τους οπαδούς των Ομοσπονδιακών κατασκευασμάτων και ειδικά για τους κ.κ. Χριστόφια και Ταλάτ: Η εθνική ταυτότητα και το εθνικό συναίσθημα πολλές φορές είναι τόσο ισχυρά που απειλούν να κλονίσουν τα δυαδικά η πολυεθνικά ομοσπονδιακά κράτη. Παρά τις αφελείς δοξασίες των πάσης φύσεως διεθνιστών, η αξία του Έθνους, της ιστορικής συνείδησης, της πολιτιστικής ταυτότητας παραμένουν οι ισχυρότεροι παράγοντες των διεθνών σχέσεων.

Και επειδή βρισκόμαστε στην Ευρώπη ας έλθουμε λίγο πιο κοντά στα σύνορά μας. Στις 13 Αυγούστου τ.έ. η Σλοβενία ανακοίνωσε ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει την ένταξη της Κροατίας στην Ε.Ε. αν η κυβέρνηση του Ζάγκρεμπ δεν αποδεχθεί ορισμένες συνοριακές ρυθμίσεις υπέρ των Σλοβένων. Ναι, αγαπητοί φίλοι. Η Ευρώπη, την οποία επικαλούνται ως πρόσχημα οι οπαδοί του εθνομηδενισμού και των υποχωρήσεων, βρίθει παραδειγμάτων εθνοκεντρικής εξωτερικής πολιτικής. Η Σλοβενία, αν και συνυπήρξε με τους Κροάτες εντός της Αυστρουγγαρίας και εντός της Γιουγκοσλαβίας, απειλεί να αφήσει εκτός Ευρ. Ενώσεως τους γείτονες εξ αιτίας μιας μικρής συνοριακής διαφοράς. Άρα κάλλιστα και πολύ ... ευρωπαϊκά πράττει η ελληνική κυβέρνηση που απειλεί να αφήσει τα Σκόπια εκτός Ε.Ε. και ΝΑΤΟ λόγω ονόματος και ιστορικών πλαστογραφιών. Και ακόμη καλύτερα θα πράξει η επίσημη διπλωματία μας αν επιδείξει την ίδια πυγμή προς την Τουρκία.

Αυτά τα λίγα παραδείγματα ήσαν τελείως ενδεικτικά. Θα βρείτε πολλά άλλα αν μελετήσετε την διεθνή επικαιρότητα. Τελικά καταλήγω να πιστεύω ότι μόνο στην Ελλάδα προβάλλονται με τόση ένταση οι απόψεις που αποδομούν τις αξίες του Έθνους, της ιστορικής συνέχεις και της Ορθόδοξης θρησκευτικής μας κληρονομιάς. Είμαι βέβαιος ότι οι αποδομητές αποτελούν απλώς μία θορυβώδη μειοψηφία και ότι η πλειοψηφία των Ελλήνων ανά την Οικουμένη συνεχίζει να σέβεται τις εδραίες αξίες που μας βοήθησαν να αντισταθούμε στην ... παγκοσμιοποίηση των Ρωμαίων, των Σταυροφόρων, των Οθωμανών και των διαφόρων ολοκληρωτισμών.

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2008

Ο ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΘΝΟΜΗΔΕΝΙΣΤΕΣ

Υπάρχει μια κατηγορία ανθρώπων, σε πολλά πόστα εγκατεσπαρμένων στην Ελληνική κοινωνία, για τους οποίους διά πάσαν νόσον και πάσαν δυσπραγίαν υπεύθυνος είναι ο......... εθνικισμός!
Όχι βέβαια ο οποισδήποτε Εθνικισμός.
Μάλιστα, ο εθνικισμός των Ελλήνων.
Ο εθνικισμός των άλλων απλώς δεν υπάρχει ή συνήθως είναι απλός «αυτοπροσδιορισμός». Είναι προφανές ότι κατ' αυτούς ο εθνικισμός φταίει που δεν υπάρχει νοήμων ζωή στον Αρη. Ως άλλοι Εθνοφοβιστές του κιλού έχουν αναγορεύσει τον εθνικισμό στον καταλύτη που εξηγεί την ιλαρά, την αποτυχία μιας πράξης τους (λόγος, άρθρο, επιχείρημα κλπ), τις κατα εξακολούθησιν αποτυχημένες επιλογές μετρίων ανθρώπων -πλην όμως υπερφίαλων με πτυχίο αντιεθνικιστή.

Λες και ο αντιεθνικισμός είναι ένα είδος απαλλακτικού βουλεύματος για κάθε ολίγον κι ολίγιστον αλλά αρκετά θρασύ, ώστε να προσβάλλει με ρετσινιές όπως του «εθνικιστή» τους πολίτες που όφειλε να σέβεται κι έχει κληθεί να υπηρετεί.
Μία κλασική εθνοφοβική αντίληψη.
Επιτέλους πια με αυτήν την πιπίλα του εθνικισμού με αυτή την ευκολία και την ευχέρεια που έχουν ορισμένοι να προσβάλλουν βάναυσα και βάρβαρα εκείνους που τους πληρώνουν από το υστέρημά τους για να ψυχαγωγηθούν και να μάθουν μια λέξη (έστω μόνον μία) παραπάνω σε μια παράσταση, να βιώσουν μια ιδέα, να ζήσουν μια ευφροσύνη. Εμ τους πετάνε κατάμουτρα την αποτυχία τους οι εκλεκτοί, εμ τους βρίζουν κι από πάνω με ρετσινιές κι εύκολες συκοφαντίες.
Έχουν βάλει τη ταμπέλα εθνικιστής σε όποιο τολμήσει να μιλήσει, για πατρίδα, για άμυνα, για Ελληνοφροσύνη, με στόχο τη γελοιοποίηση και τη φίμωση. Σήμερα στην Ελλάδα σε οποιοδήποτε μέσο μαζικής ενημέρωσης δεν τολμά κανείς να μιλήσει για Ελληνικό πατριωτισμό, για ήρωες και γεγονότα που μας κάνανε ελεύθερους και περήφανους.
Όπως αναφέρει χαρακηριστικά ο Χρύσανθος Λαζαρίδης καταγγέλλουν τον εθνικισμό, αλλά στην πραγματικότητα φοβούνται τη δημοκρατία. Είναι περίεργα υβρίδια, τοπικές «αποφύσεις» μιας ευρω-γραφειοκρατίας, που χάνει ήδη όλες τις μάχες στην Ευρώπη.

Πρόσφατα μάλιστα οι συν αυτοίς «αντιεθνικιστές», συμπαρασταθήκανε στους Σκοπιανούς κλέφτες της Ελληνικής Ιστορίας και τους βεβαίωσαν ότι κακώς η Ελλάδα δεν συνηγορεί στην απαίτησή τους για το όνομα της Μακεδονίας κατατέθοντας στεφάνι σε ένα από τα σύμβολα του Σκοπιανού εθνικισμού.!!!

Αντί να προβληματισθούν, αντί να το ψάξουν το πράγμα, αντί να δώσουν εξηγήσεις -να γίνουν κατανοητοί, να διδάξουν το κοινό, το βρίζουν. Με αλαζονεία. Είναι πλέον ανυπόφορο...Είναι στοιχείο ταυτότητας των ολοκληρωτικών σχημάτων και των ολοκληρωτικής νοοτροπίας ανθρώπων στο
  • Nα μην απαντάνε στην κριτική, μόνο να μάχονται αυτόν που τους κρίνει.
  • Nα θέλουν να τον αποδείξουν οπωσδήποτε ανυπόληπτο, αναξιόπιστο, δίχως το κύρος που θα καθιστούσε υπολογίσιμη και με απήχηση την κριτική του.
  • Θέσεις και επιχειρήματα της κριτικής παρακάμπτονται, αγνοούνται.
  • Αυτό που ενδιαφέρει είναι να σπιλωθεί με κάθε τρόπο ο κριτής, να εξοντωθεί ηθικά, να διασυρθεί το όνομά του.
  • Με ερμηνείες φαντασιώδεις των προθέσεων και κινήτρων του, με έντεχνα υπονοούμενα και διφορούμενους υπαινιγμούς για το ήθος του, το παρελθόν του ή ότι άλλο προσφέρεται ως ομιχλώδης, αλλά γόνιμος για υποψίες, καταλογισμός.

Όπως λέει ο Χρήστος Γιανναράς στην Ελλάδα οι γενναίοι της υποταγής έχουν κατορθώσει να ενοχοποιήσουν ακόμα και τις λέξεις που τους ενοχλούν: Αλλοίμονο στον αφελή που θα μιλήσει για «ενδοτισμό» για «υπαγορευμένη πολιτική ελληνοτουρκικών σχέσεων», για «αφελληνισμένη παιδεία», για «συνειδήσεις παγιδευμένες στη διαπλοκή».

Θα τους πούνε Εθνικιστές οι Έλληνες Ταλιμπάν της Εθνοφοβίας.

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2008

Ελληνική συνέχεια και εθνικό μέλλον

Του ΠΕΡΙΚΛΗ ΝΕΑΡΧΟΥ
αναδημοσίευση από το "Παρόν της Κυριακής"
8 Απρ 2007

Ποιος φανταζόταν, λίγα χρόνια πριν, ότι θα φτάναμε στο σημείο να αντιμετωπίζουμε στο επίπεδο του επισήμου κράτους, στα ίδια τα σχολικά εγχειρίδια του υπουργείου Παιδείας, αμφισβήτηση της ελληνικής συνέχειας και της ίδιας της ιδέας του έθνους, του εθνικού κράτους και της εθνικής ιστορίας;

Θα φτάναμε, με απλά λόγια, στο σημείο να αντιμετωπίζουμε και να αντικρούομε «επιστημονικές» δήθεν απόψεις που υποστηρίζουν ότι η ιστορία της Ελλάδος αρχίζει μετά το 1821! Ότι, δηλαδή, είμαστε νεώτεροι των Αμερικανών. Ότι δεν υπάρχει καμιά ιστορική συνέχεια με το Βυζάντιο και την Αρχαία Ελλάδα! Ότι στόχος της Παιδείας μας δεν πρέπει να είναι η διδασκαλία της εθνικής ιστορίας και η διαμόρφωση πολιτών του εθνικού κράτους, αλλά η αποδόμηση της εθνικής ιδέας του εθνικού κράτους και της εθνικής ταυτότητας.

Δεν πρέπει να υπάρχει σχετικά καμιά παρανόηση. Αυτές είναι οι βασικές θέσεις που διαπερνούν ως ιδεολογία το περίφημο βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, πέρα από τα ασύγγνωστα λάθη κάθε είδους. Οι παλαιές θεωρίες Φαλμεράγιερ, εκσυγχρονισμένες από νεόκοπους ζηλωτές του εντός των τειχών και συνδυασμένες με τη νέα «πολυπολιτισμική» ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης του διεθνούς νεοφιλελευθερισμού και της νέας τάξεως, προβάλλονται ως νέα «επιστημονική» προσέγγιση. Ως νέα ιστορική «μεθοδολογία», με τη σημαία του μεταμοντερνισμού!

Το γεγονός ότι φτάσαμε σ' αυτό το σημείο σε μια χώρα που δικαιολογημένα σεμνύνεται για τη μοναδική ιστορική και πολιτισμική της κληρονομιά δείχνει πόσο μακριά έχει πάει η χώρα στη σκάλα του κακού κατά τα τελευταία χρόνια. Το μέχρι πού μπορεί να φτάσει ο πολιτικός παραλογισμός, ο αποπροσανατολισμός, η επιβλαβής ξένη επιρροή, ο φενακισμός και η πολιτική αλλοτρίωση.

Ποιος άλλος λαός μιλά χωρίς διακοπή την ίδια γλώσσα από τον καιρό του Ομήρου και ψάλλει το «Τη Υπερμάχω» από τον 7ο αιώνα, ως διαχρονικό εθνικό ύμνο;

Δεν χρειάζεται, βεβαίως, να πάρει κανείς στα σοβαρά ανιστόρητες και υποκινούμενες από σκοπιμότητες αμφισβητήσεις και να επιστρατεύσει τα πολλά και αμάχητα τεκμήρια για την ελληνική συνέχεια και το ιστορικό βάθος της ελληνικής εθνικής ταυτότητας, που οι γνωστοί μεταμοντέρνοι απολογητές της παγκοσμιοποίησης προσπαθούν να παρουσιάσουν ως τεχνητό δήθεν κατασκεύασμα του 19ου αιώνα.

Αρκεί να αναλογισθεί κανείς ποιοι και πόσοι άλλοι λαοί έχουν μια γλώσσα που ομιλείται αδιάκοπα, μέσα στη διαχρονική της εξέλιξη, από τον καιρό του Ομήρου.

Μια γλώσσα που έγινε οικουμενική και ονομάτισε την αρχαία οικουμένη από την Ασία ως την Ευρώπη και τον Ατλαντικό, την Αφρική, τη Μεσόγειο, την Αίγυπτο, την Ιβηρική Χερσόνησο, τον Εύξεινο Πόντο, τον Καύκασο, τη Μεσοποταμία.

Μια γλώσσα που έδωσε στον κόσμο τις πιο βασικές έννοιες των ανθρωπιστικών αξιών, της δημοκρατίας, της φιλοσοφίας, των επιστημών. Μια γλώσσα που έγινε όχημα της νέας θρησκείας του χριστιανισμού και υπήρξε αποφασιστικός παράγων για την επικράτησή του. Σ' αυτή γράφτηκαν τα τρία από τα τέσσερα Ευαγγέλια, οι πράξεις των Αποστόλων, οι επιστολές του Αποστόλου Παύλου και τα δόγματα της νέας πίστεως.

Με αυτήν, τα ελληνικά γράμματα και τον πρωταγωνιστικό ρόλο του ελληνικού στοιχείου στην ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έγινε δυνατή η ειρηνική μεταμόρφωσή της σ' αυτό που αργότερα ονομάσθηκε Βυζάντιο και αποτέλεσε το αυτοκρατορικό πλαίσιο του μεσαιωνικού Ελληνισμού, με κέντρο την Κωνσταντινούπολη με κοινό παρανομαστή τη χριστιανική αυτοκρατορική ιδέα, υπό την ορθόδοξή της εκδοχή.

Αυτοί που δεν θέλουν σκοπίμως, να βλέπουν καμιά συνέχεια λησμονούν ότι ο λαός της Κωνσταντινουπόλεως και του Βυζαντίου άρχισε να ψάλλει τον ύμνο «Τη Υπερμάχω» από τις αρχές ήδη του 7ου αιώνα και ότι ο ύμνος αυτός, όπως και τόσοι άλλοι, ψάλλεται αδιαλείπτως μέχρι σήμερα από τον ελληνικό λαό, ως διαχρονικός εθνικός ύμνος, ανεξάρτητα από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως και την πτώση του Βυζαντίου.

Αυτός ο ίδιος λαός διέσωσε, μέσα από τη δημοτική του μουσική και την προφορική παράδοση, τα ακριτικά του τραγούδια, το βυζαντινό μέλος και τόσα άλλα που τον συνδέουν με το Βυζάντιο και τον αρχαίο κόσμο. Ένας από τους μεγαλύτερους μουσικολόγους του κόσμου, ο Ελβετός Jean Band Bovy, ανεγνώρισε στον ρυθμό του τσάμικου και άλλων δημοτικών χορών και μελών αρχαίους ρυθμούς και αρχαία μέτρα της κλασικής εποχής.

Η νεοελληνική εθνική συνείδηση διαμορφώθηκε κατά τους τελευταίους αιώνες του Βυζαντίου

Δεν υπάρχει σήμερα καμιά αμφιβολία, για όσους τουλάχιστον αντιμετωπίζουν την Ιστορία ως «κτήμα εσαεί», κατά την περίφημη διατύπωση του Θουκυδίδη και όχι ως επιλεκτική και εύπλαστη ύλη προς ιδεολογίστικη διαστρέβλωση και χειραγώγηση, ότι η νεοελληνική εθνική συνείδηση διαμορφώθηκε κατά τους τελευταίους βυζαντινούς χρόνους.

Κατά τους χρόνους δηλαδή που η αυτοκρατορία ταυτίσθηκε πιο έντονα και πιο καθαρά με την ελληνορθόδοξη ταυτότητα.

Πρώτον, με τη συρρίκωνση των εδαφών της σε περιοχές αμιγώς ή κατά κύριο λόγο ελληνικές.

Δεύτερον, με τον διμέτωπο αγώνα που διεξήγαγε στην Ανατολή κατά των Τούρκων και της συνεχούς προελάσεώς τους και στη Δύση κατά των Νορμανδών, της παπικής εκκλησίας και των σταυροφόρων της Δ΄ Σταυροφορίας. Οι τελευταίοι κατόρθωσαν να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη το 1204. Στο θέμα αυτό, πέρα από την παλαιότερη ελληνική και ξένη βιβλιογραφία, είναι πολύ σημαντικό το σχετικό έργο συγχρόνων ιστορικών, όπως ο μεγάλος μαρξιστής ιστορικός Σβορώνος και η Ελένη Γλύκατζη Αρβελέρ του Πανεπιστημίου της Σορβόννης.

Το να υποστηρίζει κανείς ότι δήθεν αφετηρία της ελληνικής εθνικής ιδέας είναι ο 19ος αιώνας, σε συνδυασμό με την Ελληνική Επανάσταση του 1821 και την ιδέα του εθνικού κράτους, όπως τη διαμόρφωσε η Γαλλική Επανάσταση, αποτελεί κραυγαλέα αγνόηση της πραγματικότητας και σύγχυση για την έννοια του έθνους, δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με το εθνικό κράτος. Το έθνος προϋπάρχει του εθνικού κράτους. Σε διαφορετική περίπτωση, θα ήταν αδιανόητη μια εθνική επανάσταση χωρίς εθνική συνείδηση και ταυτότητα. Όχι μόνο η Επανάσταση του 1821 αλλά και οι άλλες συνεχείς επαναστάσεις και εξεγέρσεις καθ' όλη σχεδόν την περίοδο της Τουρκοκρατίας.

Είναι επίσης αδιανόητο το έθνος να ταυτίζεται με τα όρια του αρχικού ελληνικού κράτους, όπως γίνεται χονδροειδώς από τους συγγραφείς του βιβλίου Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού. Αφήνεται έτσι αιωρούμενο ότι άλλες ελληνικότατες περιοχές δεν ήταν ελληνικές ή ότι η απελευθέρωσή τους αποτελούσε ή αποτέλεσε «κατάληψη» ή «επέκταση».


Εθνικό κράτος και παγκοσμιοποίηση

Οι νεοφανείς αμφισβητήσεις που αναφέρθηκαν παραπάνω και εμφανίζονται με ψευδο-εκσυχρονιστικό ή ψευδο-προοδευτικό λόγο έχουν, προφανώς, άμεση σχέση με τις εξελίξεις που ακολούθησαν την κατάρρευση του ανατολικού συνασπισμού και τη δρομολόγηση από τις ΗΠΑ, ως επίσημης πολιτικής, της παγκοσμιοποίησης.

Η τελευταία έχει τεχνικό υπόβαθρο τις επαναστατικές εξελίξεις στον τομέα κυρίως των επικοινωνιών και των μεταφορών. Δεν πρέπει όμως να συγχέεται απλώς με τις τεχνολογικές εξελίξεις και να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι αντιπροσωπεύει ταυτόχρονα μια συγκεκριμένη πολιτική και στρατηγική. Οι τεχνολογικές εξελίξεις υπήρχαν και πριν από το 1989. Πριν δηλαδή από την πτώση του ανατολικού συνασπισμού. Η παγκοσμιοποίηση όμως εμφανίσθηκε, ως ολοκληρωμένη πολιτική, αμέσως μετά.

Ως πολιτική, δηλαδή, έθεσε στόχο:
  • να κεφαλαιοποιήσει τα κέρδη της νίκης
  • να παγιώσει τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό ως διεθνή οικονομική πολιτική
  • να αποτελέσει όχημα ηγεμονίας για τη νέα μοναδική υπερδύναμη.
Μέσα στις νέες αυτές συνθήκες της επιδιωκόμενης ενιαίας παγκόσμιας αγοράς, το εθνικό κράτος αντιμετωπίσθηκε με εχθρότητα. Τα εθνικά σύνορα, οι εθνικές κυριαρχίες, οι εθνικές πολιτικές και στρατηγικές αποτελούν φραγμούς και αναχώματα στη δημιουργία και απρόσκοπτη λειτουργία μιας παγκόσμιας αγοράς, κυριαρχούμενης από πολυεθνικές εταιρείες και διεθνείς γεωπολιτικές επιδιώξεις και στρατηγικές.

Με το ίδιο πνεύμα αντιμετωπίσθηκαν οι εθνικές ταυτότητες. Στην Ελλάδα, π.χ., που έχει, δυστυχώς, παράδοση ξένων εξαρτήσεων και «προστατών», οι ξένες προστάτιδες δυνάμεις, παρά την εγγενή τάση τους να υποβλέπουν της ελληνική εθνική συνέχεια και συνοχή και να προσπαθούν να ανακαλύψουν «μειονότητες», δεν έφτασαν ποτέ στο σημείο να αντιμετωπίσουν ως στρατηγικό συμφέρον και στόχο τη μετάλλαξη του ελληνικού εθνικού χώρου σε μεταεθνικό «πολυπολιτιστικό» χώρο. Αντιθέτως, αξιοποιούσαν τον ελληνικό εθνικισμό και την καπηλεία του ως ανάχωμα, κατά την πιο πρόσφατη περίοδο, στον κομμουνισμό, με τα γνωστά φαινόμενα, μεταξύ άλλων, της ακροδεξιάς.

Υπό τις σημερινές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης τα πράγματα άλλαξαν σημαντικά. Στον ευαίσθητο ιδιαίτερα χώρο των Βαλκανίων, η γενική πολιτική της παγκοσμιοποίησης, που επιδιώκει τη χαλάρωση των εθνικών συνόρων, των εθνικών αγορών, των εθνικών κυριαρχιών και των εθνικών ταυτοτήτων, διασυνδέεται με έναν πολύ αμεσότερο γεωπολιτικό στόχο: τη γεωπολιτική αναδιάρθρωση των Βαλκανίων με στόχο τη δομική αλλαγή των παραδοσιακών γεωπολιτικών ισορροπιών στην περιοχή αυτήν.

Είναι ένα θέμα που αφορά και επηρεάζει άμεσα την Ελλάδα και το οποίο πρέπει να το παρακολουθεί άγρυπνα και να παίρνει μέτρα για την κατοχύρωση των συμφερόντων και του μέλλοντός της.

Η πλειοδοσία σε πολιτικές παγκοσμιοποίησης, υπό οποιαδήποτε μορφή, δεν είναι η ενδεδειγμένη πορεία για την Ελλάδα. Είναι μια πορεία που μπορεί να υπονομεύσει καίρια και πολύ πιο γρήγορα απ' όσο ορισμένοι νομίζουν το εθνικό της μέλλον και την εθνική της ταυτότητα.

Η παγκοσμιοποίηση, που προβάλλεται με κοσμοπολίτικο πρόσωπο, χρησιμοποιεί ως ιδεολογικό πολιορκητικό κριό ψευδο-αριστερά παραδοσιακά συνθήματα. Δαιμονοποιεί το έθνος και ασκεί ιδεολογική τρομοκρατία, χρησιμοποιώντας την καταφανή υπεροπλία της στα ΜΜΕ και τις επιρροές που ασκεί σε όλους σχεδόν τους παραδοσιακούς πολιτικούς χώρους για να διαβάλει ως «εθνικιστές», ακραίους, «ρατσιστές» και «ξενόφοβους» όσους προβάλλουν αντίσταση και αντιμάχονται τις επιδιώξεις της.

Είναι γι' αυτόν τον λόγο που η γραμμή αντιστάσεως διαπερνά όλους τους πολιτικούς χώρους και συνενώνει δημοκρατικές και πατριωτικές δυνάμεις ανεξάρτητα από κομματικά σύνορα και κομματικούς εγκλωβισμούς.

Είναι εκκωφαντική, π.χ., η σιωπή της αξιωματικής αντιπολιτεύσεως πάνω στο μέγα θέμα της αποσιωπήσεως, της διαστρεβλώσεως και της ομολογούμενης αποδομήσεως της εθνικής Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού.

Η κατάσταση αυτή, όπως αναφέρθηκε στην αρχή, είναι δείγμα και σύμπτωμα μιας γενικότερης και βαθύτερης κρίσεως, μια πτυχή της οποίας είναι η καταστροφική πορεία της Παιδείας. Μια άλλη πτυχή, η σημαντικότερη, είναι η αποδεδειγμένη ανεπάρκεια του σημερινού πολιτικού συστήματος μπροστά τις κατεπείγουσες και μεγάλες προκλήσεις των καιρών.

Σάββατο 16 Αυγούστου 2008

ΟΙ ΑΠΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΕΘΝΟΜΗΔΕΝΙΣΤΗ ....

θα μπορούσε να λεγόταν σήμερα, οι απορίες που είχε διατυπώσει στον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο ένας από τους πιο γνωστούς Γάλλους Φιλλέληνες ιστορικούς 170 χρόνια πριν. Όπως αναφέρει ο Σπυρίδωνας Ζαμπέλιος ο Γάλλος δεν είχε και άδικο.!!!
Ξεφύλλισε τα βυζαντινά χρονικά, έψαξε κείμενα και μαρτυρίες που εραυνούσαν την στιγμή καιτά την οποία ο Μεσαιωνικός με το Αρχαιό ελληνικό εθνισμό θα συνταυτιζόνταν , αλλά καμμία απάντηση. Ο Ελληνισμός τους μεσαίωνα άφαντος.
Ας δούμε τις απορίες του :

«Κύριοι, απαντήστε μας στην ερώτηση, με ποιο δικαίωμα καμαρώνετε για την εθνική αυτή ονομασία; Ήρθε ό και­ρός της κρίσης.
Ποιοι είστε σεις;
Ποιοι είναι οι πατέρες σας;
Ποια είναι ή αληθινή γη της γενιάς σας;
Από πού έρχεστε τώρα; Καί τί ζητάτε;
Ονομάζεστε "Έλληνες! Εύγε! Η κενοδοξία των όχλων, όμως, δεν παραχωρεί δικαιώματα, η ανάκριση αποκαθήλωσε πολ­λά στέμματα ψευδογενών.

Τι σχέση έχουν οι "Έλληνες με εσάς; Οι σκιές κάθε Θεμιστοκλή και κάθε Κίμωνα, τον οποίου την μαρτυρία επικαλείστε, δεν έχουν μέχρι τώρα πιστοποιήσει, για σας απολύτως τίποτα. Δεν καλούνταν Ρωμαίοι οι πατέρες σας και δεν καλείται ρωμαϊκός ακόμα ό λαός σας και ρωμαϊκή ή χυδαία γλώσσα σας;

Ελλάς, άλλωστε, σημαίνει πολυθεΐα, φιλοσοφία, αριστοτεχνία, σημαίνει γλώσσα Θεών, σημαίνει λαμπρός πολιτισμός. Κι εσείς τι έχετε από αυτά; Μήπως, άραγε, την θρησκεία; Και πού βρίσκονται τα είδωλα σας; Πού είναι τα αγάλματα της Αθηνάς και τού Απόλ­λωνα; ΄Η μήπως έχετε την γλώσσα; Αλίμονο! Έσεϊς οι ίδιοι καταδι­κάζετε ως ανάξια και βάρβαρη και νόθα την πατροπαράδοτη αυτή γλώσσα σας! Μήπως έχετε τα έθιμα, τα ήθη, την παιδεία, τούς θε­σμούς, την ενδυμασία; Αλίμονο! "Όλα αυτά έχουν ξεπεραστεί προ πολλού.

Προς Θεού λοιπόν, τι πατρογονικό σας απομένει; Τι αρχαιότροπο διατηρείτε; Τι είναι εκείνο πού συνδέει την σημερινή σας κατά­σταση με την ανάμνηση των επίδοξων προγόνων σας; Σε ποια του­λάχιστον αδιάλειπτη παράδοση, παράδοση αξιόπιστη και βέβαιη και προφανή, στηρίζετε την ταυτότητα τού γένους σας, την νομιμό­τητα της εθνότητας σας, τον επίσημο χαρακτήρα της θρυλούμενης καταγωγής σας;

"Έχουμε, λέτε, την ενδόμυχη συναίσθηση, έχουμε υπέρ μας αδιά­σειστες πεποιθήσεις. Δυστυχώς οι πεποιθήσεις τού κοσμάκη δεν υπολογίζονται, αν ή επιστήμη δεν τις ελέγξει, δεν τις επεξεργαστεί και δεν τις επικυρώσει. "Έχουμε, ξαναλέτε, τούς αγώνες μας, τ' ανδραγαθήματα μας! Αλλά μήπως δέν ανδραγαθήσανε στις μέρες μας κι άλλοι λαοί, όχι ελληνικοί, οι Ινδοί ή ακόμα κι αυτοί οι Τούρκοι; Η ανδραγαθία δεν είναι γνώρισμα και δείγμα μονάχα τού ελληνισμού!

Αρκετά λοιπόν, κύριοι, τα κομπαστικά σας επιφω­νήματα! Καιρός για έρευνα. Φέρτε λοιπόν, προσκομίστε τις μαρτυ­ρίες σας, προτείνετε τις λογικές αποδείξεις σας, τα δικαιώματα σας! Και αποδείξετε μας ή με τήν γραπτή ιστορία ή με παραδόσεις αξιόπιστες και πειστικές τούς κρίκους, οι όποιοι συνδέουν την πα­ρούσα σας ύπαρξη με κάποια προηγούμενη πολιτική ύπαρξη, ή πάψετε πια να σφετερίζεστε εθνότητα, ιστορία, ευγένεια, αρετές αλλότριες, πού εξ αίτιας τους ονειροπολείτε σαν χάσκες κάποια εθνική και ιστορική αποκατάσταση!»


Οι απαντήσεις στις απορίες του Γάλλου Φιλλέληνα -αλλά και των Ελλήνων εθνομηδενιστών - δόθηκαν από τον Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο μέσω του βιβλίου του "ΒΥΖΑΝΤΙΝΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ ΤΗΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΘΝΟΤΗΤΟΣ, Από Η' άχρι Ι' εκατονταετηρίδος μ.Χ.".

Το βιβλίο αυτό μεταφράστηκε επιτέλους στην δημοτική από την αρχαίζουσα καθερεύουσα το 2007 από τον Γιώργο Λιλικάκη και εκδόθηκε από τις "εκδόσεις Γεωργιάδη" με τον τίτλο "ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΘΝΟΤΗΤΑΣ".

ο μυριοβίβλος έχει on-line την Προθεωρία του βιβλίου στην αρχική της μορφή.

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2008

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ

του Οκτάβ Μερλιέ
Αναδημοσίευση από Μυριόβολο


Με επευφημίες και τραγούδια συνοδεύει στον τάφο η Ελλάδα τις μεγάλδες φωνές που σωπαίνουν για πάντα. Τι ωραία φιλοφροσύνη για τον πανηγυρισμό, ύστερ’ από την επικήδεια τελετή. Της εισόδου του Λόγου στο βασίλειο της δόξας!

Όταν, το 1952, πέθανε ο μεγάλος Βεάκης, η σορός του πέρασε, μόλις τέλειωσε η νεκρώσιμη ακολουθία, μέσα από ‘να πλήθος [που χειροκροτούσε για τελευταία φορά, όπως στό τέλος μιας από τις συγκλονιστικές παραστάσεις του, τον τραγικό ηθοποιό που δεν θα τον ξανάκουγε πια.

Όταν το 1943, στην κατοχή, πέθανε ο βάρδος του ελλην ισμού Κωστής Παλαμάς, ό λαός της Αθήνας, με επικεφαλής τον Άγγελο Σικελιανό, τον συνόδεψε ως τον τάφο του κι άφησε να αντιλαλήσει πάνω από το λείψανό του, τη στιγμή της ταφής του, ο εθνικός ύμνος· και τραγουδήθηκε τόσο δυνατά απ’ αυτό το ποτάμι των φωνών, που ακούστηκε ως τους πρόποδες της Ακρόπολης.

Στο Γιώργο Σεφέρη επιφυλάχτηκε μια άλλη τιμή. Οι πολυάριθμοι νέοι πού ’ρθαν φέρνοντάς του ο καθένας ένα λουλούδι, τραγούδησαν γύρω από το φέρετρό του, την ώρα που το οδηγούσαν στο κοιμητήριο, ένα από τα μελοποιημένα ποιήματά του.

Να μιλήσω για μιαν άλλη ανώνυμη τιμή; Έχω χαρισμένο από τον Γιώργο Κατσίμπαλη, ένα στιλέτο, που, πάνω στη λάμα του, αυτός που τό ‘φτιαξε, έχει χαράξει τούτους τους δύο στίχους: «Κοπέλλα μαυρομαντηλού, μην παίζεις με τα ψάρια,μπορεί μαχαίρια να γινούν και σφάζουν παληκάρια.»

Υπογραφή: «Σεφέρης».


Οι Μεγάλοι Έλληνες ποιητές δεν έχουν ηλικία.

Ναι. Οι μεγάλοι ποιητές της σημερινής Ελλάδας είναι σαν τις λέξεις – θεμέλιατης γλώσσας τους: η γέννησή τους φτάνει ως τις αρχές του ελληνισμού.

Ενώ ο Καβάφης (1863-1933) ειν’ ένας Αλεξανδρινός της ελληνιστικής εποχής, ο Σικελιανός (1884-1951), ο Παλαμάς (1859-1943), ο Σολωμός (1798-1857) είναι όλων των εποχών. Ακόμη και ο Παπαδιαμάντης (1851-1911) μοιάζει μ΄έναν δευτέρας τάξεως εθνικό θεό χαμένον ανάμεσά μας. Έχοντας με τρόπο αξιοθαύμαστο επιζήσει της καταστροφής του ναού του, που, χωρίς άλλο, μεταμορφώθηκε σε παρεκκλήσι αγίου, σε χρόνια πολύ μακρυνά, κατόρθωσε να μείνει ζωντανός ως τις ημέρες μας, αφού προηγουμένως κρύφτηκε ανάμεσα στους αναχωρητές και τους Πατέρες της Εκκλησίας· κι ύστερα ανακατεύθηκε –αγνώριστος και φίλος- με τους παλιούς μοναχούς, τους σοφούς και φρόνιμους του αιώνα του.

Ο Γιώργος Σεφέρης έχει γεννηθεί, όπως αναφέρουν τα Ληξιαρχικά Βιβλία, το 1900, στην αρχή, δηλαδή, του αιώνα. Για μένα η γέννησή του φτάνει ως τη δεύτερη χιλιετηρίδα προ Χριστού. Είναι σύγχρονος του Ελπήνορα, των συντρόφων του Οδυσσέα –που φάγανε τ’ αργοκίνητα κοπάδια του Ήλιου- , σύγχρονος του Ορέστη, που σκόνταψε στις πέτρες των Μυκηνών· σύγχρονος της Ελένης, που ξέρει καλά πως δεν έφτασε ποτέ στην Τροία: «Στις Μυκήνες, λέει, σήκωσα τις μεγάλες πέτρες και τους θησαυρούς των Ατρειδών και πλάγιασα μαζί τους στο ξενοδοχείο της «Ωραίας Ελένης του Μενελάου»· χάθηκαν μόνο την αυγή που λάλησε η Κασσάνδρα μ’ έναν κόκορα κρεμασμένο στο μαύρο λαιμό της...» Είναι σύγχρονος του Οιδίποδα, της Αντιγόνης, του Σωκράτη...

«Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν’ αντικρύσετε τον ήλιο».«Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρύσετε τον άνθρωπο».

Παράξενη μοίρα να είσαι, να έχεις γεννηθεί έλληνας και να εξακολουθείς να είσαι άνθρωπος που εδώ και 80 γενεές οικοδόμησε τον Παρθενώνα. Το μεγαλείο του ποιητή συνίσταται στο ότι δοκιμάζει αν αξίζει τη μοίρα του. Η αγωνία του συνίσταται στο ότι αμφιβάλλει, πάντα, αν είναι άξιος αυτής της μοίρας. Συνίσταται στο ότι αναρωτιέται, αν ο τόπος και οι άνθρωποι είναι ίδιοι, αν κάτω από τη φθορά των αιώνων λησμόνησαν οι άνθρωποι κι έχασαν τη συνείδησή τους.

Θα ιδούμε ότι, γι’ αυτόν, το ν’ αμφιβάλλει και να αισθάνεται την πληγή του, σημαίνει να βεβαιώνει, ήδη, την ύπαρξή του. Πρέπει, λοιπόν, να δεχτεί να ξαναντυθεί τον εξουθενωτικό χιτώνα του Νέσσου –την παράδοση- · πρέπει να δεχτεί να κρατήσει στ’ αδύνατα χέρια του τη μαρμάρινη κεφαλή, που το βάρος της θα του τσακίσει τους ώμους. Θα περπατήσει ανάμεσα στις παλιές ακρωτηριασμένες πέτρες απ’ τις οποίες είναι γεμάτη η ελληνική γη, αναζητώντας το χαμένο τόπο όπου γεννήθηκε εδώ και χιλιάδες χρόνια. Εξαντλημένος, θα ψάξει να βρει καταφύγιο μέσα στις στέρνες της σιωπής, για ν’ ακούσει, μέσα εκεί, τη φωνή της ψυχής, ενώ, πάνω στις πλάκες που τις σκεπάζουν, θα τρέχουν τα πολυθόρυβα βήματα των αγκαλιασμένων από τον ήλιο και τη μάταιη ταραχή πόλεων.

Τέτοια είναι, τουλάχιστον κατά ένα μεγάλο μέρος, η ελληνική ζωή του Γιώργου Σεφέρη, που θα ήθελα, τώρα, να ανακαλέσω στη μνήμη μας.


Η Γλώσσα, Εργαλείο της Θείας Χάρης

Το δράμα αρχίζει με το Λόγο, με τη Γλώσσα. Γιατί, αν την δούμε μέσα στο χρόνο, η γλώσσα είναι τόσο όμοια και τόσο ανόμοια, όσο και τα νερά ενός ποταμού, που μέσα τους δεν μπορεί κανείς να λουστεί δυο φορές. Και όπως τα νερά ενός ποταμού δεν μπορούν να ξαναγυρίσουν στην κοίτη τους, έτσι δεν μπορεί, τουλάχιστον χωρίς κίνδυνο για το πνεύμα, να σταματήσει κανείς τη γλώσσα και να την ξαναγυρίσει στην αρχική της κοίτη, έστω και αν ακόμη μπορέσει να αναπλεύσει με τη σκέψη του το ρεύμα, το ήρεμο ή θορυβώδες, μιας πολυχιλιόχρονης γλώσσας.

Έτσι η παιδεία του σημερινού έλληνα ποιητή οφείλει να κατέχει τη χιλιόχρονη γλώσσα του, να την ακολουθεί στην κίνησή της και το πνεύμα της και να υποτάσσεται στις μορφές και τους κανόνες της σημερινής της χρήσης. Τα υποδειγματικά μεγάλα κείμενα βρίσκονται μπροστά στον ποιητή, γραμμένα από μεγαλοφυΐες ανώνυμες –τέτοια είναι τα δημοτικά τραγούδια της Ελλάδας- , ή από μεγαλοφυΐες σχεδόν ανώνυμες τόσο είναι άγνωστες-, όπως ενός Μακρυγιάννη. Ο ποιητής έχει καθήκον, όπως έκανε ο Σολωμός, να μάθει να τα διαβάζει· εκεί θα βρει, τότε, όλη την αξιοθαύμαστη βοήθεια από την οποία μπορεί να έχει ανάγκη για να μάθει να γράφει.

«... κάθε λέξη τους, λέει ο Σεφέρης, σκεπάζει με ακρίβεια έναν ορισμένο συναισθηματικό χώρο, όπως τα ακίνητα φύλλα του δέντρου που έχουμε μπροστά μας αφού έσβησε ο ήλιος, σκεπάζουν ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο κομμάτι του ουρανού και τίποτε άλλο! Ξέρουμε ακόμη ότι η συνάρθρωση αυτών των λέξεων είναι η ατόφια ελληνική φωνή».

Όπως ο Σόλωμος –που αντέγραφε δημοτικά τραγούδια απ’ όλες τις περιοχές της Ελλάδας –για να μάθει αυτή την πλούσια και τέλεια γλώσσα- την ατόφια ελληνική φωνή- έτσι και ο Σεφέρης χρωστάει, χωρίς άλλο, στην ακούραστη μελέτη της ελληνικής δημοτικής, την ακρίβεια, τη λιτότητα, την υποδειγματική απλότητα της γλώσσας του –τόσο στα πεζά του κείμενα όσο και στην ποίησή του.

Η ζωή του Σεφέρη στην εξορία –για να μιλήσουμε έτσι- της Κορυτσάς, στην Αλβανία, το 1937, ύστερα το 1942, στο Κάϊρο, όπου ακολούθησε το βασιλιά της Ελλάδας και την Κυβέρνησή του, ύστερα από την κατοχή της πατρίδας του, δεν εμπόδισε τη σκέψη του να συνεχίσει την πορεία της. Η εξορία, εκούσια ή αναγκαστική, είναι πάντα οδυνηρή, αλλά για ένα πρίγκηπα του πνεύματος, γίνεται σε λίγο ένας αξιοθαύμαστος πλούτος: Δέστε τον Βίκτορ Ουγκώ.

Πέντε χρόνια ύστερα από το άρθρο για την ελληνική γλώσσα, που πιο πάνω ανάφερα ένα πολύ σύντομο απόσπασμά του, ο Γιώργος Σεφέρης γράφει ένα από τα σημαντικώτερα ποιήματά του. Σημειώνουμε την ηλικία του. Στην Κορυτσά είτανε 37 χρονών. Στο Κάϊρο 42. Με τα μάτια του, όμως, ανοιχτά στον κόσμο, με το σοβαρό και στραμένο προς τα μέσα βλέμμα του των 2000 χρόνων... δίνει, ως τίτλο, στη σκέψη του: «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά».

Ο ποταμός είναι ο Νείλος. Αφού τον ανακαλέσει στη μνήμη του, ο ποιητής μιλάει για την ανάγκη να γράψει μιαν απλή γλώσσα. Τι συνέβη; Μα, ας τον ακούσουμε:

«... το ποτάμι που βγαίνει από τις μεγάλες λίμνες τις κλειστές βαθιά στην Αφρικήκαι ήτανε κάποτε θεός κι’ έπειτα γένηκε δρόμος και δωρητής και δικαστής και δέλτα
·που δεν είναι ποτές του το ίδιο, κατά που δίδασκαν οι παλαιοί γραμματισμένοι,κι’ ωστόσο μένει πάντα το ίδιο σώμα, το ίδιο στρώμα και το ίδιο Σημείο,ο ίδιος προσανατολισμός».

Γιατί, αφού θυμήθηκε την εικόνα του Νείλου, ο ποιητής μιλάει για την απλή γλώσσα που θά ‘θελε να γράψει; Εμείς, όμως, είμαστε εκείνοι που θ’ ανακαλύψουμε, πίσω από την πραγματικότητα, το σύμβολο, την αναγωγή –τη μυστική εξήγηση- έλεγε, ήδη, ο Ντάντε. Το σχόλιο είναι απλό.

Ο ποταμός είναι η μακρυά γραμμή ιστορίας και αδιάκοπης ζωής· είναι, επίσης, η ελληνική γλώσσα, που βγαίνει από τα βάθη των ινδοευρωπαϊκών λιμνών, και είναι, από την αρχή των χρόνων, ο Λόγος, που είναι Θεός και γίνηκε δρόμος, Βασιλική Οδός, ύστερα ένας ευεργέτης με ανεξάντλητα δώρα, ύστερα ένας κριτής –και ένα δέλτα. Και είναι αυτός που ποτέ δεν είναι ο ίδιος. Και που, ωστόσο, παραμένει πάντα το ίδιο σώμα, η ίδια κοίτη, το ίδιο σημείο, ο ίδιος προσανατολισμός.

Αυτό το εξηγητικό σχόλιο που έκανα, ο ποιητής, φυσικά, το αντιπαρέρχεται· αυτός ακολουθεί την ιδέα του σαν το ποτάμι που κυλά τα νερά του. Ας τον ακούσουμε, όμως:

«Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά, να μου δοθεί ετούτη η χάρη.
Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές που σιγά – σιγά βουλιάζεικαι την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της
κι’ είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά».

«Ο γέρος άνθρωπος» της όχθης του Νείλου είτανε 42 χρονών. Είχε, όμως, μεσ’ τα μυστικά βάθη της ψυχής του, την προοπτική των χρόνων –των αναρίθμητων- που αποχτούν όπως λέει,

«... τα μάτια των ανθρώπων όταν κοιτάζουν ίσια –πέρα χωρίς το φόβο στην καρδιά τους».

Έχει τα χρόνια των ανθρώπων που καταλαβαίνουν, σαν τον Νείλο, προχωρώντας ανάμεσα

«... σε μεγάλους τάφους ακόμη και μικρές κατοικίες των νεκρών».......................................................... «... εμείς το υπομονετικό ζυμάρι ενός κόσμου που μας διώχνει και που μας πλάθει». Και είναι το ίδιο μυστήριο.

Ο Σεφέρης νιώθει αιχμάλωτος.

«... στα πλουμισμένα δίχτυα μιας ζωής που είτανε σωστή κι’ έγινε σκόνη και βούλιαξε μέσα στην άμμοαφήνοντας πίσω της μονάχα εκείνο το απροσδιόριστο λίκνισμα που μας ζάλισε μιας αψηλής φοινικιάς».

Η γλώσσα δεν είναι η σωτηρία, είναι, όμως, ήδη, το εργαλείο της θείας χάρης. Ο ποιητής μπορεί και θα μπορέσει, από τώρα κι ύστερα, ν’ ακούει «τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.»

Η Πορεία μεσ’ από την Έρημο

Ας ακολουθήσουμε τον ποιητή στη θλίψη του. Ας δούμε, για λίγο, ποια είναι τα κάποια λόγια πού ‘χει να μας πει.

Ο δυτικός προσεγγίζει την αρχαιότητα μέσω της ιστορίας, της μελέτης των μνημείων, της ανάγνωσης των κειμένων. Ένας Έλληνας είναι δικαιωματικά κάτοχος, πριν απ’ αυτή τη μακρυά και αργή πορεία, επειδή ακριβώς έχει γεννηθεί Έλληνας, του δρόμου της ενόρασης, που αποτελεί τη μοίρα του, όμοιος, σ’ αυτό, με το στρατοκόπο που συνήθισε ν’ αναμετρά το δρόμο του με τ’ άστρα.

Ο ελληνιστής Σεφέρης παραμερίζει τα κείμενα που διαβάζει και σταματά για πολλήν ώρα σε μια λέξη, σε μια φράση, που θα γίνουν η αφετηρία μιας βαθειάς σκέψης, κι ίσως, ακόμη, ένας από τους σταθμούς της ποιητικής του συνείδησης. Πρέπει, λοιπόν, κι εμείς, με τη σειρά μας, να ιδούμε τους συγγραφείς και τα έργα που έχει διαβάσει. Η Ιλιάδα, η Οδύσσεια, ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής, ο Ευριπίδης, ο Πλάτων, ο Ηρόδοτος, ο Ησίοδος, ο Πίνδαρος είναι τα βιβλία πού ‘χει κάτω από το προσκεφάλι του. Στο Σεφέρη, όμως, η πολυμάθεια δεν προηγείται της ποιητικής δημιουργίας: ο Σεφέρης δεν εμπνέεται από αυτήν. Την έχει ξεχασμένη. Δεν βρίσκεται πια μεσ’ τη συνείδησή του, αλλά μεσ’ στο υποσεινήδητό του· ρέει μαζύ με το αίμα του στις φλέβες του.

Ο Ράϊνερ – Μαρία Ρίλκε γράφει κάπου στις Σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε: «Για να γράψει κανείς έναν μονάχα στίχο (...), χρειάζεται νά ‘χει αναμνήσεις (...) Και δεν αρκεί μονάχα νά ‘χει αναμνήσεις. Πρέπει να ξέρει να τις ξεχνά όταν είναι πολλές και πρέπει νά ‘χει τη μεγάλη υπομονή να περιμένει να ξανάρθουν πάλι στο μυαλό του...».

Αληθινές αναμνήσεις είναι, ωστόσο, και τα διαβάσματα και οι συγγραφείς με τους οποίους έχει τραφεί κανείς. Ειναι ανάγκη να εξαφανισθεί από την καινούρια δημιουργία η πολυμάθεια, για να μπορέσει, αυτή η πολυμάθεια, να δώσει, αυθόρμητα σχεδόν, ένα πλούσιο σε πείρα και ανθρωπιά έργο.

Είναι, όμως, φρόνιμο, για τον κριτικό, πριν ακολουθήσει τον ποιητή στα διαβάσματά του, να σταματήσει στις επιγραφές, όπου αποκαλύπτεται η πηγή των βασικών του στοχασμών.

Ο φίλος μου Νεοκλής Κουτούζης, στον οποίο χρωστάμε μιαν αξιόλογη μελέτη με τίτλο «Ο Σεφέρης και η πιστότητα, ή από τον Πίνδαρο στο Σεφέρη», σημειώνει, με τη συνηθισμένη του λεπτολογία και οξυδέρκεια: «Δεν σταματούμε αρκετά στις επιγραφές, ή σε ορισμένα αποσπάσματα (...) ... Το γεγονός ότι ο Σεφέρης αναφέρει τον Πίνδαρο ή τον Ρεμπώ, αποτελεί μια ζωϊκή, μια πνευματική συγγένεια, που συγκροτείται (...) Η ζυγαριά μπαίνει σε κίνηση, ο ζυγός της πλάστιγγας δεν σταματά να ταλαντεύεται: ανάμεσα σε αυτόν που αναφέρει και σε αυτό που αναφέρεται δημιουργείται ένα ρεύμα ανταλλαγών απ’ το οποίο ο αναγνώστης, μπλεγμένος κι ο ίδιος στο αδιάκοπο στροβίλισμά του, συγκρατεί για τον εαυτό του κάτι από μια καινούρια ζωή».

Το κείμενο πού ‘χει στο νου του ο Ν. Κουτούζης είναι ο «Ερωτικός Λόγος» της πρώτης συλλογής που τοτλοφορείται «Στροφή»· και το απόσπασμα που βάζει σαν προμετωπίδα ο Σεφέρης είναι μερικοί στίχοι του Πίνδαρου που περιλαμβάνονται στον 3ο Πυθιονίκη:

«Έστι δε φύλον εν ανθρώποισιν ματαιότατον,Όστις αισχύνων επιχώρια παπταίνει τα πόρσω,Μεταμώνια θηρεύων ακράντοις ελπίσιν».

Συνδέοντας το πινδαρικό απόσπασμα του Σεφέρη μ’ ένα άλλο απόσπασμα του Πίνδαρου, περιλαμβανόμενο στον 3ο Πυθιονίκη κι αυτό, που αναφέρει ο Βαλερύ, ο Ν. Κουτούζης αποδίδει ακριβώς στα γαλλικά τη συμβολή του Πίνδαρου, μεταφράζοντας έτσι αυτούς τους δύο στίχους:

“ O mon âme, aspire avec moins d’ ardeur“à l’ immortalité, et mets toute la force à épuiser“ tout le possible”

Νά ‘μαστε, λοιπόν, προσανατολισμένοι προς την πραγματικότητα, προς τον κόσμο, τον απλό και ήσυχο κόσμο. Απλόν και ήσυχον; Αλλοίμονο, όχι. Κάθε άλλο παρά απλός και ήσυχος είναι ο κόσμος για έναν Έλληνα του ΧΧ αιώνα, που προσπαθεί να γνωρίσει τον εαυτό του, να προσδιορίσει τον εαυτό του στη σχέση του προς τους άλλους και προς τον υπόλοιπο πλανήτη, και να δώσει στον ελληνισμό του το νόημα. Πάρα πολλές είναι οι αναμνήσεις στο χώρο, πάρα πολλές είναι οι αναμνήσεις στο χρόνο. Τόποι άγονοι και περιορισμένοι, γεμάτοι πιο πολύ από νεκρούς παρά από ζωντανούς. Ο χρόνος είναι περιορισμένος στις διαστάσεις μιας στιγμής όμοιας με την ελληνική γη. Ο χρόνος είναι βαθύτερος από το στενό χώρο. Ο χρόνος είναι κυρίαρχος του χώρου. Κάτω από κάθε μνήμα βρίσκονται εκατό γενεές ανθρώπων. Καταλαβαίνει κανείς ό,τι για έναν Έλληνα η γη, ο γυμνός βράχος, έχει την αξία του απεριόριστου χρόνου. Καταλαβαίνει κανείς ό,τι για έναν Έλληνα, η γη της Κύπρου είναι, όχι ιερή, αλλά σάρκα της σάρκας του. Εκεί όπου ακούγεται σαν πρόσκληση η οχλοβοή της θάλασσας και του χώρου, ανεβαίνει και η σιωπή πέντε χιλιάδων χρόνων νεκρών. Αυτό είναι η πατρίδα, είναι η απεριόριστη διάρκεια.

Και ο ελληνισμός είναι η πατρίδα –παντού όπου, μέσα στο χώρο και μέσα στο χρόνο, έζησαν και πέθαναν Έλληνες· παντού όπου, μέσα στο χώρο και την τωρινή στιγμή, ζουν Έλληνες και νιώθουν τον εαυτό τους σαν ένα κρίκο από την τεράστια αλυσίδα. Ο ελληνισμός, όμως, δεν είναι μονάχα ένας κόσμος, μια χώρα, μια ιδέα αθάνατη. Είναι και ο παντοτινός άνθρωπος, η παντοτινή γη, η παντοτινή αθλιότητα.

Συγκρινόμενη με την πλατειά σκέψη, μ’ αυτή την άχρονη μνήμη που αναπολήσαμε, πόσες φορές η σημερινή Ελλάδα δεν φάνηκε στον ποιητή μηδαμινή, φτωχή, αδειανή, ανεξήγητη! Πόσες φορές, ζώντας την καθημερινή πραγματικότητα, δεν έκανε τον ποιητή, η σημερινή Ελλάδα, να υποφέρει με τις πάρα πολύ μεγάλες αναμνήσεις της, τα πάρα πολύ μεγάλα ονόματά της, τους πάρα πολύ μεγάλους ηρωϊσμούς της και τις άμετρα πιο μεγάλες διχόνοιές της! Ας αφήσουμε να μιλήσει ο Σεφέρης:

«... όλα τ’ αλλάζει.
Πού είν’ η αλήθεια;
Είμουν κι’ εγώ στον πόλεμο τοξότης
·Το ριζικό μου, ενός ανθρώπου που ξαστόχησε».

Αυτοί οι στίχοι, που ανήκουν στο ποίημα «Ελένη» το εμπνευσμένο από τον μύθο του Ευριπίδη, γράφτηκαν στην Κύπρο και δημοσιεύτηκαν το 1955. Ο Σεφέρης κουβαλούσε, κι εκεί ακόμη, την πληγή του, για την οποία έγραφε είκοσι χρόνια, ήδη, πιο μπροστά:

«Όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει».

Η Πάλη με τη Μοίρα. Η Ελλάδα.

Η μοίρα μου, λέει, είναι η μοίρα του ανθρώπου που ξαστόχησε στο σκοπό του. Μήπως, όμως, είτανε ίδια και η μοίρα της χώρας και του λαού στους οποίους δίνουμε το όνομα της Ελλάδας ; Αυτό φαίνεται πως λέει ο ποίητης σ’ ένα άτιτλο απόσπασμα της συλλογής «Μυθιστόρημα»:

«Ο τόπος μας είναι κλειστός,
όλο βουνάπου έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι’ αυτές, που ηχούν και που τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μαςίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε
τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.
Κι’ οι γάμοι μας, τα δροσερά στεφάνια και τα δάχτυλα
γίνουνται αινίγματα ανεξήγητα για τη ψυχή μας.
Πώς γεννήθηκαν πώς δυναμώσανε τα παιδιά μας;
Ο τόπος μας είναι κλειστός. Τ
ον κλείνουνοι δυο μαύρες Συμπληγάδες. Στα λιμάνια
την Κυριακή σαν κατεβούμε ν’ ανασάνουμε βλέπουμε να φωτίζουνται στο ηλιόγερμασπασμένα ξύλα από ταξίδια που δεν τέλειωσαν
σώματα που δεν ξέρουν πια πώς ν’ αγαπήσουν.(Α. Η Πέτρα)

Η ωραία συλλογή ‘Μυθιστόρημα», (Μύθος και Ιστορία), απ’ όπου είναι παρμένο αυτό το ποίημα, έχει σαν επιγραφή τους εξής δύο στίχους του Ρεμπώ:

«Si j’ai du goût, ce n’ est guèresque pour la terre et les pierres”.

Ο Σεφέρης, υπάκουος στη συμβουλή του Πίνδαρου να βάζει όλη του τη δύναμη στο να εξαντλεί τον κόσμο του δυνατού, είναι ο ποιητής τούτης της γης και τούτων των μαύρων πετρών, που είχε τραγικά εξυμνήσει πριν απ’ αυτόν ο Σολωμός, όταν τραγουδούσε την Ελλάδα,

«καλή ‘ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι»,

κι έβαζε τον άπληστο για λευτεριά Σουλιώτη να λέει:

«Μια χούφτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ’ εκείνο!». Η πέτρα, στο Σεφέρη, είναι το ορυκτό με το οποίο είναι στρωμένη η ελληνική γη· είναι οι τεράστιοι, κυκλώπειοι, ασήκωτοι ογκόλιθοι· είναι τα ερειπωμένα, αγνώριστα υλικά των συνηθισμένων σπιτιών των εξαφανισμένων πόλεων, που κάποτε, ωστόσο, κατοικούνταν· είναι κεφάλια, σώματα, ακρωτηριασμένων τις πιο πολλές φορές αγαλμάτων, που ανακαλύπτονται παντού και πάντοτε, μεσ’ στο ελληνικό χώμα.

Η ελληνική, όμως, πέτρα, είναι κάτι πολύ περισσότερο απ’ όλ’ αυτά,είναι και σύμβολο της μοίρας των Θεών.

Η συλλογή «Μύθος και Ιστορία» τελειώνει με δυό μεγάλα ποιήματα εξίσου αξιοθαύμαστα τη «Σαντορίνη» και τις «Μυκήνες». Οι πέτρες των Μυκηνών –στις Μυκήνες δεν βρίσκει κανείς παρά μονάχα πέτρες- κουβαλούν απάνω τους τόσα εγκλήματα και αίμα όσους και αιώνες.

ΜΥΚΗΝΕΣ

«Δος μου τα χέρια σου, δος μου τα χέρια σου, δος μου τα χέρια σου.

Είδα μέσα στη νύχτα
Τη μυτερή κορυφή του βουνού
Είδα τον κάμπο πέρα πλημμυρισμένο
Με το φως ενος αφανέρωτου φεγγαριού
Είδα, γυρίζοντας το κεφάλι
Τις μαύρες πέτρες συσπειρωμένες
Και τη ζωή μου τεντωμένη σα χορδή
Αρχή και τέλος
Η τελευταία στιγμή·
Τα χέρια μου.
Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες
·τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα
τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου.Πληγωμένος από το δικό μου χώμα
τυραννισμένος από το δικό μου πουκάμισο
καταδικασμένος από τους δικούς μου θεούς,τούτες τις πέτρες.
Ξέρω πως δεν ξέρουν, αλλά εγώ
που ακολούθησα τόσες φορές
το δρόμο απ’ το φονιά στο σκοτωμένο
από το σκοτωμένο στην πληρωμή
κι’ από την πληρωμή στον άλλο φόνο,ψηλαφώντας
την ανεξάντλητη πορφύρατο βράδυ εκείνο του γυρισμού
που άρχισαν να σφυρίζουν οι Σεμνές
στο λιγοστό χορτάρι – είδα τα φίδια σταυρωτά με τις οχιές
πλεγμένα πάνω στην κακή γενιάτη μοίρα μας.
Φωνές από την πέτρα από τον ύπνοβαθύτερες εδώ που ο κόσμος σκοτεινιάζει,
μνήμη του μόχθου ριζωμένη στο ρυθμόπου χτύπησε τη γης με πόδια λησμονημένα.
Σώματα βυθισμένα στα θεμέλιατου άλλου καιρού, γυμνά.
Μάτια προσηλωμένα, προσηλωμένα, σ’ ένα σημάδι
που όσο κι’ αν θέλεις δεν το ξεχωρίζεις·η ψυχήπου μάχεται για να γίνει ψυχή σου.

Μήτε κι’ η σιωπή είναι πια δική σου
Εδώ που σταμάτησαν οι μυλόπετρες».

Οχτώβρης 1935
Β. Η ΧΡΥΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΔΑ

Τρία χρόνια αργότερα, ο Σεφέρης ξαναγυρίζει στην Αργολίδα. Εδώ και δυό χρόνια, ήδη, αναζητεί –ιδιοτροπία του ποιητή, θα πουν· όχι, είναι κάτι παραπάνω απ’ αυτό, είναι η αναζήτηση του προσκυνητή που τριγυρίζει στους άγιους τόπους, - αναζητεί το Βασιλέα της Ασίνης. Τον βρήκε: μια εντάφια χρυσή προσωπίδα που την πήρε και την κράτησε στα χέρια του:

«Την άγγιξες, θυμάσαι τον ήχο της; Κούφιο μέσα στο φως
σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμένο χώμα·
κι’ ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.
Ο βασιλιάς της Ασίνης ένα κενό κάτω από την προσωπίδα...».

Ένας ποιητής, όμως, ξέρει να διαβάζει μια προσωπίδα. Ένας ποιητής ξέρει ίσως ν’ ακούει τη σιωπή της άδειας προσωπίδας. Νά! Τουλάχιστον ποιο υπήρξε το στοχαστικό όραμα του Σεφέρη:

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βοστρύχους
ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της ύπαρξής μας
ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι
μέσα στην αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:
ένα κενό παντού μαζί μας.
Και το πουλί που πέταξε τον άλλο χειμώνα
με σπασμένη φτερούγασκήνωμα ζωής,
κι’ η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει
με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού
κι’ η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον κάτω κόσμο
κι’ ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει ο χείμαρρος του ήλιου
με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη».

Ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι’ αναρωτιέται:

«... υπάρχουν άραγε
ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές
τις αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες
υπάρχουν άραγεεδώ που συναντιέται το πέρασμα της βροχής του αγέρα και της φθοράςυπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της στοργής
εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μαςαυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοίμε την απεραντωσύνη του πελάγου ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος
η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής
εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας
σαν τα κλωνάρια της φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη διάρκεια της απελπισίαςενώ το ρέμα κίτρινο κάτεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα μες στο βούρκοε
ικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.
Ο ποιητής ένα κενό».

======================================================


Η Ελλάδα, Χώρα των Νικημένων Θεών και της Εξορίας

Ο ποιητής. Ένα κενό; Μα όχι. Η θλίψη του Σεφέρη, σ’ αυτό το σημείο, δεν είναι λιγότερο δραματική. Γιατί ξέρει καλά ότι ο ποιητής είναι το πνεύμα που ανασυνθέτει το κενό, όπως ο μουσικός που εκφράζει το νόημα της σιωπής και κάνει τη νύχτα να τραγουδά. Ξέρει, όμως, ακόμη, ότι το να ανασυνθέτεις την ψυχή του λαού που δημιούργησε την ομορφιά, την δικαιοσύνη, το Θεό, και γέννησε αυτό που ποτέ δεν ξανάδε ούτε πρόκειται να ξαναδεί κανείς δυο φορές, είναι μια ανέλπιδη προσπάθεια.

«Βουλιάζει όποιος σηκώνει τις μεγάλες πέτρες», λέει ο ποιητής.

Μεγάλες, εξαιτίας του βάρους των. Μεγάλες, εξαιτίας της ανυπόφορης τελειότητάς τους.

Όχι, η Ελλάδα δεν είναι η χώρα της κατάρας των νικημένων από τη μοίρα Θεών. Είναι όμως, δύσκολο, -σ’ αυτό συμφωνούμε-, να είναι κανείς απόγονος του Αισχύλου και του Φειδία και του Πλάτωνα. Ερχόμενος, ωστόσο, ύστερα από το Σολωμό, τον Παλαμά, το Σικελιανό, ο Σεφέρης είναι ο πρώτος που ζει οδυνηρά την Ελληνική του μοίρα, υπερήφανα, αλλά χωρίς ματαιοδοξία· ανθρώπινα, αλλά χωρίς αλαζονεία· δύσκολα, αλλά χωρίς απελπισία· σεμνά, αλλά χωρίς ρητορεία.

Τα τελευταία αποσπάσματα ποιημάτων που παραθέτω δείχνουν το απλό μεγαλείο με το οποίο ο Σεφέρης στέκεται μπρος σ’ ένα παρελθόν που συντρίβει τον άνθρωπο της γενιάς του.

Μου παραχώρησε το δικαίωμα να διαλέξω, ύστερ’απ’ αυτόν, τα ποιήματα με τα οποία θα ήθελα να τον παρουσιάσω.Τό πρώτο, «Ξύπνησα μ’ αυτό το μαρμάρινο κεφάλι στα χέρια» και το δεύτερο «Ο γυρισμός του ξενιτεμένου», τα ξεχωρίσαμε, αυτός κι εγώ, σαν βασικά. Το τέταρτο είναι παρμένο από την «Κίχλη». Το φυλάω για το τέλος. Έχω τους λόγους μου γι’ αυτό.

Διάλεξα το πρώτο –το μαρμάρινο κεφάλι- γιατί θυμίζει ακόμη τις πέτρες, τις δουλεμένες τούτη τη φορά, που είναι όχι μονάχα η δόξα;, αλλά και η αδυσώπητη κληρονομιά του σημερινού Έλληνα.

«Ξύπνησα με το μαρμάρινο τούτο κεφάλι στα χέριαπου μου εξαντλεί τους αγκώνες και δεν ξέρω πού να τ’ ακουμπήσω.
Έπεφτε στο όνειρο καθώς έβγαινα από το όνειρο
Έτσι ενώθηκε η ζωή μας και θα είναι πολύ δύσκολο να ξαναχωρίσει.
Κοιτάζω τα μάτια· μήτε ανοιχτά μήτε κλειστά
μιλώ στο στόμα που όλο γυρεύει να μιλήσει
κρατώ τα μάγουλα που ξεπέρασαν το δέρμα
Δεν έχω άλλη δύναμη·

Τα χέρια μου χάνουνται και με πλησιάζουν ακρωτηριασμένα».

Τα μπράτσα είναι ασθενικά, αδύνατα και πέφτουν ξεριζωμένα απ’ τους ώμους για να μπορέσουν να κρατήσουν αυτό το μαρμάρινο κεφάλι, που ‘ναι σύμβολο του κάθε ωραίου που εδημιούργησε η Ελλάδα και που ο Σεφέρης και οι δικοί του οφείλουν να το οδηγήσουν ακόμη πιο μακρυά, να το βοηθήσουν με μια καινούρια ιδιοφυΐα, ίση προς την αρχαία. Τέτοια υπήρξε, άλλοτε, η μοίρα των Δαναΐδων, που ποτέ δεν μπόρεσαν ν’ αποτελειώσουν το φοβερό τους μόχθο. Το όνομά τους, όμως, μπήκε στην αιωνιότητα των μεγάλων Συμβόλων.

Στο «Γυρισμό του ξενιτεμένου» έχουμε να κάνουμε με μιαν άλλην εικόνα, μ’ έναν άλλον σπαραγμό.

Θα μπορούσα, βέβαια, να επαναλάβω, όπως ήδη, το έχουν κάνει οι εξηγητές του, την ιστορία της ζωής του. Γεννήθηκε στη Σμύρνη. Έχασε τα πάντα ύστερα από τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922.

Ξεριζωμένος. Τα σπίτια που είχε.του τα πήρανε. Ξέρω. Ξέρω, όμως, επίσης, ότι αναζήτησε στις Μυκήνες και αλλού. Ανάμεσα στις σωριασμένες πέτρες, το αρχαίο του σπίτι: «... στριφογυρίζοντας μέσα σε σπασμένες πέτρες, τρεις ή έξι χιλιάδες χρόνιαψάχνοντας σε οικοδομές γκρεμισμένες που θα είταν ίσως το δικό μας σπίτιπροσπαθώντας να θυμηθούμε χρονολογίες και ηρωικές πράξεις·θα μπορέσουμε;».

Ο ποιητής, εδώ, δεν αποτελειώνει τη φράση του. Μια σκέψη τον βασανίζει. Ύστερα από μιαν άλλη στροφή που θυμίζει, εκτός από μεγάλους ηρωϊσμούς, τις μεγάλες καθιζήσεις, το τρομερό γι’ αυτόν ρώτημα θα ξαναγυρίσει πάλι, όχι, όμως, σαν κραυγή, αλλά σαν εναγώνια οιμωγή:

«γιατί δεθήκαμε και σκορπιστήκαμε
και παλαίψαμε με δυσκολίες ανύπαρχτες όπως λέγαν
χαμένοι, ξαναβρίσκοντας ένα δρόμο γεμάτο τυφλά συντάγματα
βουλιάζοντας μέσα σε βάλτους και μέσα στη λίμνη του Μαραθώνα,
θα μπορέσουμε να πεθάνουμε κανονικά;».

======================================================

Το να ζει κανείς τη μοίρα του σαν εξόριστος του παρελθόντος μεσ’ στον σημερινό κόσμο, αυτή είναι η ανυπόφορη εξορία. Και ο άνθρωπος, που η ζωή του ως διπλωμάτη και προπάντων τα γεγονότα πού ‘ζησε στον πόλεμο και την κατοχή της χώρας του, τον εκράτησαν πιο πολύν καιρό στα ξένα παρά στην πατρίδα του, στα ξένα απ’ όπου η πατρίδα του του φαινόταν πάντα πιο μεγάλη και πιο γοητευτική, αυτός ο άνθρωπος θα ένιωσε τον πόνο του φοβερά. Ξέρουμε τώρα αρκετά την ευαισθησία, τη σκέψη και την τέχνη του Σεφέρη για να εξηγήσουμε τη βαθύτερη σημασία της εξορίας του και του γυρισμού του. Πρόκειται, πράγματι, για τον Ελληνισμό που τον έχει αισθανθεί και τον έχει βιώσει στο βάθος της ψυχής του. Ανάμνηση και νοσταλγία ενός παρελθόντος ασύγκριτου μεγαλείου. Και πόνος για την επιστροφή στην πραγματικότητα. Ο διάλογος του ποιήματος είναι επινόηση που πλάθει με τη φαντασία του ο ποιητής, για να θέσει αντιμέτωπους τους δύο ανθρώπους στους οποίους είναι διχασμένος ο Σεφέρης.

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΞΕΝΙΤΕΜΕΝΟΥ
«Παλιέ μου φίλε τι γυρεύεις;
χρόνια ξενιτεμένος ήρθεςμε εικόνες που έχεις αναθρέψει
κάτω από ξένους ουρανούς
μακριά απ’ τον τόπο το δικό σου».
«Γυρεύω τον παλιό μου κήπο·τα δέντρα μου έρχουνται ως τη μέση
κι’ οι λόφοι μοιάζουν με πεζούλιακι’ όμως σαν είμουνα παιδί
έπαιζα πάνω στο χορτάρικατω από τους μεγάλους ίσκιους
κι’ έτρεχα πάνω σε πλαγιές
ώρα πολλή λαχανιασμένος».«Παλιέ μου φίλε ξεκουράσου
σιγά – σιγά θα συνηθίσεις·θ’ ανηφορίσουμε μαζί
στα γνώριμά σου μονοπάτιαθα ξαποστάσουμε μαζί
κάτω απ’ το θόλο των πλατάνων
σιγά – σιγά θα ‘ρθούν κοντά σου
το περιβόλι κι’ οι πλαγιές σου».

=======================================================

«Γυρεύω το παλιό μου σπίτιμε τ’ αψηλά τα παραθύρια
σκοτεινιασμένα απ’ τον κισσόγυρεύω την αρχαία κολόνα
που κοίταζε ο θαλασσινός.
Πώς θες να μπώ σ’ αυτή τη στάνη;οι στέγες μου έρχονται ως τους ώμους
κι’ όσο μακριά και να κοιτάξω
βλέπω γονατιστούς ανθρώπους
λες κάνουνε την προσευχή τους».

«Παλιέ μου φίλε δε μ’ ακούς;
σιγά – σιγά θα συνηθίσεις
το σπίτι σου είναι αυτό που βλέπεις
κι’ αυτή την πόρτα θα χτυπήσουν
σε λίγο οι φίλοι κι’ οι δικοί σου
γλυκά να σε καλωσορίσουν».

«Γιατί είναι απόμακρη η φωνή σου;
σήκωσε λίγο το κεφάλινα καταλάβω τι μου λεςόσο μιλάς τ’ ανάστημά σου
ολοένα πάει και λιγοστεύειλες και βυθίζεται στο χώμα».

«Παλιέ μου φίλε συλλογίσου
σιγά σιγά θα συνηθίσεις
η νοσταλγία σου έχει πλάσει
μια χώρα ανύπαρχτη με νόμους
έξω απ’ τη γης κι’ απ’ τους ανθρώπους».

«Πια δεν ακούω τσιμουδιά
βούλιαξε κι’ ο στερνός μου φίλος
παράξενο πώς χαμηλώνουν
όλα τριγύρω κάθε τόσο
εδώ διαβαίνουν και θερίζουν
χιλιάδες άρματα δρεπανηφόρα».

Τι στάση να υιοθετήσει κανείς για να νικήσει αυτή την αγωνία; Την ανταρσία; Τον αγώνα; Αυτό ίσως θα μπορούσε να κάνει ένας Σικελιανός. Ένας Παλαμάς. Δεν είναι αυτή η στάση του Σεφέρη, που καταφεύγει στην υποχώρηση, την καρδιά, μάλιστα, της υποχώρησης, στην εγκαρτέρηση. Ούτε η μια, όμως, ούτε η άλλη είναι συνώνυμες της φυγής. Ίσα – ίσα, ξεπερνώντας, υπερβαίνοντας την αδυσώπητη δύναμη της μοίρας, ο ποιητής φτάνει στη λευτεριά.

Στο ποίημα που έχει τίτλο: «Η Στέρνα», βλέπουμε –από το 1932, όταν ο Σεφέρης είτανε 32 χρονών- τη σιγανή και ήρεμη κάθοδο του ποιητή στη μοναξιά, τη σιωπή, στις μυστικές περιοχές της συνείδησης.

«Εδώ, στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
μονιά κρυφού νερού που θησαυρίζει.
Σκεπή της βήματα ηχηρά. Τ’ αστέρια
δε σμίγουν την καρδιά της. Κάθε μέρα
πληθαίνει, ανοιγοκλεί, δεν την αγγίζει».

Ανοίγει ο πάνω κόσμος σα ριπίδι και παίζει με το φύσημα του ανέμου. Πρόσωπα λάμπουν για μια στιγμή και σβήνουν μέσα σ’ ένα εβένινο σκοτάδι. Ο κόσμος πάνω της πληθαίνει, πάει, δεν την αγγίζει. Οι ώρες περνούν, οι ήλιοι και τα φεγγάρια,

«μα το νερό έχει δέσει σαν καθρέφτης»(...)
«Μόνη, και στην καρδιά της τόσο πλήθος
μόνη, και στην καρδιά της τόσος μόχθος
και τόσος πόνος, στάλα – στάλα μόνος» (...)
«Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οι θεοί μας!...»
«Τα μάρμαρα το ξέρουν, που κοιτάζουν»(...)
«ξένα, γεμάτα βλέφαρα, συντρίμια
καθώς περνούν τα πλήθη του θανάτου».

===============================================================

Ξαφνιασμένος από την αδυναμία της ψυχής να επικοινωνήσει με τόν κόσμο, ο ποιητής λέει, στο τέλος:

«Μα η νύχτα δεν πιστεύει στη αυγή κι’ η αγάπη ζει το θάνατο να υφαίνειέτσι, σαν την ελεύθερη ψυχή,μια στέρνα που διδάσκει τη σιγήμέσα στην πολιτεία τη φλογισμένη».

Ένα τελευταίο απόσπασμα θα εξηγήσει την εγκαρτέρηση –τη γαλήνια αποδοχή- του Σεφέρη. Το παίρνω από το ποίημα «Κίχλη» πού ‘χει τέσσερα μέρη. Είναι το όνομα ενός μικροκάραβου συγκοινωνίας που πλέει, στον πόλεμο, κοντά στο νήσι Πόρος, στην ανατολική πλευρά της Πελοποννήσου, ανάμεσα Αίγινας και Ύδρας.

«τό ΄λεγαν «Κίχλη»· ένα μικρό ναυάγιο· τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκάρι του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη».

Πραγματικά, το ναυάγιο είναι αιώνιο.Φωνές ανεβαίνουν απ’ την άβυσσο, που ο Σεφέρης, σαν τον Οδυσσέα, τις ακούει, μα δεν τις αναγνωρίζει,εκτός από μια:
«Κι’ άλλες φωνές σιγά – σιγά με τη σειρά τους
ακολουθήσαν· ψίθυροι φτενοί και διψασμένοι
που βγαίναν από του ήλιου τ’ άλλο μέρος, το σκοτεινό
·θά ‘λεγες γύρευαν να πιουν αίμα μια στάλα·είτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.
Κι’ ήρθε η φωνή του γέρου, αυτή την ένιωσα
Πέφτοντας στην καρδιά της μέρας
Ήσυχη, σαν ακίνητη:
«Κι α με δικάσετε να πιω φαρμάκι, ευχαριστώ
·το δίκιο σας θά ‘ναι το δικό μου· πού να πηγαίνω
γυρίζοντας σε ξένους τόπους, ένα στρογγυλό λιθάρι.
Το θάνατο τον προτιμώ·Ποιος πάει για το καλύτερο ο Θεός το ξέρει».

Ύστατο μάθημα του Σωκράτη, που δέχεται τη μεγάλη εξορία, την αδικία, τη μοίρα του.

Συμπέρασμα. –Για να Κυριαρχήσεις τον Ελληνισμό πρέπει να τον Αξίζεις.

Πρέπει, ωστόσο, να καταλήξουμε σ’ ένα συμπέρασμα. Η τραγωδία δεν τελειώνει παρά με το θάνατο. «Και πόσα χρόνια χάσαμε, λέει ο ποιητής, για να πεθάνουμε». Εδώ δεν υπάρχει κάθαρσις. Σ’ αυτήν, όμως, την ακίνητη και γαλήνια φωνή του Σωκράτη, που την κάνει ο ποιητής να ξανανεβαίνει από την άβυσσο και το πρώτο ναυάγιο του ελληνισμού, δεν υπάρχει πια ούτε αμηχανία, ούτε αγωνία. Ύστερ’ από τόσες φωνές, «Φωνές που ανεβαίνουν από την πέτρα, φωνές που ανεβαίνουν από τον ύπνο», όπως στις Μυκήνες· φωνές του μυστικού νερού, όπου τόση θλίψη μαζεύτηκε γουλιά – γουλιά, φωνές της στέρνας που, όμοια με μιαν ελεύθερη ψυχή, διδάσκει τη σιωπή: φωνές που από παντού, από τη θάλασσα και από τους τάφους, ανεβαίνουν και, ξαφνικά, παγώνουν, ακίνητες, απολιθωμένες, όπως οι χειρονομίες και η κίνηση ενός απότομα σταματημένου φιλμ, όπως μέσα στο όραμα που είχε ο Σεφέρης δει με τόσο θαυμαστό τρόπο στην εργατική κοιλάδα, στην Εγκωμή, στην Κύπρο· ύστερ’ από τόσες φωνές, τρομερές, ή οδυνηρές, ή μυστικές, να! Η τέλεια γαλήνη του Σωκράτη...

Το μάθημα τελείωσε. Ο άνθρωπος ξέρει ότι η μοίρα τον συντρίβει και ότι ο αγώνας που δέχτηκε να αναλάβει είναι προκαταβολικά χαμένος. Δεν θα ξεφύγει από τους δυο σκοτεινούς Σκοπέλους, απ’ όπου πρέπει να περάσει η οδυσσειακή σχεδία του. Η μοίρα, αρματωμένο με δρέπανα άρμα που θερίζει, δεν ξέρει πόσα δημιουργήματα ελληνικού μεγαλείου και ομορφιάς κατέστρεψε και καταστρέφει αδιάκοπα. Τουλάχιστον, με τη σκέψη του, με τη συνείδησή του, που ξαγρυπνά μεσ’ τη σιωπή και την άσκηση, ένας άνθρωπος, ο Γιώργος Σεφέρης, προσπαθεί να κυριαρχήσει πάνω στη δραματική μοίρα του ελληνισμού, και, κύριος της αγωνίας του, γίνεται ο μεγάλος ποιητής, ο άξιος ποιητής της ανθρώπινης μοίρας της σημερινής Ελλάδας.

Μεταφρ. Ξεν.Ι. Καράκαλος