Δευτέρα 13 Ιουλίου 2009

Ελληνωνύμων ενεργός αφελληνισμός

Tου Χρηστου Γιανναρα

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_247_12/07/2009_321944

Το ζητείν απανταχού το χρήσιμον ήκιστα αρμόζει τοις μεγαλοψύχοις και ελευθερίοις», λέει ο Αριστοτέλης. Δεν ταιριάζει σε ελεύθερους και μεγαλόψυχους ανθρώπους να ζητάνε παντού τη χρησιμότητα, να αξιολογούν το κάθε τι κρίνοντας πρωταρχικά πόσο χρήσιμο είναι. Το πρωτείο της χρησιμότητας δηλώνει υποταγή στις ενστικτώδεις ορμές εγωτικής αυτοσυντήρησης, μικρόψυχη έγνοια ατομικής εξασφάλισης. Οχι ελευθερία από την αναγκαιότητα, όχι μεγαλοψυχία.

Στον γεωγραφικό χώρο που ορίζουν η ευρωπαϊκή και η ασιατική ακτή του Αιγαίου και το μεταξύ αρχιπέλαγος γεννήθηκε, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη Ιστορία, το αίτημα να έχει προτεραιότητα η αλήθεια και όχι η χρησιμότητα. Γεννήθηκε η κριτική σκέψη: Η ανάγκη των Ελλήνων να διακρίνουν το πραγματικό από την ψευδαίσθηση, την αλήθεια από το ψέμα, την έγκυρη γνώση από την υποκειμενική εντύπωση. Να ξεχωρίσουν τον αξιόπιστο («πιστόν») από τον αναξιόπιστο («άπιστον») λόγο. Γεννήθηκε η φιλοσοφία, η επιστήμη.

Να γίνει ξεκάθαρο: Η προτεραιότητα της αλήθειας και όχι της χρησιμότητας δεν ήταν για τους Ελληνες ηθική επιταγή, ιδεαλιστικό αιτούμενο. Ηταν ανάγκη, ανάγκη κοινή, δηλαδή εμπειρικά κοινωνούμενη. Μια ανθρώπινη συλλογικότητα σημαδεύει την Ιστορία όχι με ηθικοπλαστικές «αξίες» και ιδεαλιστικές στοχεύσεις, αλλά με την ιεράρχηση των αναγκών της – ποια ανάγκη έρχεται πρώτη και ποια δεύτερη. Πρώτη ανάγκη για τους Ελληνες, μέσα από διεργασίες αιώνων, αναδύθηκε το αίτημα της αλήθειας. Στη μεσαιωνική και νεώτερη Ευρώπη (ώς σήμερα) το αίτημα των Ελλήνων υιοθετήθηκε με ενθουσιασμό, αλλά παραλλαγμένο σε ανάγκη για αποτελεσματικότητα, που είναι η αναιδέστερη μορφή χρησιμοθηρίας. Γι’ αυτό και η «επιστήμη» της Δύσης οδηγεί οπωσδήποτε στη χρησιμότητα, ακόμα και του Αουσβιτς ή της Χιροσίμα.

Η αλήθεια, όσο υπήρχε Ελληνισμός, ήταν από μόνη της το μέγιστο αγαθό και η κριτική αναζήτηση του αληθούς υπηρετούσε την κοινή ανάγκη να προσδιοριστεί τελικά η αλήθεια όχι ως γνώση μόνο, αλλά και ως ύπαρξη. Να προσδιοριστεί το αληθινά υπαρκτό (το «όντως ον»): αυτό που υπάρχει χωρίς περιορισμούς, μεταβολές, φθορά – αυτό που δεν πεθαίνει. Να προσδιοριστεί το πραγματικά υπαρκτό, γιατί ανάγκη του Ελληνα ήταν να μιμηθεί τον «τρόπο» ύπαρξης του όντως υπαρκτού: ανάγκη να «αθανατίζει» ο άνθρωπος, όπως είπε ο Πλάτων.

Αυτή η δεύτερη κοινή (εμπειρικά κοινωνούμενη) ανάγκη γέννησε το δεύτερο άλμα των Ελλήνων στην πανανθρώπινη Ιστορία: Αλμα μετάβασης από την «κοινωνίαν της χρείας» στην «κοινωνίαν του αληθούς» ή (με άλλη διατύπωση) από τη «φυσική κοινωνία» στην «πολιτική κοινωνία». Η «χρεία», η προτεραιότητα της χρησιμότητας, συγκροτεί κατά φυσική αναγκαιότητα (όχι κατ’ ελευθερίαν) τη συλλογική συμβίωση των ανθρώπων – με τον καταμερισμό της εργασίας και τις ανταλλακτικές σχέσεις κοινωνούνται οι βιοποριστικές ανάγκες, δημιουργείται η «φυσική κοινωνία». Με στόχο την κοινή πραγμάτευση του αληθούς, τη μίμηση του «τρόπου» της αθανασίας, γεννιέται η «πόλις», η «πολιτική κοινωνία»: μεταβάλλεται η αναγκαιότητα της συνύπαρξης σε ελεύθερο κοινό άθλημα να «αληθεύει» ο βίος, να είναι «κατ’ αλήθειαν» οι σχέσεις κοινωνίας.

Οι Ελληνες ονόμασαν «πόλιν» όχι τον αριθμητικά (ποσοτικά) διευρυμένο οικισμό, αλλά έναν άλλο «τρόπο» συλλογικότητας, θεσμικά και λειτουργικά ομόλογο του «αληθούς». Πιστοποιούσε η ελληνική εμπειρία ότι το αληθινά υπαρκτό στοιχείο της αισθητής πραγματικότητας (το άφθορο, αναλλοίωτο, αθάνατο) είναι ο δεδομένος και ανερμήνευτος «ξυνός» (κοινός) λόγος, η λογικότητα που προκαθορίζει το είδος και τις σχέσεις των υπαρκτών. Τα επιμέρους (ατομικά) υπαρκτά είναι φθαρτά, εφήμερα. Ομως, ο λόγος της μορφής και της δια-μόρφωσης των υπαρκτών είναι αιώνιος και αθάνατος, αυτός μεταβάλλει το σύμπαν σε «κόσμον» (κόσμημα) αρμονίας, ευταξίας, κάλλους.

Αυτή την κοσμιότητα των «κατά λόγον» και «ανά τον λόγον» σχέσεων, τον λόγο-τρόπο της αλήθειας και αθανασίας, θέλει να πραγματώσει η πολιτική κοινωνία, «ο μικρός της πόλεως κόσμος». Και η πραγμάτωση δεν είναι θέμα κοινής συμφωνίας («κοινωνικού συμβολαίου»), αλλά κοινού συνεχούς αθλήματος. «Πολίτης» είναι όποιος ελεύθερα δέχεται την τιμή να μετέχει στο άθλημα αληθείας που είναι η πολιτική. Την ευθύνη να τηρούνται οι όροι του αθλήματος την έχουν όλοι οι πολίτες, το «κράτος» (εξουσία - ευθύνη) το επιφορτίζεται όλος ο «δήμος» – το «πολίτευμα» (τρόπος λειτουργίας της «πόλεως») είναι «δημοκρατία».

Δυο ενδεικτικές συνέπειες έχει η τιμή να είσαι «πολίτης», μέτοχος του αθλήματος να αληθεύει ο βίος, του πολιτικού αθλήματος: Είναι αδιανόητο να θιγεί ή να κακωθεί το σώμα του πολίτη, αδιανόητη η σωματική βάσανος. Μαστιγώσεις, φραγγελώσεις, ακρωτηριασμοί, αυτονόητες σε εκείνους τους αιώνες ποινές, αποκλείονται στην ελληνική «πόλιν». Ο Σωκράτης καταδικάζεται από την Εκκλησία του Δήμου σε θάνατο (διότι και η δημοκρατία κάνει λάθη), αλλά δεν υπάρχει δήμιος να εφαρμόσει την ποινή: Θα πάρει μόνος του, ελεύθερα, να πιει το κώνιον ή θα φύγει από την πόλη.

Δεύτερη ενδεικτική συνέπεια: Οι πολίτες στη δημοκρατία δεν εκλέγονται στα θεσμικά αξιώματα, κληρώνονται. Οποιος έχει την τιμή να είναι πολίτης, είναι εξ ορισμού και ικανός για οποιοδήποτε αξίωμα - ευθύνη διαχείρισης των κοινών. Ούτε έχει σημασία το γεγονός ότι η πραγμάτωση της δημοκρατίας διήρκεσε ελάχιστες δεκαετίες, στην Αθήνα και μόνο. Την Ιστορία τη σημάδεψε η στόχευση των Ελλήνων, αυτή παραμένει πανανθρώπινο μέτρο και κριτήριο αποτίμησης των προτεραιοτήτων κάθε συλλογικότητας.

Βέβαια, το μέτρο - κριτήριο αλλοτριώθηκε, το καπηλεύτηκαν λαοί βαρβαρικοί χρησιμοθηρικών προτεραιοτήτων, κυρίως μετά την εξαφάνιση του Ελληνισμού από το ιστορικό προσκήνιο με την Τουρκοκρατία. Πόσοι καταλαβαίνουν σήμερα, στον διεθνή χώρο, ότι η «πολιτική» στοχεύει στον «κατ’ αλήθειαν» βίο, ότι η «δημοκρατία» προϋποθέτει άξονα μεταφυσικής αναζήτησης, ότι είναι άθλημα σχέσεων κοινωνίας, όχι «συμβόλαιο» για τη θωράκιση κάθε εγωτικής αυτονομίας.

Θεωρητικά, το ελλαδικό κρατίδιο που προέκυψε από την εξέγερση του 1821 θα μπορούσε να διασώσει, έστω και μόνο ως συνείδηση και μαρτυρία, την ειδοποιό διαφορά και ταυτότητα του Ελληνισμού μέσα στην Ιστορία. Ομως ποτέ δεν διδαχθήκαμε στην παιδεία του κρατιδίου, ούτε ως πληροφορία, τι σημαίνουν για την ανθρωπότητα τα δύο άλματα των κάποτε Ελλήνων: η γέννηση της κριτικής σκέψης και η ανάδυση της πολιτικής κοινωνίας.

Το ελλαδικό κρατίδιο είναι μια μιμητική απόφυση της Δύσης, δεν υπάρχει τίποτα ελληνικό στο ελλαδικό κρατίδιο – θεσμοί, παιδεία, Τέχνη, ατομική καλλιέργεια, όλα μεταπρατικά, όλα απομιμήσεις και πιθηκισμός. Γι’ αυτό και πανηγυρίζουμε ανίδεοι, οι Ελληνώνυμοι του βαλκανικού νότου, που ένας Αμερικανοελβετός έστησε απέναντι από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης τη βλάσφημη νεοπλουτίστικη αναίδεια της χρησιμοθηρίας αρχιτεκτονημένη – ναι, απέναντι στο σύμβολο του μεταφυσικού στόχου της πολιτικής, τον Παρθενώνα.

Και είναι το αρχιτεκτόνημα του Ελβετού απολύτως συντονισμένο με την τεταρτοκοσμική μας «δημοκρατία».

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

Απογραφή νοητικής και κριτικής καλλιέργειας

Tου Χρηστου Γιανναρα
Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή

Ερώτηση κρίσεως: Την υπανάπτυξη μιας κοινωνίας την τεκμηριώνουν ασφαλέστερα οι υψηλοί δείχτες διαφθοράς ή οι πολύ χαμηλοί δείχτες νοητικής καλλιέργειας;

Για τη διαφθορά οι δείχτες προκύπτουν από στατιστικές μετρήσεις: Πόσες περιπτώσεις χρηματισμού κομμάτων ή πολιτευτών ή κρατικών λειτουργών έρχονται στο φως ως «σκάνδαλα» μέσα σε ένα χρόνο. Και πόσο ποσοστό πολιτών δηλώνει στους δημοσκόπους ότι δωροδόκησε δημόσιο υπάλληλο για να παραβιάσει ατιμώρητα τον νόμο ή έστω για να κάνει τη δουλειά του. Οι στατιστικές κατατάσσουν την Ελλάδα τέταρτη σε επιδόσεις διαφθοράς από όλες τις κοινωνίες του πλανήτη – οι τρεις που προηγούνται είναι λατινοαμερικανικές.

Οι δείχτες νοητικής καλλιέργειας είναι πιο δυσπρόσιτοι σε μετρήσεις. Απογράφεται συνήθως το ποσοστό των «λειτουργικώς αναλφαβήτων» σε μια χώρα: των ανθρώπων που έχουν τελειώσει κάποιες τάξεις σχολείου ή και στο σύνολό της την «υποχρεωτική» εκπαίδευση, αλλά δεν ξέρουν ανάγνωση και γραφή ή δυσκολεύονται τόσο, ώστε να τις αποφεύγουν. Καταμετρούν επίσης οι στατιστικές το ποσοστό των ανθρώπων που δεν καταλαβαίνουν το κύριο άρθρο μιας εφημερίδας ή δεν προλαβαίνουν να κατανοήσουν τους υπότιτλους (στη μητρική τους γλώσσα) σε μια ξενόγλωσση ταινία.

Στην Ελλάδα καταμέτρηση (με επιστημονική εγκυρότητα) των λειτουργικώς αναλφαβήτων μάλλον δεν έχει γίνει ποτέ. Η VPRC έχει καταμετρήσει ότι το 65,8% του ελλαδικού πληθυσμού δεν διαβάζει ούτε ένα βιβλίο τον χρόνο, το 39% ούτε και εφημερίδα και στην ελλαδική επικράτεια ο μέσος όρος τής κατ’ άτομο τηλεθέασης ημερησίως είναι τέσσερις (4) ώρες («Κ» 4/12/05). Τα στοιχεία είναι ανεπαρκέστατα και δίχως επαρκή στοιχεία σε αυτό τον τομέα είναι κωμικό να συζητάμε για σχεδιασμούς ανάπτυξης, προγραμματισμούς παραγωγικότητας, μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμό του κρατικού μηχανισμού.

Με ένα μικρό μέρος του πακτωλού των χρημάτων που διαθέτουν συνεχώς τα κόμματα για να παρακολουθούν τις μεταβολές και την αυξομείωση προτιμήσεων του εκλογικού «σώματος» θα μπορούσαν να συναχθούν επιστημονικής εγκυρότητας δείχτες της νοητικής καλλιέργειας των Ελλαδιτών σήμερα. Αλλά μια τόσο ρεαλιστική αυτογνωσία είναι ζήτημα αν την αντέχει η ελλαδική κοινωνία. Και είναι κυρίως τα κόμματα που δεν θα ήθελαν ποτέ να έρθουν στο φως τα αποτελέσματα τέτοιων καταμετρήσεων.

Δεν θα το ήθελαν, διότι: Πρώτον, έχουν την κεντρική ευθύνη για το επίπεδο σήμερα της σχολικής και πανεπιστημιακής εκπαίδευσης. Δεύτερον, αν οι πολίτες με καλλιεργημένη σκέψη και κρίση αποδειχθούν κρίσιμη για το εκλογικό αποτέλεσμα μάζα, τότε η «επικοινωνιακή» αποκλειστικά λογική λειτουργίας των κομμάτων θα καταρρεύσει· θα πρέπει να αλλάξει ριζικά ο πολιτικός λόγος, μηχανισμοί, δομές και λειτουργίες των κομμάτων, να υπάρξουν ρεαλιστικά πολιτικά προγράμματα – κοντολογίς να ανασυνταχθεί εκ βάθρων το πολιτικό σύστημα. Τρίτον, όλος ο τεράστιος μηχανισμός που έχουν στήσει τα κόμματα για τη μεθοδική εξηλιθίωση των μαζών (κρατικός τζόγος, συστηματική προαγωγή της κρετινικής «ποδοσφαιροφιλίας», δαψιλώς επιδοτούμενη ευτέλεια των ιδιωτικών καναλιών) ενδέχεται να αποκαλυφθεί, να ξεγυμνωθούν οι στόχοι του, να λειτουργήσει ως ψηλαφητό τεκμήριο του αντικοινωνικού ρόλου των κομμάτων.

Το επιχείρημα ότι οι πρακτικές αυτές αποχαύνωσης των μαζών ασκούνται σε πολλές σήμερα «αναπτυγμένες» κοινωνίες, είναι επιπόλαιη υπεκφυγή: Διότι δεν είναι ίδια παντού τα κοινωνικο-πολιτικά δεδομένα, υπάρχουν κοινωνίες με ισχυρές εξασφαλίσεις ιστορικής επιβίωσης, όπου ποικίλες ελίτ πηδαλιουχούν τον δημόσιο βίο και η μεθοδική εξηλιθίωση των αφελών απλώς διευκολύνει την ολιγαρχία και τις στοχοθεσίες της. Αλλά ο Ελληνισμός επιβίωσε μέσα στην Ιστορία μόνο χάρη στην πρόταση πολιτισμού που κόμιζε και που ενδιέφερε πανανθρώπινα, πρόταση που γεννιόταν και ανανεωνόταν από μια συλλογικότητα με εκπληκτικό επίπεδο πνευματικής καλλιέργειας – η γλώσσα και μόνο μαρτυρεί την καθολικότητα της καλλιέργειας.

Γι’ αυτό και μια απογραφή του επιπέδου νοητικών και κριτικών ικανοτήτων του ελλαδικού πληθυσμού σήμερα, είναι ανάγκη περισσότερο επείγουσα από οποιοδήποτε άλλο κοινωφελές έργο. Η αποκάλυψη της πραγματικότητος ενδέχεται να προκαλέσει σοκ, να λειτουργήσει σαν καταλύτης κοινωνικο-πολιτικής ανασύνταξης τόσο αποφασιστικός, όσο θα ήταν ίσως και ο εδαφικός διαμελισμός του κράτους. Για τον λόγο ακριβώς αυτόν το εγχείρημα μιας τέτοιας απογραφής μόνον ιδιώτες μπορούν να το τολμήσουν – κάποιο Ιδρυμα ισχυρό οικονομικά, με αποδεδειγμένη φιλοπατρία εντοπισμένη στη δυναμική του πολιτισμού και όχι του εθνικισμού, Ιδρυμα αδιάφθορο από σκοπιμότητες οικογενειοκρατίας.

Απαιτείται πολυμερές πρόγραμμα στελεχωμένο με εξειδικευμένους ερευνητές και προσωπικό έμπειρων δημοσκόπων – έτσι μοιάζει. Να μπορέσουν να καταμετρήσουν, σε αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμικών ομάδων, το επίπεδο νοητικής και κριτικής καλλιέργειας. Των χιλιάδων, λ. χ., που παραληρούσαν τις προάλλες στο αεροδρόμιο για την άφιξη επιδέξιου ποδοσφαιριστή, αγορασμένου στην ελεύθερη σωματεμπορία την αποκαλούμενη «μεταγραφές». Με αντίτιμο που θα αρκούσε να εξανθρωπίσει τη βαναυσότητα των χώρων νοσηλείας μεγάλου ελλαδικού νοσοκομείου.

Να καταμετρήσουν και διαβαθμίσουν τη νοημοσύνη του συρφετού των κάθε απόχρωσης οπαδών, που εξακολουθούν να χοροπηδάνε διατεταγμένα κάτω από τα μπαλκόνια των επαγγελματιών της εξουσίας, με πλαστικές σημαιούλες, εθελόδουλοι, κρετινικής μονοτροπίας. Να βυθομετρήσουν το έρεβος αλογίας της τεράστιας (όπως μοιάζει) πληθυσμικής μάζας, που παραιτημένη από κάθε δημιουργική φιλοδοξία ζει μόνο για να ποντάρει στα παραισθησιογόνα του κρατικού τζόγου με παθολογική αβουλία και μονομανή εξάρτηση.

Η διερεύνηση απαιτεί ιδιάζουσα ευφυΐα και κατάρτιση προκειμένου να ανιχνευτούν δείχτες νοητικής και κριτικής επάρκειας «ηγετικών» ομάδων της ελλαδικής κοινωνίας σήμερα. Των αρχαιολόγων, λ. χ., που είχαν συντάξει τους αφόρητης κενολογίας σχολιασμούς των ΜΜΕ για τα εγκαίνια της νεοπλουτίστικης αρχιτεκτονικής βλασφημίας, οιηματικά αδιάντροπης, απέναντι στον ιερό βράχο της Ακρόπολης των Αθηνών.

Να κριθούν οι αυτουργοί της κενολογίας με ερωτήματα στοιχειώδους λογικής: Γιατί «ιερός» ο βράχος της Ακρόπολης, ποια η σχέση της «ιερότητας» με το «αληθές» και του «αληθούς» με το «κάλλος» για τους Ελληνες, γιατί «άγαλμα» (πρόξενος αγαλλίασης) το έργο της Τέχνης και πόσο είναι έγκλημα κατά της ανθρωπότητας να εκθέτεις σήμερα αυτά τα ιλιγγιώδη επιτεύγματα του «αθλήματος αληθείας» με προτεραιότητες όχι σεβασμού της ιερότητας, αλλά χυδαίου εντυπωσιασμού των άσχετων και υποταγή στις απαιτήσεις των show business.

Aνάλογα ερωτήματα να κρίνουν και τους βουλευτές, τους άρχοντες της κεντρικής και κάθε τοπικής διοίκησης, τα σμήνη κάθε κομματικής καμαρίλας, τους ηγουμένους των κρατικών λειτουργημάτων. Αν η έρευνα διαψεύσει τις μελαγχολικές μας υποψίες, θα είναι πανήγυρις η χαρά. Αν αποδείξει εκβαρβαρισμένους τους σημερινούς ελληνώνυμους, και πάλι η αλήθεια θα είναι ιαματικότερη από τις ψευδαισθήσεις.

Αρκεί να βρεθεί ιδρυματικός φορέας να αναλάβει το εγχείρημα. Απροκατάληπτης φιλοπατρίας.

Κυριακή 5 Ιουλίου 2009

Τα εννιά κακά της Παιδείας μας

Γεώργιος Μπαμπινιώτης | Κυριακή 5 Ιουλίου 2009
www.tovima.gr.

Ασχολούμενος πολλά χρόνια με την Παιδεία μας σε όλες τις βαθμίδες, τελευταία δε- λόγω τού Εθνικού Διαλόγου- περισσότερο εντατικά και σε μεγαλύτερη έκταση και βάθος, διαπιστώνω- όχι για πρώτη φορά ούτε καν πρώτος- ορισμένες έκδηλες αδυναμίες, που αν δεν αρθούν δεν θα μπορέσει ποτέ να ορθοποδήσει η Εκπαίδευσή μας. Θα αναφερθώ επιγραμματικά σ΄ αυτές, σε ό,τι θα μπορούσε να ονομασθεί «τα εννιά κακά τής Παιδείας μας», αφήνοντας για επόμενο κείμενό μου τους τρόπους αντιμετώπισής τους.

  1. Εχουμε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που δεν αξιολογείται! Δεν γνωρίζουμε δηλαδή με υπεύθυνο, επιστημονικό, συστηματικό και επαναλαμβανόμενο τρόπο τις αδυναμίες και τις δυνάμεις τού συστήματος με το οποίο μορφώνουμε τα παιδιά μας. Ετσι δεν μπορούμε να παρεμβαίνουμε διορθωτικά και να το βελτιώνουμε. Λειτουργούμε, κατά κανόνα, εμπειρικά. Το εκπαιδευτικό μας σύστημα βαδίζει από χρόνια σχεδόν με αυτόματο πιλότο!
  2. Εχουμε τους εκπαιδευτικούς μας ανεπαρκώς καταρτιζομένους στα Πανεπιστήμιά μας και σπανίως επιμορφούμενους στην Εκπαίδευση. Δεν τους ετοιμάζουμε δηλαδή όσο και όπως πρέπει για εκπαιδευτικούς στα πανεπιστήμιά μας κι αφού μπουν στην Εκπαίδευση δεν υπάρχει τακτική, περιοδική, υποχρεωτική επιμόρφωση, κατάλληλα οργανωμένη και με παροχή κινήτρων. Ακατάρτιστος και ανεπιμόρφωτος εκπαιδευτικός (σε συνδυασμό με τις αδυναμίες τού εκπαιδευτικού μας συστήματος) δεν εγγυάται καμιά ποιότητα στην Παιδεία μας...
  3. Εχουμε μια Τεχνική- Επαγγελματική Εκπαίδευση εκπαιδευτικά και κοινωνικά απαξιωμένη. Φαίνεται σαν να τη θεωρούμε κατάλληλη μόνο για παιδιά ενός κατώτερου Θεού! Αποτέλεσμα: η συσσώρευση υποψηφίων για σπουδές στα Πανεπιστήμια και, κατ΄ επέκταση, οι στρατιές ανέργων, υποαπασχολουμένων και υπαμειβομένων πτυχιούχων.
  4. Εχουμε «πετύχει» μια γενικότερη κοινωνική απαξίωση τού δασκάλου. Η ελληνική κοινωνία δεν εμπιστεύεται τον δάσκαλο, όπως άλλωστε δεν εμπιστεύεται τον δικαστή, τον παπά, τον γιατρό, τον δημόσιο υπάλληλο κ.ά. Η αναξιοπιστία αυτή οδηγεί στην αναζήτηση όλο και περισσότερων δικλίδων ασφαλείας. Ετσι φτάσαμε σ΄ ένα αδιάβλητο μεν αλλά αναξιόπιστο και απάνθρωπο σύστημα εξετάσεων για τα πανεπιστήμια που από τη μια υπονόμευσε την έγκυρη φυσική αξιολόγηση τού μαθητή από τους δασκάλους του μέσα στο σχολείο κι από την άλλη μετέτρεψε το Λύκειο σε φροντιστήριο, χωρίς μάλιστα να εμπιστεύεται τη δουλειά που γίνεται σ΄ αυτό.
  5. Εχουμε το φροντιστήριο να παίζει τον ρόλο τού Λυκείου και, στην πράξη, να υποκαθιστά το Σχολείο σε βαρύτητα, αξιοπιστία και φοίτηση. Από τη στιγμή που μια καίρια αυτοτελή μορφωτική βαθμίδα που ήταν το Λύκειο τη μετατρέψαμε σε προπαρασκευαστικό για τα Πανεπιστήμια σχολείο (χωρίς όμως να μετράει η φοίτηση και η επίδοση των μαθητών σ΄ αυτό!..), στρέψαμε τους μαθητές σ΄ ένα άλλο προπαρασκευαστικό «σχολείο», το φροντιστήριο, το οποίο- με όρους ιδιωτικής οικονομίας- λειτουργεί καλύτερα από το δημόσιο σχολείο και κατάφερε μάλιστα να γίνει και θεσμός!
  6. Εχουμε ένα ξεπερασμένο εκπαιδευτικό σύστημα σχολείου, το οποίο απωθεί τους μαθητές (σχετική έρευνα έχει δείξει ότι οι μαθητές μας αισθάνονται αδιαφορία, καταπίεση, πλήξη έως απογοήτευση από το σχολείο!). Δεν αγαπούν οι μαθητές μας το σχολείο ούτε θέλουν να βρίσκονται σ΄ αυτό, γιατί πιστεύουν ότι όπως λειτουργεί δεν τους προσφέρει τίποτε ενδιαφέρον και σημαντικό για τη ζωή τους.
  7. Εχουμεμεγάλες εκπαιδευτικές ανισότητες στη σχολική μας εκπαίδευση. Σχολεία χωρίς ή με εναλλασσόμενους δασκάλους, με εξαιρετικά ανόμοιες και αβοήθητες μαθητικές ομάδες, σχολεία διοικητικώς ανοργάνωτα και εκπαιδευτικώς ανυποστήρικτα. Σχολεία στο έλεος τού Θεού που λειτουργούν με τον πατριωτισμό κάποιων δασκάλων.
  8. Εχουμε μια Πολιτεία που διαχρονικά στην Παιδεία και στον πολιτισμό δεν δίνει καμιά προτεραιότητα, όπως φαίνεται και από τα οικονομικά μεγέθη που διαθέτει στον Προϋπολογισμό. Παιδεία και πολιτισμός όχι μόνο έχουν διαχωρισθεί στη συνείδησή μας, αλλά έχουν υποβαθμισθεί θεσμικά, οικονομικά και κοινωνικά, με αποτέλεσμα να έχουν συσσωρευθεί με τον καιρό όγκοι προβλημάτων, τα οποία έχουν τελικά καταστεί και δυσεπίλυτα.
  9. Εχουμε μια Παιδεία που, σε πολιτικό-κομματικό επίπεδο, είναι «πεδίο συγκρούσεων» αντί να αποτελεί «πεδίο συγκλίσεων». Σε όλες τις προηγμένες χώρες, αν υπάρχει ένα πεδίο που προχωρεί με σύγκλιση απόψεων, με συμπληρωματικότητα και με αμοιβαίες υποχωρήσεις, είναι η Παιδεία. Στη χώρα μας αποτελεί αντιθέτως πεδίο τεχνητού και αδικαιολόγητου κομματικού ανταγωνισμού, με ανυπολόγιστο κόστος για την ανάπτυξη τού τόπου σε όλα τα επίπεδα (κοινωνικό, οικονομικό, εθνικό).

Οι στρεβλώσεις, που πολύ αδρομερώς περιέγραψα, έχουν τόσο εδραιωθεί στη συνείδηση τού κόσμου, ώστε όταν μιλάς για μια δραστική συνολική αντιμετώπισή τους, σε κοιτούν ανήσυχα, ενίοτε τρομαγμένα, άλλοτε δύσπιστα, συχνά συγκαταβατικά, συμφωνώντας ωστόσο όλοι ανεξαιρέτως- να το πούμε κι αυτό- ότι είναι ανάγκη να γίνουν. Ενοχλεί ίσως όλους μας το ξεβόλεμα... Αλλά έχουμε άλλη διέξοδο ή άλλα περιθώρια;

Ο κ. Γεώργιος Μπαμπινιώτης είναι καθηγητής της Γλωσσολογίας, πρόεδρος του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού, τέως πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών

Κίνδυνοι για τον υπαρκτό Ελληνισμό

Με πρόσχημα την αποδοχή της ετερότητας του ξένου έχουμε αποποιηθεί την ομοιότητα του ομοεθνού μας
Ηλίας Σταμπολιάδης | Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009
Στις ημέρες μας η πατροπαράδοτη ελληνική φιλοξενία έχει μετατραπεί σε αχίλλειο πτέρνα του Ελληνισμού. Η ανεξέλεγκτη σε ποσότητα και ποιότητα λαθρομετανάστευση δημιουργεί προφανείς κινδύνους για τον υπαρκτό Ελληνισμό.

* Προκαλεί δημογραφική αλλοίωση και απειλεί τη συνέχεια του γένους που ήδη φθίνει λόγω της υπογεννητικότητας των Ελλήνων και τη συνεχή, δυσανάλογη εισροή μεταναστών.

* Διασπά την αποκλειστική σχέση των Ελλήνων με τον ελλαδικό χώρο, που ανέκτησαν με θυσίες στην επανάσταση του 1821 και στους βαλκανικούς πολέμους.

* Αυξάνει την ανεργία των ελλήνων πολιτών και αναιρεί τις κατακτήσεις της ελληνικής εργατικής τάξης, υποβαθμίζοντάς τη σε τριτοκοσμικό επίπεδο, ενώ ταυτόχρονα ισχυροποιεί το κεφάλαιο. Φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε θύμα τον μετανάστη που αμείβεται με 30 ευρώ Χ 25 = 750 ευρώ έναντι των παιδιών μας, με πολυετή πανεπιστημιακή κατάρτιση, που αποτελούν τη γενιά των 700 ευρώ. * Με τον ισχυρισμό της αποδοχής του άλλου αφελληνίζουμε την εκπαίδευση σε όλες τις βαθμίδες, με ακραίο παράδειγμα το βιβλίο Ιστορίας της Στ΄ Δημοτικού.

* Αποδεικνύεται αδύνατον να αφομοιωθεί από την ελληνική κοινωνία ένας τόσο δυσανάλογος αριθμός μεταναστών. Το αποτέλεσμα είναι η γκετοποίηση στις πόλεις και η αύξηση της εγκληματικότητας με τη δημιουργία μαφιόζικων κυκλωμάτων αλλοεθνών.

* Αντί για την υποσχόμενη ειρηνική «πολυπολιτισμική» συμβίωση, βιώνουμε ένα κλίμα σύγκρουσης πολιτισμών και η εξουσία αδυνατεί πλέον να εγγυηθεί την ασφάλεια και τη δημοκρατία. * Οι μετανάστες από όμορες χώρες με αλυτρωτικές βλέψεις αποτελούν εν δυνάμει κίνδυνο προς την αποσύνθεση της Ελλάδος.

Με πρόσχημα την αποδοχή της ετερότητας του ξένου έχουμε αποποιηθεί την ομοιότητα του οικείου ομοεθνού μας. Η διατήρηση της παράδοσης και η καλλιέργεια των στοιχείων που συνθέτουν την ταυτότητα του γένους και το διαφοροποιούν σαν οντότητα από τους γύρω λαούς συκοφαντείται σαν ρατσισμός.

Η φυσική αγάπη και η υπερηφάνεια για την πατρίδα, απαραίτητα στοιχεία για την επιβίωση του έθνους, καταγγέλλεται σαν εθνικισμός.

Δεν είναι, όμως, δυνατόν να αποδεχθεί κανείς τον άλλον σαν ετερότητα του Εσύ αν ο ίδιος δεν συγκροτεί μια ολοκληρωμένη οντότητα του φυσικού Εγώ. Μόνο τότε μπορεί να υπάρξει σχέση ισότητας με τον άλλον, σε αντίθετη περίπτωση η αλλοίωση του «εγώ» για να εισχωρήσει σε αυτό ο άλλος αποτελεί μηδενιστική και αντεθνική πολιτική, που δυστυχώς βρίσκει οπαδούς στην Αριστερά και τα δύο εναλλασσόμενα στην εξουσία κόμματα.

Την εποχή που υπάρχει τόσο οικολογικό ενδιαφέρον για τη βιοποικιλότητα των φυτών και των ζώων είναι να απορεί κανείς με την αδιαφορία των οπαδών του «πολυπολιτισμού» για τη εξελισσόμενη εθνοκτονία του Ελληνισμού από το ίδιο το κράτος που υποτίθεται ότι υπάρχει να τον υπηρετεί. Αλλο η μεταναστευτική πολιτική που καθορίζει ποιους και πόσους μετανάστες θα δεχθούμε και άλλο η πολιτική για τον μετανάστη που καθορίζει την ένταξη των νομίμων στο κοινωνικό σύνολο στο οποίο οφείλουν να ενσωματωθούν.

Σήμερα δίνουμε μόνιμη άδεια αλλά και υπηκοότητα με ψηφοθηρική σκοπιμότητα σε όσους κατόρθωσαν να ευρίσκονται στη χώρα νόμιμα ή παράνομα, ενθαρρύνοντας με τον τρόπο αυτόν νέα κύματα μεταναστών προς τον παράδεισο που ακόμη λέγεται Ελλάς.

Ο κ. Ηλ. Σταμπολιάδης είναι αναπληρωτής καθηγητής στο Πολυτεχνείο Κρήτης.