Πέμπτη 21 Μαΐου 2009

Ιστορικός αναθεωρητισμός και διεθνής πολιτική

της Μαρίας Μ. στο anixneuseis.gr

Κλασικοί και σημερινοί όροι ιστοριογραφίας

Ο κλασικός ορισμός στηρίζεται στο διαχρονικό Θουκυδίδη επειδή κατά την άποψή του πρέπει να καταγράφονται τα γεγονότα που είναι «σημαντικά», δηλαδή που σημαίνουν κάτι σύμφωνα με διαχρονικές αξίες και έχουν αξιολογηθεί ως τέτοια σύμφωνα με διαχρονικούς ηθικούς κανόνες.

Η σημερινή άποψη θέλει τα γεγονότα «ασήμαντα», απαξιώνοντας κάθε αξιολογική διάκριση και αμφισβητώντας τα πανανθρώπινα κριτήρια, επειδή επικρατεί η ταύτιση του πολιτισμού με τις ιδεολογίες σε επίπεδο κουλτούρας. 

Και επειδή όλοι οι ‘νορμάλ’ άνθρωποι θεωρούν αυτονόητο ότι η ιστορία δεν πρέπει να παραχαράσσεται από ρατσιστικές, ναζιστικές, φασιστικές, ολοκληρωτικές, εθνικιστικές προκαταλήψεις καθιερώθηκε ως ‘νόρμα’ (υιοθετήθηκε δηλαδή θεσμικά η κυρίαρχη ακαδημαϊκή πρακτική) ο «παροντικός χαρακτήρας της ιστορίας». Έγινε δηλαδή ευρέως αποδεκτός ο ιστορικός αναθεωρητισμός ως ‘ιδεολογική αποφόρτιση’, χωρίς να εξεταστεί τί ακριβώς σημαίνει η πρακτική της ‘αποδόμησης’, γιατί το νόημα της αποφυγής προκαταλήψεων έγινε εχθρότητα κατά της διάκρισης και κατά της κριτικής σκέψης, πώς υπηρετεί τους νέους πολιτικούς στόχους, ποιοί ευθύνονται για την πολιτικοποίηση του αναθεωρητισμού και ποιοί τη χρησιμοποιούν σαν νέα ιδεολογική τρομοκρατία.
Είναι όμως απαραίτητο να προβληματιστούμε όλοι γιατί ο αναθεωρητισμός γεννήθηκε και αναπτύχθηκε μαζί με την παγκοσμιοποίηση. Γιατί παρά τις καλές προθέσεις υπηρετεί κακές πολιτικές πρακτικές. Γιατί παρά τον ‘προοδευτικό’ χαρακτήρα του καλλιεργεί φαινόμενα ολοκληρωτισμού. 


Γέννηση δύο αναθεωρητικών φαινομένων

Στην εικοσαετία ’60 – 70, που σηματοδοτείται από το ‘τέλος των ιδεολογιών’, αριστεροί διανοούμενοι στράφηκαν στην ιστορία, η οποία στη μαρξιστική θεωρία δεν είναι παρά ένα ιδεολογικό φαινόμενο. Ο αριστερός αυτός χαρακτήρας της αναθεώρησης συνεπάγεται ότι η επιβεβλημένη αποδόμηση του περιεχομένου της σαν ιδεολογικής αφήγησης συνεπάγεται αφαίρεση κάθε στοιχείου σημαντικό πολιτισμού, δηλαδή ‘πολιτιστικού εποικοδομήματος’.
Η εποχή όμως αυτή σηματοδοτείται και από την κοινωνική ‘απελευθέρωση’ (εξ αιτίας της κοινωνικής απορρύθμισης που προκάλεσε η οικονομική) με την αίσθηση του ‘χαοτικού’ Όλα Επιτρέπονται (εξ αιτίας της πολυπλοκότητας του νέου περιβάλλοντος). Στις συνθήκες αυτές, ο νέος τύπος κοινωνικής προσωπικότητας, ο ναρκισσιστικός,  απεχθάνεται πιο πολύ να τον κρίνουν από όσο φοβάται να τον τιμωρήσουν. Διαμορφώθηκε έτσι η νέα κουλτούρα, η λεγόμενη ναρκισσιστική ηθική, ως συλλογική εχθρότητα απέναντι στις αξιολογικές κρίσεις και τις δεσμεύσεις, ως συλλογική καταδίκη των ηθικών διακρίσεων.

Κυριαρχεί έκτοτε μια νέα εκδοχή του πολιτισμικού σχετικισμού, η οποία αφενός, νομιμοποιεί και ενισχύει τον ιστορικό αναθεωρητισμό και αφετέρου, διαμόρφωσε τον αναθεωρητισμό όλων των υπολοίπων κοινωνικών επιστημών. Με αποτέλεσμα, από τη μια μεριά να οδηγεί στην αποδόμηση και της εθνικής ταυτότητας και από την άλλη, στην αποδόμηση της πολιτιστικής ταυτότητας.  

Εξέλιξη των φαινομένων

Η αντίθεση προθέσεων και πράξεων είναι σημαντικό να επισημαίνεται με κάθε ευκαιρία επειδή πρόκειται για την κατ’ εξοχήν ανθρώπινη αδυναμία, η οποία σε ένα περιβάλλον ατομικής ανωριμότητας και συλλογικής ανυπαρξίας αξιών και μέτρων αυτό-περιορισμού γίνεται καταστροφική. Έχει σημασία επίσης να διευκρινιστεί ότι για την ανυπαρξία αυτή ευθύνεται η απαξία του πολιτισμού τόσο στο μαρξιστικό πρίσμα όσο και στο διάχυτο ναρκισσιστικό. Να υπογραμμίζεται επίσης πόσο εκρηκτικό είναι το μείγμα όταν συνδυάζονται τα δύο και ότι το μείγμα αυτό είναι το κυρίαρχο στο χώρο των ‘ειδικών’ της εξουσιαστικής ελίτ. 

Ο πολιτισμικός σχετικισμός δημιουργήθηκε στο μεσοπόλεμο από το φόβο του ανερχόμενου ρατσισμού-ναζισμού με την προσπάθεια να εξηγηθούν οι φυλετικές προκαταλήψεις στο πεδίο της κουλτούρας. Ξεκίνησε δηλαδή στο πλαίσιο της ανθρωπολογίας, με τη μελέτη της κουλτούρας των πρωτόγονων φυλών, αλλά μετά το ’60 στρεβλώθηκε και επεκτάθηκε σε όλες τις κοινωνικές επιστήμες (ιστορία, κοινωνιολογία, πολιτική επιστήμη, ψυχολογία, ανθρωπολογία, εθνολογία). Μέχρι όμως την εποχή της Μαύρης Αθηνάς (αφρο-ασιατικές ρίζες του ελληνικού πολιτισμού) περιοριζόταν στον ακαδημαϊκό χώρο. Η πολιτικοποίηση του αναθεωρητισμού  έφτασε στην Αμερική σε νομοθετήματα για την ‘πολυπολιτισμική’ κοινωνία και διεθνώς στην επίσημη υιοθέτηση  της καταδίκης των αξιακών διακρίσεων ως της πολιτικά ορθής στάσης.

Η δε διάχυση της καταδίκης αυτής έχει οδηγήσει στο να θεωρείται η ίδια «η δημοκρατία ως ασήμαντη (!) πολιτική», όπως αναφέρεται στον τίτλο πρόσφατου άρθρου του Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου Αντώνη Μανιτάκη. Στο άρθρο αυτό καταδεικνύεται πώς η αποδόμηση της αντίληψης της Δημοκρατίας με τη σχετικοποίησή της σε ιδεολογία (από το μαρξιστή ιστορικό αναθεωρητή Λ. Κάμφορα) συμπυκνώνεται στην πολιτική θεωρία ‘τι δημοκρατία τι δικτατορία’.  


Εξουσία της ελίτ και ελληνική περίπτωση

Σήμερα, είναι γεγονός ότι ο σχετικισμός των αξιών του πολιτισμού και της δημοκρατίας επιβάλλεται είτε ως ιδεολογική τρομοκρατία / ‘πολιτικά ορθός’ είτε ως  ‘εκσυγχρονιστικός’/ ‘δημοκρατικός’. Γιατί είναι γεγονός ότι η εξουσία σήμερα ανήκει στην ελίτ, στους μηχανισμούς της οποίας οι αναθεωρητές - ‘ειδικοί’ καθαρίζουν τους θεσμούς (σχολεία, ΜΜΕ, πανεπιστήμια, ερευνητικά κέντρα, κέντρα αποφάσεων, δραστηριότητες διεθνών σχέσεων) από κάθε αντιφρονούντα λόγο. 

 Στην ελληνική επικράτεια, αναφορικά με τον ιστορικό αναθεωρητισμό,  παρατηρούνται δύο πόλοι εξουσιαστικής ελίτ. Ο ένας είναι εξωτερικός, με πολιτικό στόχο τον κατευνασμό του εθνικισμού στις βαλκανικές χώρες και τις σχέσεις Ελλάδας- Τουρκίας. Ο εσωτερικός έχει ως εκτελεστικό όργανο την ελίτ των διανοουμένων της ευρωπαϊκής Αριστεράς (με χαρακτηριστική Κατοχή -‘διοίκηση’ σύμφωνα με την ιδεολογική αποφόρτιση στο αναθεωρημένο σχολικό βιβλίο ιστορίας- στα Πανεπιστήμια, τον Τύπο, σε Κρατικές υπηρεσίες, όπως και η προώθηση της Φιλίας των αδελφών λαών). Δεν είναι τυχαίο ότι σε μέλη της απευθύνθηκε το αίτημα για αποδόμηση του σχολικού εγχειριδίου ιστορίας, σύμφωνα με τις συστάσεις του ‘δημοκρατικού’ ευρωπαϊκού κέντρου για τη ‘συμφιλίωση στη ΝΑ Ευρώπη’.   

Τι δεν πρέπει να κάνουμε

Το ιδεολογικό εγχείρημα αποδόμησης της εθνικής μας ταυτότητας στο όνομα της ιδεολογικής αποκάθαρσης υπονομεύει την αυτονομία της Ελλάδας αλλά και τις ατομικές ταυτότητες των Ελλήνων με την απαγόρευση ανθρωπιστικών θέσεων  ακόμα και ορολογίας.

Δεδομένης όμως της εδραιωμένης βούλησης της ελίτ που ασκεί την επιστασία μας και δεδομένου ότι η διεκδίκηση της εθνικής ταυτότητας υπήρξε ανέκαθεν προβληματική για ιστορικούς, πολιτισμικούς, εσωτερικούς και εξωτερικούς λόγους, θα είναι ατυχής κάθε προσπάθεια παρέμβασης στο θεσμοποιημένο στη χώρα μας ιστορικό αναθεωρητισμό.
Δεν ισχύει το ίδιο για την αποδόμηση της πολιτισμικής μας ταυτότητας, η οποία δεν αποτελεί ισχυρό κρίκο δεδομένου ότι ο πολιτισμικός σχετικισμός για την οικειοποίηση της ταυτότητάς μας από τη δυτική έχει αμβλυνθεί ως αιωνόβιος.  Αλλά και η άμεση διεκδίκηση της πολιτισμικής ταυτότητας ως ‘ελληνικότητας’ θα ήταν ομοίως ατυχής γιατί κάθε διαφορά ερμηνεύεται ως ρατσιστική ή εθνικιστική. 

Σύμφωνα όμως με τα επιχειρήματα του ανωτέρω άρθρου του Α. Μανιτάκη, μπορούμε έμμεσα να διαφοροποιηθούμε στην πράξη προτάσσοντας το ζήτημα της Δημοκρατίας αφού έτσι κι αλλιώς ο ελληνικός πολιτισμός δεν είναι μόνο πανανθρώπινος και κοσμοπολιτικός αλλά (εμείς ξέρουμε ότι) αποτελεί προϋπόθεση και συνέπεια της αληθινής δημοκρατίας.


Τι μπορούμε να κάνουμε

Αρκεί να αντιταχθούμε στον αναθεωρητισμό εν γένει (όχι άμεσα στον ιστορικό). Να αντισταθούμε στη σχετικοποίηση των αξιών που κάνει τη διαφθορά και τον ολοκληρωτισμό μονόδρομο, αλλά και στη σχετικοποίηση  του λόγου που ταυτίζει την κρίση με τον ωφελιμισμό της υπολογιστικής σκέψης.

Δείχνοντας ότι εμείς ξέρουμε πως η ιστορία είναι ανθρώπινη δημιουργία (κανενός νόμου και καμιάς θεωρίας) και πως η δημοκρατία απαιτεί ηθικούς κανόνες και αξίες διάκρισης, πείθουμε εαυτούς και άλλους ότι μπορούμε να μην είμαστε παθητικοί από το φόβο ενός αόρατου συστήματος που επιβάλλει στο ‘λαουτζίκο’ πολιτιστική εξαχρείωση.
Δείχνοντας το πρόσωπο της ελίτ (που έχει ονοματεπώνυμο, με τον πειστικό αλλά διακριτικό και αξιοπρεπή τρόπο του Α. Μανιτάκη), πείθουμε εαυτούς και άλλους πως καταλαβαίνουμε ότι η μη αναγνώριση μιας διακριτής ύπαρξης οδηγεί αναπόδραστα και συλλογικά σε παραβατική κοινωνική συμπεριφορά (κλασική αρχή της κοινωνιολογίας).

Μπορούμε άμα θέλουμε να υπερβούμε σε μεγάλο βαθμό τα χάλια μας (αφού δεν πρόκειται για φυλετικό προσδιορισμό) αρκεί να καταλάβουμε ότι γίναμε μικρολωποδύτες και μεγαλοϊδεάτες από παντελή στέρηση ταυτότητας.  Να καταλάβουμε ότι η αντιπαλότητα με το (δυτικό και ελληνικό) Διαφωτισμό δεν είναι εθνικισμός και φονταμενταλισμός αλλά επίγνωση της αντιδημοκρατικής υποτίμησης του λαού και της ικανότητας του δικού μας να συγκροτεί αυτόνομη κοινότητα.

Αρκεί να διαμορφώσουμε τη δική μας ιστορική αναθεώρηση και, αντί να την αντιτάξουμε στο εθνικιστικό ιδεολογικό πλαίσιο, να την εντάξουμε στο δημοκρατικό πλαίσιο αντίστασης στον πολιτιστικό σχετικισμό. 


Παγκόσμια διάσταση
Μπορεί στην εξωτερική πολιτική να μετράει η δύναμη αλλά στην ιστορία μετράει ο κρίσιμος αριθμός των συνειδητοποιημένων ανθρώπων. Δεν απαιτείται αφύπνιση όλων ούτε επαναστατικές διαδικασίες. Αρκεί μια κρίσιμη μάζα και το ρεύμα δημιουργεί μόνο τους σε συνθήκες ανατροπής.

Οι σημερινές εκδηλώσεις αναθεωρητισμού θα μπορούσαν μάλιστα να αποδειχθούν μια ‘ευτυχής συγκυρία’, όχι μόνο γιατί καθιστούν ορατό δια γυμνού οφθαλμού ποιος και πώς ευθύνεται για την κακοδαιμονία μας, αλλά γιατί παράλληλα αναπτύσσεται ισχυρό ένα παγκόσμιο ρεύμα αντίδρασης στην ασημαντότητα της ζωής και στον κίνδυνο ολοκληρωτισμού.

Τρίτη 12 Μαΐου 2009

Πολιτικές ταχυδακτυλουργίες

του Κώστα Κούρου

Η Ελλάδα, ως κράτος περιφερειακό, υφίσταται πιέσεις από διάφορα μητροπολιτικά κράτη. Καθένα από αυτά τα κράτη σχεδιάζουν γεωπολιτικά για να προωθήσουν τα ποικίλα συμφέροντα τους στον ελλαδικό χώρο. Κατά καιρούς βγαίνουν διάφορα σενάρια στο φως της δημοσιότητας. Σενάρια που εκπονούνται από τους σχεδιαστές της εξωτερικής πολιτικής κάθε κράτους ή από διάφορα think tank που ερευνούν επάνω στα γεωπολιτικά δεδομένα.

Κάθε ισχυρό κράτος (μητροπολιτικό) διαθέτει γεωπολιτικούς σχεδιασμούς που στην πράξη αποσκοπούν να θέσουν υπό την επιρροή του άλλα μικρότερα κράτη, από άποψη οικονομίας, στρατιωτικής ισχύος και τεχνολογικής ανάπτυξης. Τα κράτη αυτά που εντάσσονται στη σφαίρα επιρροής των μητροπολιτικών ονομάζονται «περιφερειακά». Κάθε μητροπολιτικό κράτος που σχεδιάζει γεωπολιτικά (οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά, πολιτιστικά), σχεδιάζει, φυσικά, για την καλύτερη προώθηση των συμφερόντων του και χρησιμοποιεί ανάλογα με την περίπτωση τον οικονομικό, τον πολιτικό, τον στρατιωτικό ή τον πολιτιστικό μοχλό για να αλώσει κάποιο περιφερειακό κράτος και να το θέσει στη σφαίρα επιρροής του.

Η Ελλάδα, ως κράτος περιφερειακό, υφίσταται πιέσεις από διάφορα μητροπολιτικά κράτη, αλλά κυρίως από τις Η.Π.Α., τη Μ. Βρετανία, τη Γερμανία, τη Ρωσική Ομοσπονδία, τη Γαλλία λιγότερο και ακόμα λιγότερο από την Ιταλία. Καθένα από αυτά τα κράτη που λογίζονται ως μητροπολιτικά, σχεδιάζουν γεωπολιτικά για να προωθήσουν τα ποικίλα συμφέροντα τους στον ελλαδικό χώρο. Κατά καιρούς βγαίνουν διάφορα σενάρια στο φως της δημοσιότητας. Σενάρια που εκπονούνται από τους σχεδιαστές της εξωτερικής πολιτικής κάθε κράτους ή από διάφορα think tank που ερευνούν επάνω στα γεωπολιτικά δεδομένα. Πάντως, οι κυριότερες μέχρι στιγμής πιέσεις που δέχεται η Ελλάδα, είναι στον πολιτιστικό τομέα, στον οικονομικό και στον πολιτικό. Ο στρατιωτικός τομέας δεν υφίσταται τον ίδιο βαθμό πίεσης διότι η στρατιωτική δυνατότητα της Ελλάδας θεωρείται ικανή. Τα γεωπολιτικά σχέδια των μητροπολιτικών χωρών εκπονούνται σε δεδομένη στιγμή για να εξυπηρετήσουν συμφέροντα σε βάθος χρόνου. Γνωρίζοντας τις ιδιαίτερες αδυναμίες του ελληνικού λαού αυτά τα σχέδια λαμβάνουν κατά κύριο λόγο υπόψη τον οικονομικό τομέα και τον πολιτιστικό. Ο πολιτιστικός τομέας είναι πολύ σημαντικός για την διατήρηση της ελληνικής ιδιοπροσωπίας και γι' αυτό οι πιέσεις προς αυτή την πλευρά είναι διαρκείς και συνεπείς για. τουλάχιστον δύο δεκαετίες και θα συνεχίσουν για αρκετές δεκαετίες ακόμα, έως ότου αποεθνικοποιηθούμε και πολτοποιηθούμε μέσα στη χοάνη της παγκοσμιοποίησης. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι σήμερα, ακόμα και τα κομμουνιστικά ευρωπαϊκά κόμματα που μέχρι πρότινος αναφέρονταν κατά κόρον στον όρο «διεθνοποίηση», σήμερα διαμηνύουν σθεναρά ότι η διατήρηση και ισχυροποίηση των εθνικών κρατών αποτελεί την μοναδική ασφαλή αμυντική οδό στην λαίλαπα της παγκοσμιοποίησης που απειλεί να ισοπεδώσει κάθε εθνική ιδιαιτερότητα.

Η εσωτερική αντίσταση του ελληνικού λαού, η οποία θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ενδιαφέρουσα (πρόσφατο παράδειγμα το βιβλίο ιστορίας της Ρεπούση), υπήρξε η αιτία ανάσχεσης πολλών αρνητικών σχεδιασμών που αφορούν το μέλλον του. Ελπίζοντας πάντα, αυτή η αντίσταση να έχει συνέπεια και συνέχεια ώστε οι «βάρβαροι» να μείνουν «εκτός των πυλών».

Ίσως θα άξιζε εδώ να σημειώσουμε ότι οι ιδιαιτερότητες στην ψυχοσύνθεση του ελληνικού λαού και οι εσωτερικές του αντιστάσεις ήταν που ώθησαν τον σπουδαίο γεωπολιτικό σχεδιαστή Σ. Χάντιγκτον να μας τοποθετήσει πολιτισμικά στην πλευρά της Ανατολής όταν κατασκεύαζε τον χάρτη που διαχώριζε την Ανατολή από τη Δύση.

Ο Χάντιγκτον δεν είναι ο μοναδικός γεωπολιτικός σχεδιαστής στις Η.Π.Α. Υπάρχουν αρκετά κέντρα που σχεδιάζουν και προωθούν τα σχέδια τους ή τα σενάρια μελλοντικών εξελίξεων, ανάλογα με τις εκάστοτε επικρατούσες πολιτικές ισορροπίες. Ένα τέτοιο σενάριο είχε εκπονηθεί από το αμερικανικό Ίδρυμα Στρατηγικών Ερευνών Rand και είχε δεί το φως της δημοσιότητας το 1998, το οποίο μιλούσε για ελληνοτουρκικό πόλεμο που θα ξεσπούσε το 2003. Αφορμή γι' αυτόν τον πόλεμο σύμφωνα με το Rand θα ήταν επεισόδια που θα ξεσπούσαν στην περιοχή της Θράκης, τα οποία θα δώσουν την αφορμή στα τουρκικά στρατεύματα να εισβάλουν στο ελληνικό έδαφος για να προασπίσουν τους μουσουλμάνους της Θράκης δημιουργώντας μια ζώνη ασφαλείας. Αυτός ο σχεδιασμός για ουδέτερη ζώνη στη Θράκη υπήρχε από το 1945 και είχε εκπονηθεί από γερμανικά γεωπολιτικά κέντρα της ναζιστικής περιόδου και όπως φαίνεται αυτούς τους σχεδιασμούς τους υιοθέτησαν σήμερα οι Αμερικανοί. Εδώ και χρόνια κυκλοφορούν διάφοροι χάρτες αμερικανικής πάλι υποστηρίξεως που έφεραν την Μακεδονία αποκομμένη από τον ελληνικό κορμό και ενσωματωμένη στα Σκόπια. Μάλιστα, το ίδιο το Σύνταγμα των Σκοπίων μιλάει ξεκάθαρα για τις μελλοντικές αλυτρωτικές ονειρώξεις των Σκοπιανών. Τα ίδια πάνω κάτω σχέδια για τη Μακεδονία έχουν και οι Βούλγαροι εθνικιστές παρόλο που εδώ και αρκετά χρόνια τα έχουν θέσει σε δεύτερη μοίρα λόγω της δεινής πολιτικής και οικονομικής κατάστασης στην οποία έχουν περιέλθει. Οι επιδιώξεις, όμως, αυτές αναπτύσσονται και προωθούνται μέσω ιστοσελίδων στο Διαδίκτυο, συντηρώντας ιδέες, απόψεις, θέσεις και όνειρα.
Εδώ και πολλά χρόνια κυκλοφορούν χάρτες της Μεγάλης Αλβανίας που έχουν προσαρτημένη όλη την Ήπειρο. Μάλιστα, στα διάφορα διπλωματικά γραφεία οι Αλβανοί πολιτικοί κυκλοφορούσαν απόψεις για διεκδικήσεις και δικαιώματα επί της αλβανικής μειονότητας στην Ελλάδα.

Ένα άλλο σχέδιο που εκπονήθηκε πάλι σε αμερικανικά γραφεία αφορούσε στη δημιουργία των Ηνωμένων Βαλκανικών Κρατών, κατά το αμερικανικό πρότυπο. Ένα σχεδίασμα που θα απέκοπτε τα Βαλκάνια από την υπόλοιπη Ευρώπη, θα απέκοπτε οριστικά τη Ρωσία από το Αιγαίο και θα ελεγχόταν εξ' ολοκλήρου από τα αμερικανικά κέντρα αποφάσεων.

Ένα ακόμη σενάριο για το μέλλον του ελληνικού χώρου και του ελληνικού έθνους (είδε το φως της δημοσιότητας στις σελίδες της μαχητικής ομογενειακής εφημερίδας «Καμπάνα Ν.Υ.») έχει τεθεί υπό την αιγίδα του διαβόητου Τζ. Σόρος, ο οποίος για περισσότερο από δεκαπέντε χρόνια δραστηριοποιείται στον χώρο των Βαλκανίων με τα διάφορα ιδρύματα του και τις χρηματιστηριακές του επιχειρήσεις. Το σχέδιο αυτό προβλέπει:

  • Α. αγορά εδαφών που θα φτάσουν το 30% των εκτάσεων.
  • Β. εξαγορά των ελληνικών τραπεζών.
  • Γ. εκμηδένιση της ελληνικής βιομηχανίας.
  • Δ. μείωση της αγροτική παραγωγής στο ελάχιστο δυνατό όριο.
  • Ε. εξαγορά των μεγάλων ξενοδοχειακών μονάδων και μεταβολή της Ελλάδας σε
  • κέντρο τουρισμού φθηνού επιπέδου.
  • Στ. λαθρομετανάστες θα καταλάβουν τους ακατοίκητους χώρους της ελληνικής
  • υπαίθρου.
  • Ζ. Έλληνες εργάτες και διανοούμενοι θα διευκολύνονται να μεταναστεύσουν στις
  • βαλκανικές και στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης.
  • Η. έλεγχος των εσόδων από την πορνεία και τα ναρκωτικά.

Αυτό είναι ένα ακόμη «μαύρο» σενάριο των νέων αμερικανικών γεωπολιτικών σχεδιασμών, αλλά δεν θα κλείσουμε μ' αυτό. Θα κλείσουμε με την άποψη του καθηγητή γεωπολιτικής Ι. Μάζη ο οποίος αποδέχεται ότι η Ελλάδα θα πρέπει να είναι πολύ προσεκτική σε κάθε βήμα της σχετικά με την εξωτερική πολιτική και ότι υπάρχουν ακόμα περιθώρια για να αισιοδοξούμε. Ο Ι. Μάζης θεωρεί ότι όταν λυθούν σοβαρά γεωπολιτικά ζητήματα που αφορούν πρώτα απ' όλα το ξεμπέρδεμα της κατάστασης στην Μέση Ανατολή, την ασφαλή επιβίωση του Ισραήλ, την εξασφάλιση του Ανατολικού Αιγαίου ως διόδου των πετρελαίων της Κασπίας, τον εκδυτικισμό της Τουρκίας, γεγονότα που έχουν δρομολογηθεί σε ανώτατο πολιτικό επίπεδο, τότε στην χώρα μας θα υπάρξει ηρεμία και θα λυθούν τα μεγάλα προβλήματα που σήμερα την ταλανίζουν. Είδομεν.

αναδημοσίευση από klik

Δευτέρα 11 Μαΐου 2009

Ποιοι είναι οι Οικολόγοι-Πράσινοι

ΑΝΤΙΦΩΝΗΤΗΣ - 7.5.09
=======================

Ποιοι είναι οι Οικολόγοι-Πράσινοι


Αγαπητοί φίλοι,

αφιερώστε ελάχιστο από τον χρόνο σας για να αποκτήσετε μια αρκετά ολοκληρωμένη άποψη για την επικείμενη είσοδο και των "δικών" μας Οικολόγων στο Ευρωκοινοβούλιο.

Οι περισσότεροι-αν όχι όλοι-έχουν μαύρα μεσάνυχτα για τις θέσεις τους (για οτιδήποτε άλλο) εκτός από το περιβάλλον και τα πράσινα άλογα.

Εκτιμώ ότι θα ήταν χρήσιμο να ενημερώσουμε ηλεκτρονικά και όλους τους γνωστούς μας για να μη πέσουν στη λούμπα.


Χαιρετώ σας, Δημήτρης Νικηφορίδης
‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’

H οικολογία δεν αποτελεί στις μέρες μας απλώς μια παράμετρο καθορισμού των πρακτικών διαβίωσής μας, αλλά οφείλει να αναλύει και να καθορίζει σε σημαντικό βαθμό το κοινωνικοπολιτικό μας μοντέλο.
Η θέση αυτή έχει γίνει αντιληπτή από την νέα τάξη πραγμάτων, που με ηγέτιδα δύναμη το υπερατλαντικό κέντρο προσπαθεί χρόνια τώρα να ελέγξει το οικολογικό κίνημα, προτείνοντας σαν λύση τον αδιέξοδο πράσινο καπιταλισμό και την δήθεν αειφόρα του ανάπτυξη, με ταυτόχρονο ξεδόντιασμα κάθε ουσιαστικής αντίδρασης, εγκλωβίζοντας τους ακτιβιστές στις διάφορες οικολογικές και πολλές φορές ύποπτα χρηματοδοτούμενες μη κυβερνητικές οργανώσεις.

Aντί λοιπόν να δούμε από τους εκπροσωπούμενους στο Ευρωκοινοβούλιο Οικολόγους - Πράσινους (τμήμα των οποίων αποτελούν και οι εγχώριοι Ο-Π) ανάληψη δράσεων ενάντια στο σημερινό νεοφιλελεύθερο - καταναλωτικό μοντέλο ζωής, στον περιορισμό κάθε δραστηριότητας που εξ' αντικειμένου μολύνει τον πλανήτη, εκείνοι αρκούνται στο να τρέχουν πίσω από τους μολύνοντες για να «καθαρίσουν». Δεν τους απασχολεί η εξάλειψη των αιτίων τις μόλυνσης, αλλά οι πρακτικές που θα πρέπει να ακολουθούνται ώστε αυτή να καθίσταται προσωρινά μικρότερη, δεδομένου ότι λατρεύουν όπως και ο Αλ-Γκορ με τον Σβαρτζενέγκερ την διαρκή ανάπτυξη!

Η κατάσταση δεν θα ήταν τόσο σοβαρή, αν παρέμεναν στο ρόλο της «καθαρίστριας» του καπιταλισμού.
Δυστυχώς έχουν αναλάβει και τον εξωραϊσμό του νεοταξικού ιμπεριαλισμού! Με ηγέτες τους πάλαι ποτέ επαναστάτες όπως ο Κον Μπετίτ, σπεύδουν να συμπαραταχθούν και να επιχειρηματολογήσουν υπέρ των βομβαρδισμών της Γιουγκοσλαβίας, υπέρ του πολέμου στο Ιράκ, υπέρ των Τουρκοκυπρίων και της κατοχής της Κύπρου, εναντίον των Παλαιστινίων, υπέρ του πολέμου στο Αφγανιστάν, εναντίον του Ιράν, εναντίον της κατασκευής αγωγών για μεταφορά του Ρωσικού πετρελαίου (γιατί άραγεWink κλπ. Λες και καθορίζει τα λεγόμενά τους το ΝΑΤΟ και η υπερδύναμη! Τι κι' αν διατείνονται ότι είναι εναντίον; Όλες τους οι κρίσιμες θέσεις είναι υπέρ!

Tα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα με την ηγεσία του Ελληνικού τμήματός τους. Επικαλούμενη είτε κάποια «ομιχλώδη» δικαιώματα μειονοτήτων, είτε την γενικόλογη συμφιλίωση των λαών - παρεμπιπτόντως τίποτα από τα δύο δεν επηρεάζει το οικολογικό μας πρόβλημα. - έχουν οδηγηθεί στις πλέον ακραίες θέσεις κόντρα στις αγωνίες της Ελλάδας και περιέργως υποστηρικτικά στα πλέον σοβινιστικά - εθνικιστικά συμφέροντα των αντιπάλων της που τυχαία (Wink είναι της επιρροής των Αμερικανών.

Έτσι τρέχουν πρώτοι να ζητήσουν υπέρ της Τουρκίας,

«την ενταξιακή της προοπτική στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης και τη δραστική μείωση των εξοπλιστικών δαπανών έστω και μονομερώς».[1], [2]

Δεν διστάζουν να υπογράψουν - ανάμεσα σε συνεργάτες του ΕΛΙΑΜΕΠ - υπέρ του σχ. Ανάν σημειώνοντας:

«.το τελικό σχέδιο Ανάν (Ιδρυτική Συμφωνία) αποτελεί μια ιστορική ευκαιρία για να αναπτυχθεί στην Κύπρο -και όχι μόνο- μια νέα κουλτούρα συνύπαρξης μέσα από τη διαφορετικότητα και επιδίωξης της συναίνεσης μέσα από τη διαβούλευση, απορρίπτοντας λογικές κυριαρχίας, αποκλεισμού, απειλής ή άσκησης βίας.»[12], [13]

Ακόμα και οι εννέα που διαφώνησαν στο εικοσαμελές πολιτικό τους συμβούλιο στις 22/4/04, το αιτιολόγησαν με το απίστευτο:

«να αρνηθούν να μπουν στο δίλημμα για τοποθέτηση με ένα ΝΑΙ ή ΟΧΙ για το σχέδιο Ανάν σε ένα δημοψήφισμα που αποτελεί κυριαρχικό δικαίωμα ενός άλλου λαού» [13].

«Άλλος λαός» για τους Ο-Π οι Έλληνες Κύπριοι! Κι' αν κανείς θεωρήσει ότι πρόκειται για δύο «ολισθήματα» (άλλωστε και ο Στεφανόπουλος αρθρογράφησε υπέρ Χάγης και το σύνολο σχεδόν της Βουλής ήταν υπέρ του σχ. Ανάν) φροντίζουν να μας βεβαιώσουν για το αντίθετο. Αφού σημειώσουν σε κάθε ευκαιρία ότι

«.είναι εθνικισμός ο πατριωτισμός» [14]

είτε δηλώνουν δια του επικεφαλής του ευρωψηφοδελτίου τους Μ. Τρεμόπουλου ότι

«Η Θεσσαλονίκη θα έπρεπε να έχει τιμήσει τον Κεμάλ γιατί είναι παιδί της πόλης»[6],[7],είτε βεβαιώνουν ως απόγονοι προσφύγων (.) ότι

«πέρα από την πίκρα και τον πόνο για τον ξεριζωμό, δεν υπήρχε το μίσος για τους Τούρκους που υπάρχει τώρα. Το μίσος και η εμπάθεια καθώς και η ανιστόρητη, υστερική και άδικη σύγκριση του Κεμάλ με τον Χίτλερ είναι προϊόν της δεκαετίας του 90 και τής προσπάθειας ορισμένων κύκλων να αναθεωρήσουν την πρόσφατη ιστορία μας γράφοντας και λέγοντας ότι τους κατέβει (για διάφορους λόγους). Με μια λέξη είναι προϊόν του εθνολαϊκισμού.» [7]

Αλλά και προ 15-ετίας αρθρογράφησαν και πολέμησαν με όποιο τρόπο μπορούσαν την εγκατάσταση στην Θράκη των Ποντίων που επέστρεψαν από την διαλυμένη Σοβιετική Ένωση, μήπως και διαταραχθεί η αναλογία του πληθυσμού εις βάρος της Μουσουλμανικής μειονότητας! [8]

Kι' αν τους συγχωρούσαμε μια παρέκκλιση φιλοτουρκισμού, φρόντισαν παράλληλα να σφιχταγκαλιαστούν από την πρώτη στιγμή με το γνωστό «ουράνιο τόξο» και ό,τι πιο εθνικιστικό - σοβινιστικό έχει να επιδείξει ο Σκοπιανός αλυτρωτισμός! Δηλώνουν σε κάθε ευκαιρία ότι:


«Για μας είναι δεδομένο ότι η ευρύτερη Μακεδονία έχει πολυεθνική ιστορία αιώνων και καμιά εθνότητα ή χώρα δεν είναι «πιο Μακεδόνες» από τις υπόλοιπες»
(sic) [2],[3]

Για να ακυρώσουν οποιοδήποτε αντίμετρο της Ελλάδας στον εθνικισμό του Γκρούεφσκι , ζητούν:

«.άνοιγμα των συνόρων, ., αναγνώριση της πολυπολιτισμικότητας, ., απεμπλοκή των μειονοτήτων από τις διακρατικές σχέσεις, ενθάρρυνση διαδικασιών για δυνατότητα ένταξης κάθε χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση .» [1] .

Και κορυφώνουν με το αίτημα εγκατάλειψης του βέτο στα όργανα της ΕΕ και την αντικατάστασή του από "ενισχυμένες πλειοψηφίες". Έτσι ώστε να χαθεί κάθε διαπραγματευτικό ατού των μικρών χωρών, που θα οδηγηθούν στην πλήρη υποταγή τους στους Αγγλοσάξωνες και τους Τεύτονες των εκατοντάδων ευρωβουλευτών. Σκεφτείται μια Τουρκία των 100 εκατομυρίων αύριο στην ΕΕ με αντίστοιχο σύστημα! Θα κυριαρχεί παντού. Ή υπολογίστε απλά πόσους ευρωβουλευτές έχουν οι χώρες που ανήκουν στην Αμερικανική επιρροή.

Οτιδήποτε διαλυτικό της κοινωνικής μας συνοχής βρίσκει θαλπωρή στην αγκαλιά των Ο-Π.
Χέρι-χέρι με τους αντιρρησίες συνείδησης [1], [4] (μόνο στο ecocrete, 58 άρθρα!). Υπέρ ενός πολυπολιτισμικού σχολείου μακριά από τις «ελληνοχριστιανικές» (εννοούν τις δικές μας.) παραδόσεις! [5] Μάλιστα ζητούν και «εναλλακτικά» όπως λένε σχολεία για τις μειονότητες, εκτός εποπτείας του Υπ. Παιδείας! [5] Φαίνεται ο έλεγχος της μόρφωσης των παιδιών της επικράτειας είναι «αντιοικολογικός»! Το άνοιγμα των συνόρων [1], η αυτόματη χορήγηση ιθαγένειας σε όσους γεννιούνται στη χώρα [9], τα πολυπολιτισμικά σχολεία [9], ανήκουν στις «οικολογικές» προτεραιότητες των Ο-Π.

Αλλά και για το Ρεπούσειο «κουρελούργημα» κατά Ζουράρι, επετέθησαν λαύροι εναντίον όλων ημών που αντισταθήκαμε. Έγραφαν:

«Πιστεύουμε πως οι διάφοροι υπερπατριώτες έμποροι της ευαισθησίας των πολιτών που κινητοποιήθηκαν για την απόσυρση του βιβλίου, με την επιλεκτική εθνικιστική μνήμη, εκφράζουν ένα έλλειμμα πολιτικής ωριμότητας, αυτοπεποίθησης, βούλησης για αυτοκριτική και διάθεσης για αντικειμενικότητα στην ελληνική κοινωνία. Όμως η ανάγκη ειρηνικής συνύπαρξης με τους γείτονες αλλά και οι νεότερες παιδαγωγικές απόψεις απαιτούν την αναθεώρηση των σκοπών και μέσων της διδασκαλίας της Ιστορίας.» [10]

Δεν είναι τυχαίο που η μόνη ανάρτηση στην ιστοσελίδα της κ.Ρεπούση,είναι οι χαρακτηρισμοί που αποδόθηκαν σε όσους αντιτάχθηκαν στο «βιβλίο» από τον υποδυόμενο τον μετριοπαθή υποψήφιο ευρωβουλευτή κ. Τρεμόπουλο είναι ενδεικτικοί:

«όλοι αυτοί που οργάνωσαν τη φάμπρικα της εθνικοπολιτικής τους παρέμβασης στον άξονα μιας ανίερης συμμαχίας - οι εθναμύντορες - Αυτοί έχουν αφειδώλευτα την υποστήριξη των πιο σκοτεινών πλευρών της νεοελληνικής πραγματικότητας, γι' αυτό και οι απόψεις τους προβάλλονται από το σύστημα και μάλιστα από έμμισθες θέσεις» [11].

Όσο όμως και να προσπαθήσουν να μας «ζαλίσουν» με τον πράσινο εθνομηδενιστικό τους φλόμο, όση δημοσκοπική ή άλλη (πχ. αποφυγή καίριων ερωτήσεων.) υποστήριξη και να πάρουν από τους επιχειρηματίες της οικολογίας που ενέσκηψαν πρόσφατα στον εκδοτικοπολιτικό χώρο, όσο μεταμοντερνισμό και να «πουλήσουν», θα μάθουν τελικά ότι οι Έλληνες σε όλη την ιστορική τους διαδρομή ταυτίζονται με εκείνες τις αξίες που τους συνέχουν ως πολιτισμική κοινότητα και σίγουρα απεχθάνονται τα ιμπεριαλιστικά σχέδια της υπερατλαντικής υπερδύναμης! Εύχομαι μόνο να μην χρειαστεί εν τω μεταξύ να υποστούμε έστω και έναν ευρωβουλευτή τους!

Παραπομπές:
‘’’’’’’’’’’

http://www.ecogreens-gr.org/cms/index.php?option=com_content&view=article&id=133:syn030517-intro&catid=46:policy-may03

http://archive.enet.gr/online/online_hprint?q=%25D4%25F1%25E5%25EC%25FC%25F0%25EF%25F5%25EB%25EF%25F2&a=&id=62656380

www.ecology-salonika.org/lib/?p=421

http://olympiada.files.wordpress.com/2009/04/tremopoulos-thraki3.jpg

http://www.ecocrete.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=4235&Itemid=85

http://www.ecogreens.gr/gr/modules.php?name=News&file=article&sid=728

http://pontosandaristera.wordpress.com/2007/03/04/ange-ta/

]http://www.epohi.gr/30102005_issues_theodoridis_givisis_interview.htm

Δείτε και αυτό
‘’’’’’’’’’’’’’
http://gazaki.wordpress.com/2009/05/02/feretzes/ 

Τρίτη 5 Μαΐου 2009

Η κατασυκοφάντηση της Επανάστασης του '21*[Μια σκανδαλώδης έκδοση της Βουλής των Ελλήνων]

Συγγραφέας: Γιώργος Καραμπελιάς
http://www.ardin.gr/node/779

Στα πλαίσια της αποδόμησης της ελληνικής εθνικής συνείδησης, οι εθνομηδενιστές ιστορικοί έχουν αποδυθεί σε ένα γενικευμένο εγχείρημα αποσύνδεσης της σχέσης του νεώτερου ελληνισμού, και μάλιστα του ελληνικού κράτους, με τις παλαιότερες περιόδους της ιστορίας μας. Έτσι, η θεωρία του Φαλμεράυερ, στη σύγχρονη –κατά Χομπσμπάουμ εκδοχή–, για την απουσία οποιαδήποτε σχέσης ανάμεσα στον ελληνισμό του 19ου αιώνα με το Βυζάντιο και την αρχαιότητα, έχει επανέλθει ως η σύγχρονη ακαδημαϊκή κατεστημένη ιστορία ενός θνήσκοντος(;) ελληνικού κράτους. Σε αυτό πλαίσιο, έχει ιδιαίτερα κακοποιηθεί η ελληνική ιστορία των χρόνων που προηγούνται άμεσα της Επανάστασης του ’21, όπως είχε φανεί και με το βιβλίο της κ. Ρεπούση. Διότι, σε εκείνη την ιστορική περίοδο, μπορεί να καταδειχτεί η οποιαδήποτε συνέχεια ή ασυνέχεια.

Στη μεταπολιτευτική περίοδο, και ιδιαίτερα μετά το 1990, θα γίνει το αποφασιστικό βήμα σε αυτή την κατεύθυνση, θα συγκροτηθεί μια μαρξίζουσα ιστοριογραφική σχολή, η οποία θα καταλάβει τις κυριότερες θέσεις των Πανεπιστημίων, των πολιτιστικών ιδρυμάτων και του «προοδευτικού» Τύπου, δηλαδή την ιδεολογική και πνευματική εξουσία, και θα εγκαταλείψει σταδιακώς κάθε αναφορά στην κυρίαρχη έως τότε εθνικο-απελευθερωτική συνιστώσα. Στο εξής, μία και μόνη ιδεολογική αντίθεση θα χαρακτηρίζει τον προεπαναστατικό ελληνισμό, η διχοτομία ανάμεσα στον «διαφωτισμό» και την «Εκκλησία»˙ διχοτομία η οποία, στο κοινωνικό και οικονομικό πεδίο, αναγνωρίζει πλέον την αστική τάξη, και μάλιστα τα ανώτερα στρώματά της, ως τον βασικό, αν όχι και αποκλειστικό, φορέα του «φωτισμού» και της επανάστασης.

Έτσι, οι αναλύσεις μαρξιστών όπως του Ζέβγου, του Σβορώνου, του Μοσκώφ, του Μάξιμου, του Ψυρούκη, ακόμα και του Κορδάτου, για τον μεταπρατικό χαρακτήρα της μεγαλο-αστικής τάξης της υπόδουλης Ελλάδας, σταδιακώς, βυθίζονται στη λήθη. Πράγματι, η συμμαχία των Οθωμανών με την αποικιοκρατική Δύση, που διείσδυε εμπορικά στην Ανατολή, και η γενικευμένη ανασφάλεια του οθωμανικού κράτους, υποχρέωσε την ελληνική μεγαλοαστική τάξη να στραφεί περισσότερο προς το εμπόριο μεταξύ Ανατολής και Δύσης και να δημιουργήσει μια εξαρτημένη σχέση με το δυτικό κεφάλαιο, ενώ μόνον τα μεσαία και κατώτερα στρώματα των βιοτεχνών, των καραβοκυραίων, των εμπόρων, θα συγκροτούν μια οιονεί «εθνική» αστική τάξη. Όλες αυτές οι επισημάνσεις, σταδιακώς αποσιωπούνται και προβάλλεται μόνον ο διαφωτιστικός και παιδευτικός ρόλος των Φαναριωτών, των μεγαλεμπόρων και των τραπεζιτών – σίγουρα υπαρκτός, αλλά σφραγισμένος από τη μεταπρατική υφή αυτών των τάξεων.

Μέσα από αλλεπάλληλες ιδεολογικές και κοινωνικές μετατοπίσεις, περάσαμε, από τον παλαιό μαρξιστικό υπερτονισμό των κοινωνικών αντιθέσεων στο εσωτερικό του υπόδουλου ελληνισμού, στην ανοικτή υποστήριξη των ελίτ ως φορέων της προόδου και στην περιφρόνηση των λαϊκών στρωμάτων ως σκοταδιστικών, υποβαθμίζοντας ακόμα και την ίδια τη συμμετοχή τους στην Επανάσταση του ’21.

Η απόρριψη της συνέχειας του ελληνισμού

Σε ορισμένες, μάλιστα, περιπτώσεις, αυτή η «νέα ιστοριογραφία» καθίσταται κυριολεκτικά σκανδαλώδης και οδηγεί σε εξωφρενικά συμπεράσματα. Μία από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι εκείνη του Βασίλη Κρεμμυδά, που επιχειρεί μια αναθεώρηση όχι μόνο της ιστοριογραφίας του ’21 αλλά και της ίδιας της Επανάστασης και, μάλιστα, σε Έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, για την Ιστορία του Σπυρίδωνος Τρικούπη, της οποίας ανέλαβε να συγγράψει τον εισαγωγικό τόμο[1], και της οποίας τον πρόλογο υπογράφει η κ. Ψαρούδα-Μπενάκη, ως η τότε πρόεδρος της Βουλής.

Σε αυτή τη «ανάλυση», η οικονομική απογείωση του ελληνικού χώρου αποδίδεται αποκλειστικά στην επίδραση της Δυτικής Ευρώπης, χωρίς ούτε μία στιγμή να συνυπολογίζονται οι στρεβλώσεις που προκάλεσε η αποικιοκρατική διείσδυση του δυτικού κεφαλαίου. Γι’ αυτό, εξ άλλου, εκθειάζονται η Αγγλία και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ως οι σωτήρες της επανάστασης. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, η «εμπορική αστική τάξη, είχε [ ] τον ίδιο χαρακτήρα με τις ευρωπαϊκές αστικές τάξεις»[2]! Όσο για την Επανάσταση του ’21, ήταν μια αστική –και όχι παλλαϊκή εθνική– επανάσταση, η οποία πραγματοποιήθηκε σχεδόν αποκλειστικά εξ αιτίας της οικονομικής κρίσης, που μάστιζε το εμπόριο και τη ναυτιλία, μετά τους Ναπολεόντειους Πολέμους. Δεδομένου ότι η αστική τάξη δεν μπορούσε να βρει απάντηση στα οικονομικά της προβλήματα, στράφηκε προς την «εθνική επανάσταση», εξ αιτίας της αδυναμίας του οθωμανικού κράτους να «ενσωματώσει στις λογικές» του τις «αυτονομήσεις των οικονομικών δραστηριοτήτων των υποδούλων»:

Για τον ελληνισμό των αρχών του 19ου αιώνα, υπόδουλο και παροικιακό, το ερώτημα για την απελευθέρωση των κοινωνικών δυνάμεων δεν μπορούσε παρά να υποκατασταθεί από το αίτημα για εθνικό κράτος˙ οι αυτονομήσεις των οικονομικών δραστηριοτήτων των υποδούλων, λόγω της αδυναμίας του Οθωμανικού κράτους να τις ενσωματώσει στις λογικές του, δεν είχαν μεγάλα περιθώρια επιτυχίας, κυρίως όταν, κατά τη δεύτερη δεκαετία του αιώνα, οι οικονομικές δραστηριότητες βυθίστηκαν σε βαθειά κρίση[3].

Έτσι μία −πραγματική− συνιστώσα της επανάστασης του ’21, η οικονομική κρίση, και μία −όντως σημαντική− κοινωνική τάξη, μεταβάλλονται στην αποκλειστική αιτία και κινητήρα της επανάστασης, μέσα από έναν αφόρητο και προκατακλυσμιαίο οικονομισμό. Μάλιστα, σε ολόκληρο το κείμενο, δεν γίνεται καμία διαφοροποίηση ανάμεσα στο πιο μεταπρατικό τμήμα της μεγαλοαστικής τάξης και την «εθνική αστική τάξη» των εσναφλήδων, των μικρεμπόρων και των βιοτεχνών, που όντως έπαιξαν πρωταρχικό ρόλο στη δημιουργία της Φιλικής Εταιρείας.

Και για να μη μείνει καμία αμφιβολία ως προς το προκρούστειο σχήμα του συγγραφέα, απορρίπτεται οποιαδήποτε συνέχεια της επανάστασης του ’21 με τις προηγούμενες εξεγέρσεις και επαναστατικές απόπειρες των Ελλήνων, ακόμα και με τον Ρήγα Φεραίο! Σημειώνει ο αναθεωρητής «αναλυτής»:

Εντούτοις, όσα υποστήριζε η παλιά ιστοριογραφία, ότι δηλαδή οι εξεγέρσεις, οι κινήσεις τα σχέδια κ.λπ. ήταν προοίμια της μεγάλης Επανάστασης που ερχόταν, δεν είναι κοντά στα πράγματα. [ ] Τότε που η κύρια αντίθεση κατακτητή και κατακτημένου ήταν η πίστη, δεν είχαν εμφανιστεί οι οικονομικές και κοινωνικές ανατροπές των τελευταίων 50 χρόνων και η εθνική συνείδηση ήταν ανύπαρκτη ή στα σπάργανα. Μέχρι το μήνυμα της Γαλλικής επανάστασης να απορροφηθεί ως συνείδηση απελευθέρωσης, ο μόνος τρόπος για απαλλαγή από τον αλλόθρησκο κατακτητή ήταν η βοήθεια του ομόθρησκου καθολικού Ευρωπαίου ή, ακόμη καλύτερα, του ομόδοξου Ρώσου[4].

Όσο λοιπόν η «κύρια αντίθεση» παρέμενε η πίστη, οι Έλληνες δεν διέθεταν καμία «εθνική συνείδηση» αλλά ανέμεναν τη γαλλική Επανάσταση για να την αποκτήσουν!

Ορθοδοξία και εθνική συνείδηση

Και όμως, γνωρίζουμε από πολύ παλιά, από τον Παπαρρηγόπουλο έως τον Βακαλόπουλο και τον Σβορώνο, πως, μετά, τουλάχιστον, το 1204, το ελληνικό έθνος παλεύει για την επιβίωση και την επιβεβαίωσή του˙ συνεπώς, υποχωρεί η οικουμενική συνείδηση, που το χαρακτηρίζει από την εποχή της ελληνιστικής έως τη μεσοβυζαντινή περίοδο, και, πλέον, η οικουμενική ορθόδοξη συνείδηση συνδυάζεται με την ανοικτή διεκδίκηση της ελληνικότητας, είτε αυτή αποκαλείται ρωμιοσύνη, είτε ελληνικότητα, είτε «γραικοσύνη»[5]. Στο εξής, η ορθόδοξη πίστη αποκτά για τους Έλληνες ανοικτά εθνική διάσταση. Όσοι Έλληνες εξισλαμίζονταν, χάνονταν οριστικά για τον ελληνισμό, ακόμα −τις περισσότερες φορές− και όσοι λατινοφρονούσαν. Και γι’ αυτό, στο ’21, ο σταυρός της ελληνικής σημαίας θα αποτελεί ταυτόχρονα εθνικό και όχι απλώς θρησκευτικό σύμβολο των Ελλήνων. Σε όλα δε τα επαναστατικά συντάγματα, από εκείνο της Επιδαύρου, και μετά:

το κατ’ εξοχήν νομικό και πολιτικό κριτήριο για τον ορισμό του Έλληνα πολίτη δεν συγκροτείται από την ελληνική γλώσσα [ ] ούτε από την εθνοτική προέλευση. Αποφασιστικό κριτήριο για την πρόσκτηση της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη στα επαναστατικά Συντάγματα [ ] καθίσταται η «χριστιανική πίστη»[6].

Δεν έχουν σχέση λοιπόν –για τον συγγραφέα και, εμμέσως, για τη Βουλή των Ελλήνων– με το ελληνικό έθνος τα εκατομμύρια των θυμάτων του ελληνισμού, από τους εξισλαμισμούς, τους νεομάρτυρες, τους κλέφτες, από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο έως τον Διονύσιο τον Φιλόσοφο και τον Λάμπρο Κατσώνη, ακόμα και τον Ρήγα Φεραίο˙ δεν συναρτώνται με την εθνική συνείδηση ούτε παρουσίαζαν καμία συνέχεια με το ’21! Το ελληνικό έθνος είναι αποκλειστικό δημιούργημα της αστικής τάξης, και μάλιστα της ύστερης, εκείνης που δημιούργησε η ευρωπαϊκή οικονομική επέκταση, καθώς και της γαλλικής Επανάστασης, δηλαδή αποτελεί, ούτως ή άλλως, εισαγόμενο είδος.

Ο συγγραφέας καταλήγει σε μια τέτοια αντίληψη −εμφανώς ηροστράτεια και εθνομηδενιστική− μέσα από μία αναπόφευκτη διαλεκτική αλληλουχία, στον βαθμό που αντιπαραθέτει την ελληνική εθνική συνείδηση με την Ορθοδοξία, με την οποία για αιώνες ταυτίζεται. Ιδού πως περιγράφει τον ρόλο της Εκκλησίας στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας:

Η νομιμοποίηση του κοινωνικού ρόλου της Εκκλησίας ήταν αποκλειστικά συναρτημένη με τις συνθήκες της κατάκτησης˙ αλλά, ως τα μέσα περίπου του 18ου αιώνα, η Εκκλησία παρέμενε κοινωνικά αδρανής, γιατί η εξουσία της δεν αντλούνταν από την κοινωνία αλλά από το σουλτάνο και το Θεό[7].

Τέτοια ιστορική διαστρέβλωση όντως απαιτεί «προσπάθεια» − και μάλιστα σε βιβλίο που εξέδωσε η Βουλή των Ελλήνων. Η Εκκλησία παραμένει «κοινωνικά αδρανής», η δε νομιμοποίησή της δεν σχετίζεται καν με την οργάνωση του γένους των Ελλήνων, με την ίδια τη επιβίωσή του απέναντι στους εξισλαμισμούς, με την εκπαίδευσή του, με τη διαμόρφωση του κοινοτικού του ήθους. Όχι, συνεχίζει ο Κρεμμυδάς, «άλλωστε, οι υπόδουλοι −όχι μόνο οι Έλληνες− ήταν πιστοί απευθείας στον Θεό, χωρίς τη μεσολάβηση της Εκκλησίας»[8]. Τέτοια ανακρίβεια για τη σχέση Ελλήνων-Ορθοδοξίας, και, γενικότερα, για τη σχέση του ανθρώπου με τη θρησκεία και τον Θεό, απαιτεί όντως προσπάθεια για να διατυπωθεί γραπτώς. Η σχέση με τον Θεό, από τότε που διαμορφώνονται οι πολιτισμένες ανθρώπινες κοινωνίες, διαμεσολαβείται, θα λέγαμε συγκροτείται, από τις οργανωμένες θρησκείες και δεν είναι ποτέ αποκλειστικά ατομική − ακόμα και στην πιο ατομοκεντρική εκδοχή της, τον προτεσταντισμό, όπου όντως αναβαθμίζεται η ατομική σχέση. Μόνον ο ντεϊσμός και η «théologie naturelle», την οποία υιοθετεί ο Βολταίρος, δοκιμάζουν να μεταβάλουν τη θρησκεία σε μια απολύτως ατομική σχέση με το θείο, χωρίς όμως να το επιτύχουν, έστω και στο ελάχιστο. Ακόμα και η γαλλική Επανάσταση θα οργανώσει γιορτές για την εφήμερη λατρεία του Υπερτάτου Όντος.

Πόσο μάλλον στην Ορθοδοξία, και μάλιστα σε συνθήκες δουλείας, όπου η οργάνωση του θρησκευτικού γεγονότος ρυθμίζει ολόκληρη τη ζωή, ακόμα και την παραγωγή − η σπορά, ο θερισμός, ακόμα και τα ταξίδια των μαστοροσυντεχνιών συναρτώνται με θρησκευτικά γεγονότα και εορτές. Και το ίδιο συμβαίνει και με τα μεγάλα «πολιτικά» γεγονότα: από τις εκλογές των συντεχνιών, που πραγματοποιούνται την ημέρα της εορτής του προστάτη Αγίου της συντεχνίας, μέχρι την έναρξη της Επανάστασης του ’21, που θα συνδυαστεί με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Στην πρώτη Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου, την 1η Ιανουαρίου του 1822, διαβάζουμε:

Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν εισίν Έλληνες[ ].

Στη δεύτερη Συνέλευση του Άστρους, όπου ψηφίζεται το πλήρες Σύνταγμα, στο Β΄ κεφάλαιο, επαναλαμβάνεται επί λέξει ή ίδια διατύπωση· το αυτό θα συμβεί και στο τελικό επαναστατικό Σύνταγμα της Τροιζήνας, του Μαΐου του 1827, στο άρθρο 6:

6. Έλληνες είναι

α. Όσοι αυτόχθονες της Ελληνικής Επικράτειας πιστεύουσιν εις Χριστόν.

β. Όσοι από τους υπό τον Οθωμανικόν ζυγόν πιστεύοντες εις Χριστόν, ήλθαν και θα έλθωσιν εις την Ελληνικήν Επικράτειαν [ ][9]:

Εδώ τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο σαφή: Έλληνες αναγνωρίζονται, από τα φιλελεύθερα δημοκρατικά Συντάγματα της Επανάστασης, οι αυτόχθονες και «ετερόχθονες» Χριστιανοί της οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, δήθεν ιστορικοί έχουν το θράσος να διαστρεβλώνουν κατάφωρα την ιστορική αλήθεια για τη συνέχεια του ελληνισμού μέσω και δια της ορθόδοξης ταυτότητας.

[Ο ίδιος ο Κρεμμυδάς δε, σε πλήρη αντίφαση με την απόλυτη «αδράνεια» και την έλλειψη οποιουδήποτε κοινωνικού ρόλου της Εκκλησίας, είχε χαρακτηρίσει όλες τις προηγούμενες εξεγέρσεις των Ελλήνων ως εμπνεόμενες από την πίστη.] Και συνεχίζει:

Κοινωνικό ρόλο άρχισε να παίζει η Εκκλησία, το Πατριαρχείο, όταν αντιλήφθηκε ότι οι νέες ιδέες φθάνουν στον Ελληνισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στην «επικράτειά» του, δηλαδή. Ο σχηματισμός και η ισχυροποίηση της ελληνικής αστικής τάξης, η υιοθέτηση από ένα τμήμα της και του αντικληρικανικού[10] (sic, Γ.Κ.) κηρύγματος του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης [ ] ταρακούνησαν το κατεστημένο σχήμα σχέσεων. [ ] Τότε ακριβώς το Πατριαρχείο ανέλαβε κοινωνικό ρόλο και τάχθηκε με το μέρος της αντεπανάστασης. [ ] Εντέλει, όταν ήρθε η ώρα να συμβάλει στην επιτυχία της Επανάστασης του δικού της έθνους, πήρε το μέρος του σουλτάνου…[11]

Όσο για τον σουλτάνο, εξαπέλυσε διώξεις κατά της Εκκλησίας, με εκατόμβες θυμάτων, και πρώτον τον Πατριάρχη, από «λανθασμένη εκτίμηση» και εσφαλμένη κοσμοθεωρητική οπτική!

Γιατί ο σουλτάνος δεν μπόρεσε να αντιληφθεί ότι για τον ελληνισμό [ ] η διαφορά στην πίστη είχε πάψει προ πολλού να συνιστά την κύρια αντίθεση με τον κατακτητή. [ ] Σ’ αυτές τις λογικές και τις αντίστοιχες συμπεριφορές του σουλτάνου είναι εύκολο να ανακαλύψουμε το λόγο που τον έκανε να οδηγήσει στην αγχόνη τον πατριάρχη Γρηγόριο Ε΄ (Πάσχα 1822), έναν ιδεολογικό σύμμαχο του στην πραγματικότητα[12].

Η απόρριψη της συνέχειας και το «σύνδρομο της Μελούνας»

Αυτή όμως η λυσσαλέα επίθεση κατά της Ορθοδοξίας δεν αποτελεί μία απλή ιδεοληψία του συγγραφέα˙ είναι απαραίτητη ώστε να μπορεί να κατασκευαστεί το σχήμα μιας ελληνικής εθνικής συνείδησης που αρχίζει να διαμορφώνεται μόλις με την, μετά το 1770, αναπτυσσόμενη αστική τάξη, και μετά τη γαλλική Επανάσταση. Διότι, εάν όντως η ελληνική εθνική συνείδηση συγκροτείται σε αντιπαράθεση με την Ορθοδοξία, και όχι σε ταύτιση ή συνάφεια μαζί της, τότε καθίσταται θεμιτή και η μετατροπή των ελάχιστων αντικληρικαλικών ή αντικληρικών κειμένων σε ορόσημα για τη «δημιουργία» εθνικής συνείδησης. Όπερ έδει δείξαι: Ούτε συνέχεια του ελληνισμού υπάρχει, ούτε σχέση με το Βυζάντιο και την αρχαιότητα˙ υπάρχει απλώς μια αντανακλαστική, παράγωγη της Δύσης, αστική ανάπτυξη, και μια εξ ίσου αντανακλαστική Επανάσταση, ως παρακολούθημα της γαλλικής.

Εάν, αντίθετα, η συνέχεια και η συνάφεια της νεότερης εθνικής συνείδησης με την Ορθοδοξία και το Βυζάντιο είναι πραγματική, όπως βεβαιώνει μέχρι σήμερα η ιστορική πραγματικότητα και η ιστοριογραφία του ελληνισμού, τότε είναι υπαρκτή και η γενικότερη ιστορική συνέχεια του ελληνισμού και δεν αποτελεί απλό παρακολούθημα της Δύσης. Όπως τόσο έξοχα και περιεκτικά είχε απαντήσει στο ερώτημα ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης,:

ἐ­πα­νά­στα­σις ἡ ἐ­δι­κή μας δν ὁ­μοιά­ζει μ καμ­μιὰν ἀ­π' ὅ­σαις γί­νον­ται τν σή­με­ρον ες τν Εὐ­ρώ­πην. Τς Εὐ­ρώ­πης α ἐ­πα­να­στά­σεις ἐ­ναν­τί­ον τν δι­οι­κή­σε­ων των εἶ­ναι ἐμ­φύ­λιος πό­λε­μος. ἐ­δι­κός μας πό­λε­μος ἦ­το ὁ πλέ­ον δί­και­ος, ἦ­τον ἔ­θνος μ ἄλ­λο ἔ­θνος. [ ] Μι­ὰν φο­ρὰν, ὅ­ταν ἐ­πή­ρα­μεν τ Ναύ­πλιον, ἦλ­θεν ὁ Ἀ­μιλ­τον ν μ ἰ­δῇ· μο εἶ­πε ὅ­τι: πρέ­πει ο Ἕλ­λη­νες ν ζη­τή­σουν συμ­βι­βα­σμόν, κα Ἀγ­γλί­α ν με­σι­τεύ­σῃ· ἐ­γὼ το ἀ­πε­κρί­θη­κα, ὅ­τι αὐ­τὸ δν γί­νε­ται πο­τέ, ἐ­λευ­θε­ρί­α ἢ θά­να­τος· ἐ­μεῖς, κα­πι­τὰν Ἄ­μιλ­τον, πο­τὲ συμ­βι­βα­σμὸ δν ἐ­κά­μα­με μ τος Τούρ­κους· ἄλ­λους ἔ­κο­ψε, ἄλ­λους ἐσκλά­βω­σε μ τ σπα­θὶ κα ἄλ­λοι, κα­θὼς ἐμεῖς, ἐ­ζού­σα­μεν ἐ­λεύ­θε­ροι ἀ­πὸ γεν­νε­ὰ ες γεν­νε­ά· Βα­σι­λεύς μας ἐ­σκο­τώ­θη, καμ­μί­α συν­θή­κη δν ἔ­κα­με, φρου­ρὰ του εἶ­χε παν­το­τι­νὸν πό­λε­μον μ τος Τούρ­κους κα δύο φρού­ρια ἦ­τον πάν­το­τε ἀ­νυ­πό­τα­κτα· –μ εἶ­πε, ποία εἶ­ναι βα­σι­λι­κὴ φρου­ρά του, ποῖα εἶ­ναι τ φρού­ρια;– ἡ φρου­ρὰ το Βα­σι­λέ­ως μας εἶ­ναι ο λε­γό­με­νοι Κλέ­φται, τ φρού­ρια Μά­νη κα τ Σοῦ­λι κα τ βου­να· ἔτζι δν μ ὡμί­λη­σε πλέ­ον[13].

Ο Κολοκοτρώνης όχι απλώς θεωρεί την Επανάσταση του ’21 συνέχεια των προγενέστερων αγώνων του ελληνισμού, αλλά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ως τον δολοφονημένο βασιλέα του και να βλέπει τους σκλαβωμένους Έλληνες σε διαρκή και ανειρήνευτο πόλεμο με τους Τούρκους, παρότι ο κ. Κρεμμυδάς φαίνεται να γνωρίζει καλύτερα το πρόβλημα – ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά στην Αγγλία.

Το διακύβευμα, λοιπόν, είναι εξόχως σημαντικό, γι’ αυτό αξίζει ακόμα και μία τόσο άτεχνη και χονδροειδή −ο καθείς και οι δυνατότητές του− απόπειρα αναθεώρησης.

Όμως, «επικίνδυνος» είναι και ο Ρήγας Φεραίος, και όχι μόνο διότι εξέδωσε τους «Χρησμούς του Αγαθάγγελου», έκδοση με την οποία δεν ασχολείται, ή ίσως αγνοεί, ο συγγραφέας, αλλά διότι παραπέμπει σε μια αντίληψη του ελληνισμού που τη συνδέει με τη βυζαντινή και οικουμενική του παράδοση:

Εντούτοις, τα πολιτικά σχέδια του Ρήγα δεν εξυπηρετούσαν τις προϋποθέσεις του έθνους-κράτους˙ το Σχέδιο προέβλεπε τη δημιουργία μιας Βαλκανικής αυτοκρατορίας στα ευρωπαϊκά εδάφη της Οθωμανικής. [ ] Το Σχέδιο του Ρήγα δεν συμβάδιζε με το έμμεσο, πάντα, κήρυγμα του Διαφωτισμού για έγερση των εθνικισμών. [ ] Αυτός είναι προφανώς ο λόγος που η Επανάσταση δεν χρειάστηκε το πολιτικό σχέδιο του Ρήγα˙ ήταν μια εθνική επανάσταση, με διακηρυγμένο το σκοπό της να δημιουργήσει εθνικό κράτος, όχι πολυεθνική αυτοκρατορία[14].

Πρόκειται για κατάφωρο βιασμό της ιστορικής αλήθειας, διότι η Επανάσταση του ’21 θα θελήσει να είναι και παμβαλκανική, σε πλήρη συνέχεια με το όραμα του Ρήγα, εξ ου και η Επανάσταση στη Μολδοβλαχία, και τα σχέδια για ταυτόχρονη κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Μόνο η αποτυχία της επανάστασης σε αυτό το ευρύτερο πεδίο θα την υποχρεώσει στον γεωγραφικό περιορισμό της στη Νότια Ελλάδα. Για την ελληνική συνείδηση του ’21, η επανάσταση στόχευε −με νέους όρους− στην ανασύσταση του ύστερου βυζαντινού κράτους, που, στο βάθος αυτής της συνείδησης, συνιστά τη βάση όλων των επαναστατικών αποπειρών. Για τη μυθική εκδοχή αυτής της παράδοσης, αυτή η ανασύσταση θα πάρει τη μορφή της Ανάστασης του μαρμαρωμένου βασιλιά, ή της έλευσης του «ξανθού γένους»˙ σε μια νεωτερική, σύγχρονη, εκδοχή, –του Ρήγα, και της Φιλικής– θα λάβει τη μορφή ενός σύγχρονου ρωμαίικου κράτους με περισσότερες εθνότητες και λαούς, αλλά με σύμβολο τον σταυρό και γλώσσα την ελληνική˙ τέλος δε, στους περισσοτέρους Έλληνες, θα εμφανίζεται με τη μορφή ενός κράματος και των δύο αυτών εκδοχών, της παραδοσιακής και της νεωτερικής, γι’ αυτό ο Ρήγας, παράλληλα με το Σύνταγμά του, θα εκδώσει και τους «Χρησμούς του Αγαθάγγελου».

Ο προκρούστειος μικροελλαδισμός του Κρεμμυδά θα επιμένει, σε όλη την έκταση του πονήματός του, να συρρικνώνει τα όρια της επαναστατικής απόπειρας στη δημιουργία του μικροσκοπικού κράτους της Προστασίας. Γι’ αυτό και θα μας καλεί επανειλημμένα να εγκαταλείψουμε τον «λαϊκισμό» της παλιάς ιστοριογραφίας και να αναγνωρίσουμε ιδιαίτερα τον «θετικό ρόλο» της Αγγλίας και του Μαυροκορδάτου στην εθνική απελευθέρωση των Ελλήνων, δηλαδή τον περιορισμό της επανάστασης σε ένα μικρό τμήμα εκείνου που σχεδίαζε η Φιλική Εταιρεία.

Μια τέτοια κατάληξη της επανάστασης υπήρξε προφανώς και συνέπεια της ίδιας της οικονομικής και κοινωνικής δομής της υπόδουλης κοινωνίας και η ευθύνη θα πρέπει να προσγραφεί κατ’ εξοχήν στις ίδιες τις ελληνικές ελίτ, που, εξ αιτίας του μεταπρατικού τους χαρακτήρα, δεν είχαν τη δυνατότητα να ξεσηκώσουν όλους τους βαλκανικούς λαούς, ή «να καταλάβουν» την Κωνσταντινούπολη. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποσιωπάται ο ρόλος των μεγάλων δυνάμεων –και της Αγγλίας κατ’ εξοχήν– σε αυτόν περιορισμό της Επανάστασης, ούτε ακόμα περισσότερο να προσγράφεται στις θετικές εξελίξεις το γεγονός ότι η ελληνική Επανάσταση και το νεοσύστατο κράτος θα παραδοθεί στα χέρια της Αγγλίας και των μεγάλων δυνάμεων˙ διότι αυτή η παράδοση θα καθορίσει στη συνέχεια τον εσαεί εξαρτημένο χαρακτήρα του ελλαδικού κράτους. Στη χειρότερη περίπτωση, και από τον πιο «ρεαλιστή» ιστορικό, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μια αναγκαία, αλλά πάντως αρνητική, εξέλιξη.

Όταν, μάλιστα, είναι πασίγνωστο, πως η αγγλική επέμβαση θα πραγματοποιηθεί ακριβώς για να αποφευχθεί μια πιθανή κατάρρευση της οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο σύνολό της, ίσως και μετά από παρέμβαση της Ρωσίας. Οι Άγγλοι δεν μας «χάρισαν» τίποτε, η ελληνική απελευθέρωση είχε δρομολογηθεί, και το ερώτημα ήταν έως που θα έφτανε και υπέρ ποίου θα λειτουργούσε εν τέλει. Όλα αυτά όμως είναι ψιλά γράμματα για τον αγγλόφιλο ιστορικό:

Μετά τη λήξη του Εμφυλίου, το καλοκαίρι του 1825 συγκεκριμένα, συνέβη κάτι επίσης σημαντικό: η Επανάσταση επισήμως ανέθεσε την «μοναδικήν υπεράσπισιν» της ελευθερίας, της ανεξαρτησίας, και της πολιτικής υπόστασης του έθνους στην Αγγλία. Την αίτηση προς την αγγλική κυβέρνηση είχαμε χαρακτηρίσει παλαιότερα ως «ψήφισμα της υποτέλειας»˙ είναι ώρα να την αναθεωρήσουμε. Γιατί επρόκειτο για πράξη που ωφέλησε τον αγώνα…[15]

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε ad nauseam, διότι το συγκεκριμένο κείμενο ξεπερνάει ίσως κάθε προηγούμενο, εξ αιτίας της ανοικτής, ανενδοίαστης και αστήρικτης υποστήριξης αναληθειών που, όμως, κινδυνεύουν να γίνουν επίσημη ιδεολογία του ελληνικού κράτους. Και επί πλέον, το σημαντικότερο, αποτελεί έκδοση της ίδιας της Βουλής των Ελλήνων, που θα έπρεπε να πάρει τα αναγκαία μέτρα για να αποσυρθεί αυτό το ιστορικά απαράδεκτο ανοσιούργημα.

Κλείνοντας, αξίζει να υπογραμμίσουμε πως, από το πόνημα αυτό, εκτός από τις αρές κατά της Εκκλησίας και τους ύμνους στην αστική τάξη, απουσιάζουν παντελώς ορισμένες τάξεις και στρώματα. Έτσι, ούτε καν αναφέρονται, έστω ως συνιστώσες της επανάστασης, οι… λαϊκές τάξεις, οι αγρότες, ο «χοντρός λαός» των αστικών κέντρων, οι βιοτέχνες, οι γυναίκες, οι μαχητές της επανάστασης. Το πόνημα της Βουλής των Ελλήνων ασχολείται αποκλειστικά με τις «ηγέτιδες» τάξεις − ίσως ως αντανάκλαση της ολιγαρχικής μετεξέλιξης της σύγχρονης δημοκρατίας και ως έκφραση της κατάντιας της πάλαι ποτέ αριστερής διανόησης. Από τον Ρήγα και τον Καραϊσκάκη, από τον Αντώνη Οικονόμου και τον Λυκούργο Λογοθέτη, θα μετατοπιστεί στον Μαυροκορδάτο και τους Εγγλέζους «συμμάχους».

Τι καλύτερη δικαιολογία, και ταυτόχρονα προοίμιο για την ξενοδουλεία των ελληνικών ελίτ και την ταύτισή τους με τη Δύση, ως παρασιτική απόφυσή της, από μια «Επανάσταση» η οποία είναι και αυτή δημιούργημα της Δύσης;! Αυτό απαιτούν οι σύγχρονες ανάγκες του ελληνικού κρατικού παρασίτου και αυτό προσφέρουν οι κάλαμοι που βρίσκονται στην υπηρεσία του.

 


* Το κείμενο αποτελεί μέρος ευρύτερης εργασίας-βιβλίου του συγγραφέα. Το άρθρο δημοσιεύεται στο περιοδικό «Μανιφέστο», στο τεύχος 17 του Απριλίου 2009.

[1] Βλ. Βασίλης Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα Τρικούπη στο σήμερα. Το Εικοσιένα στις νέες ιστοριογραφικές προσεγγίσεις [Εισαγωγικός τόμος στην «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» του Σπυρίδωνα Τρικούπη], Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον Κοινοβουλευτισμό και τη Δημοκρατία, Αθήνα 2007.

[2] Βασίλης Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σ. 30.

[3] Β. Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σ. 37.

[4] Β. Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σσ. 42-43.

[5] Βλ. Γιώργος Καραμπελιάς, Το 1204 και η διαμόρφωση του νεώτερου ελληνισμού, Αθήνα 32007.

[6] Βλ. George Vlachos, «L’ idée constitutionellle et la conception révolutionnaire de nation pendant la Révolution hellénique de 1821», La Révolution française et l’ hellénisme moderne, Actes du III Colloque d’ Histoire (Αθήνα 14-17 Οκτωβρίου 1987), ΕΙΕΕ-ΚΝΕ, Αθήνα 1989, σ. 337.

[7] Β. Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σ. 32.

[8] Β. Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σ. 32.

[9] Βλ. Αλεξάνδρου Σβώλου, Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος και Τα ελληνικά Συντάγματα 1822-1975/1986, Στοχαστής, Αθήνα 21998, σσ. 107, 122, 136.

[10] Ο «αντικληρικανισμός», στον οποίο επανειλημμένα αναφέρεται ο Κρεμμυδάς στο πόνημά του, αποτελεί μια ιδιαίτερη συμβολή του στον γλωσσικό πλούτο της ελληνικής γλώσσας. Προφανώς, εννοεί τον αντικληρικαλισμό, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για τον κ. καθηγητή. Εδώ, ολόκληρο ελληνικό έθνος εξαφάνισε πριν την γαλλική Επανάσταση, και θα «υποχωρήσει» μπροστά σε μία απλή λέξη, την οποία αναπλάθει δημιουργικά; Εξ άλλου το ίδιο πράττει και με τα Βέρβαινα τα οποία αποκαλεί Δέρβενα, (σελίδα 65) ίσως σε μία σύνθεση της μάχης των Βερβαίνων (17-18 Μαϊου 1821) με εκείνη στα Δερβενάκια (26 Ιουλίου 1822). Εξ άλλου και στις δύο περιπτώσεις πρωτοστατούσε ο Νικηταράς − ο λεγόμενος και «τουρκοφάγος».

[11] Β. Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σ. 32.

[12] Β. Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σ. 66. [Παρεμπιπτόντως και εδώ υπάρχει η ίδια ακρίβεια και προσοχή που χαρακτηρίζει όλο το έργο. Ο Γρηγόριος Ε΄ απαγχονίστηκε το… 1822. Εκτός αν υποθέσουμε πως και αυτή η… μικρή διαφορά του ενός χρόνου, εντάσσεται σε κάποια στρατηγική ενίσχυσης του μηνύματος του συγγραφέα, ότι δηλαδή ο απαγχονισμός του δεν συναρτάται με την Επανάσταση του ’21 και έγινε πάνω από ένα χρόνο αργότερα. Πάντως το αποτέλεσμα, ηθελημένο ή αθέλητο, είναι ακριβώς αυτό.]

[13] Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης (υπαγόρευσε), Διήγησις Συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Αθήνα 1846, σ. 190.

[14] Β. Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σ. 44.

[15] Β. Κρεμμυδάς, Από το Σπυρίδωνα…, ό.π., σ. 87.

Δευτέρα 4 Μαΐου 2009

Κανένας δεν σέβεται εκείνον που δεν υπερασπίζεται τα συμφέροντά του

ΤΟΥ ΣΑΒΒΑ ΙΑΚΩΒΙΔΗ,

ανδημοσίευση από την Σημερινή, 3-5-2009

ΣΤΙΣ ΔΙΕΘΝΕΙΣ σχέσεις είναι αποδεδειγμένο διαχρονικό αξίωμα: Κανένας δεν σέβεται εκείνον, που δεν σέβεται τον εαυτό του. Κανένας δεν ανέχεται εκείνον, που αναμένει από τρίτους να υπερασπίσουν τα συμφέροντά του. Και όλοι οικτίρουν και χλευάζουν εκείνον, που δεν έχει αξιοπρέπεια, σοβαρότητα, αποφασιστικότητα, δύναμη και αταλάντευτη σταθερότητα στους στόχους του. Η εξωτερική πολιτική δεν ασκείται με παρακάλια, κλαψουρίσματα, γαλιφιές και γλειψίματα αλλά με αξιοπρέπεια, καθαρούς στόχους, αταλάντευτη διεκδίκηση και σταθερή και απαραμείωτη αποφασιστικότητα στην υπεράσπιση των συμφερόντων του κράτους. Η κύρια αποστολή κάθε σοβαρής κυβέρνησης είναι η ασφάλεια και η επιβίωση του κράτους και του λαού. Άρα, εξ αυτών ανάλογα πρέπει να είναι τα μέσα στην προαγωγή και διεκδίκηση αυτών των συμφερόντων: Πολιτικά, διπλωματικά, οικονομικά και, πρώτιστα, στρατιωτικά.
Όταν εκδηλώνεται κρίση, η ουδετερότητα δεν είναι πάντα σοφή και αποδοτική επιλογή. Ιδιαίτερα όταν είσαι μικρός και αδύνατος. Οι μικροί και αδύναμοι δεν μπορούν να παίζουν παιγνίδια με τους μεγάλους. Όταν συγκρούονται οι ελέφαντες, υποφέρει το χορτάρι. Μόνον ένας επιτήδειος ουδέτερος υπάρχει και έγραψε ιστορία με την αχρεία συμπεριφορά του και αυτός είναι η κατοχική Τουρκία. Και η μεν Τουρκία, ως μεγάλη χώρα και ήδη περιφερειακή δύναμη, είναι σε θέση να παίζει παιγνίδια, να εκβιάζει και να απαιτεί με αλαζονεία και προπέτεια. Η Κύπρος, αν και μικρή, έχει άλλα όπλα που, αν τα χρησιμοποιήσει με την ανάλογη πολιτική συνέπεια και επιμονή, μπορεί να κερδίσει. Είναι προτιμότερο, χρησιμότερο και αποδοτικότερο να είσαι ομοτράπεζος των ισχυρών, φίλος και συνεργάτης, σύμμαχος ή εταίρος τους παρά να είσαι στο περιθώριο, παρίας, απόκληρος και γραφικός.

Γράφουμε αυτά με αφορμή μία πρωτοφανή δήλωση του Προέδρου Χριστόφια, κατά την πρόσφατη υποδοχή του πρωθυπουργού της Ελλάδας, Κ. Καραμανλή. Απαντώντας σε ερώτηση Έλληνα συναδέλφου, ποια στάση θα τηρήσουν η Ελλάδα και η Κύπρος έναντι των δύο τάσεων, που ήδη μορφοποιούνται στην Ευρώπη, ο Δ. Χριστόφιας είπε τα εξής: «Εμείς έχουμε κάνει την επιλογή μας και ο στόχος ο δικός μας είναι να πείσουμε και εκείνους της ειδικής σχέσης και εκείνους που είναι οπαδοί της πλήρους ένταξης της Τουρκίας, όπως η Τουρκία εφαρμόσει τις υποχρεώσεις της, και δίνουμε το μήνυμα ότι αν δεν εφαρμόσει τις υποχρεώσεις της, έχει καθήκον η Ένωση να τη βάλει στη θέση της». Ποιος λέγει αυτά τα απίστευτα; Τα λέγει και τα εννοεί ο Πρόεδρος της, κατεχόμενης από την Τουρκία, Κύπρου, ενός κράτους που εδώ και 35 χρόνια απειλείται από μια χώρα, που με αναίδεια απαιτεί να ενταχθεί στη δημοκρατική Ευρώπη. Τα λέγει και τα εννοεί ο Πρόεδρος της Κύπρου, που υφίσταται το διεθνές έγκλημα του εποικισμού, την εθνοκάθαρση, την καταστροφή της πολιτιστικής της κληρονομιάς και την απειλή πλήρους κατάληψής της.

Απορούμε με την απίστευτη αφέλεια του Δ. Χριστόφια
Γιατί η Ένωση να βάλει την Τουρκία στη θέση της; Γιατί αναμένουμε από τους εταίρους μας να κάνουν εκείνα, που η εκλεγμένη κυβέρνηση Χριστόφια οφείλει καθηκόντως να πράξει; Γιατί η Ευρώπη να ασκήσει βέτο εναντίον της Τουρκίας και όχι η Ελλάδα και η Κύπρος; Οι άλλοι εταίροι μας θα βάλουν την αυθάδη και αλαζονική Τουρκία στη θέση της και όχι η Ελλάδα και η Κύπρος; Περίεργη, πρωτοφανής και ανεκδιήγητη, μα την αλήθεια, αντίληψη περί των διεθνών σχέσεων και των διακρατικών συνεργασιών. Με απλά λόγια, ο Δ. Χριστόφιας εννοεί όπως οι 26 εταίροι μας κατεβούν στην αρένα, συγκρουστούν με την κατοχική Τουρκία, και η Ελλάδα και η Κύπρος, ως απαθείς, ουδέτεροι και παθητικοί θεατές, να παρακολουθούν! Καραμανλής και Χριστόφιας, να συνέλθουν! Ας προσγειωθούν, επιτέλους! Αθήνα και Λευκωσία έχουν το δικαίωμα βέτο. Γιατί δεν το αξιοποιούν, όπως έπραξε πρόσφατα η Σλοβενία; Γιατί δεν διαμηνύουν -ΚΑΙ ΝΑ ΤΟ ΕΝΝΟΟΥΝ- ότι αν η κατοχική Τουρκία δεν συμμορφωθεί, μετά από πέντε χρόνια εμπαιγμού μας, θα εμποδίσουν την παραπέρα πορεία της στην Ευρώπη; Ναι, αλλά, για να πουν αυτά ή να μην τα πουν, έπρεπε να είχαν πολιτική, σοβαρότητα, αξιοπιστία, να είναι σεβαστοί στους ξένους και επίφοβοι για τους Τούρκους, και να είχαν κτίσει έγκαιρα συμμαχίες συμφερόντων με εταίρους μας, ώστε σε κάθε περίπτωση να αντιμετωπίσουν με το λιγότερο κόστος οποιεσδήποτε αρνητικές συνέπειες.
Τέτοια πολιτική, δεν υπάρχει. Υπάρχουν μόνο παχυλές κουβέντες, που ούτε ο εν πολλαίς δυσκολίαις ευρισκόμενος Καραμανλής ούτε ο πελαγοδρομών Χριστόφιας μπορούν να μεταφράσουν σε αποφάσεις και πράξεις. Ο μεν Χριστόφιας έχει προσδεθεί ασφυκτικά, σε βαθμό πνιγμού, στους σχεδιασμούς των Βρετανών, που τον παρασύρουν προς τις τουρκικές αξιώσεις. Τον έχουν παγιδεύσει στα γρανάζια απρόσοδων συνομιλιών, που οδηγούν τον τόπο κατά τουρκικών κρημνών. Η απόφαση του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) στην υπόθεση Αποστολίδη εναντίον Όραμς τού προσφέρει ένα ανέλπιστο, πανίσχυρο και ευρωπαϊκό όπλο, στην υπεράσπιση του ατομικού και αναφαίρετου δικαιώματος ιδιοκτησίας και άλλων κρίσιμων πτυχών του Κυπριακού. Αμφιβάλλουμε σφόδρα ότι θα το αξιοποιήσει. Δεν θέλει να ζορίζει το σύντροφό του Ταλάτ, ή να εκνευρίζει την Τουρκία. Η φιλοσοφία και η ηλίθια νοοτροπία του «καλού παιδιού» γι' ακόμα μια φορά θα χαντακώσει τον κυπριακό Ελληνισμό. Και πότε; Όταν η Τουρκία και ο υποτελής Ταλάτ δεν χάνουν ευκαιρία για να υπονομεύσουν την Κυπριακή Δημοκρατία και να τεχνουργήσουν νέα δεσμά για τους Έλληνες.

Από την άλλη, η Ελλάδα εξευτελίζεται και βιάζεται από την Τουρκία στο Αιγαίο, καθημερινά. Και το άθλιο κράτος των Αθηνών κοιμάται ή διαπληκτίζεται ακκιζόμενο, ανοητολογώντας και χυδαιολογώντας στα τηλεοπτικά παράθυρα. Μέχρι που μια μέρα θα ξυπνήσει, για να διαπιστώσει ότι έχασε το μισό Αιγαίο. Ακόμα και τα κωμικά Σκόπια γελοιοποιούν τη δύστηνη Ελλάδα. Και στη Δυτ. Θράκη ετοιμάζεται νέα τουρκανταρσία. 

Αθήνα και Λευκωσία ούτε το παράδειγμα της Σλοβενίας δεν είναι σε θέση να μιμηθούν. Δεν θέλουν! Δεν μπορούν! Δεν διανοούνται να αναμετρηθούν με το τουρκικό θηρίο. Αναμένουν από τρίτους σωτηρία και αχρηστεύουν ανεύθυνα τα ευρωπαϊκά και άλλα όπλα, που έχουν ή μπορούν να έχουν στα χέρια τους. Οι ξένοι γελούν και χλευάζουν το κατάντημα των ηγετών του Ελληνισμού. Και, βεβαίως, τιμούν και ανταμείβουν τον σφαγέα μας, που ξέρει να διεκδικεί με τη δύναμη της γεωπολιτικής, στρατηγικής και στρατιωτικής σημασίας και χρησιμότητάς του.

Κυριακή 3 Μαΐου 2009

Πάντειο Πανεπιστήμιο: οι νέοι γενίτσαροι διδάσκουν και αναπαράγονται

Απόσπασμα από άρθρο του περιοδικού patria(τεύχος 16,Μάρτιος 2009)και του Παναγιώτη Δούμα με θέμα τα "Ελληνικά Πανεπιστήμια" 

Λέγεται ότι το Πάντειο είναι το φυτώριο των αφελληνισμένων συνειδήσεων. Βρήκαμε τον προσφάτως αποφοιτήσαντα φοιτητή Βαγγέλη Κ., ο οποίος σε μία σύντομη συνέντευξη μας σόκαρε.

Βαγγέλη, ποιοι καθηγητές κάνουν ανθελληνική προπαγάνδα στο Πάντειο;

Υπάρχουν στο Πάντειο καθηγητές, όπως ο Αλέξης Ηρακλείδης που διδάσκουν ότι τα ΣΚΟΠΙΑ πρέπει να ονομάζονται Μακεδονία και ότι δεν επέλεξαν για νονό τους την Ελλάδα και το ότι εμείς αποκαλούμαστε Έλληνες συμβαίνει κατά παραχώρηση της αντικειμενικής αλήθειας που είναι άλλη. Αποκαλώντας παράλληλα τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο επιστημονικοφανή εθνικιστή και ξεπερασμένο ιστοριογράφο. Ότι η Τουρκία απειλείται περισσότερο από την χώρα μας παρά το αντίθετο. Ότι είναι παράλογο να εξοπλίζονται στρατιωτικά τα νησιά μας χωρίς να έχει εκδηλωθεί πρώτα μία τουρκική στρατιωτική επιχείρηση καταλήψεώς των.

Καθηγητές όπως ο Πεσμαζόγλου που ισχυρίζεται ότι για την Μακεδονία υπάρχουν 73 διαφορετικοί χάρτες και ότι είναι παραλογισμός να διεκδικεί η χώρα μας την ελληνικότητά της Μακεδονίας και ακόμη ότι το έθνος είναι ένα συλλογικό φαντασιακό κατασκεύασμα (με λίγα λόγια επιχειρούν να βγάλουν τρελό όποιον δεν τοποθετείται στον ακραίο διεθνισμό).

Καθηγητές όπως ο Γιάννης Γιαννουλόπουλος που διδάσκει το μάθημα της ιστορίας της Αλβανίας, αλλά και Ελληνική Ιστορία και ο οποίος αποκαλεί τους Σκοπιανούς Μακεδόνες ακόμα και δημοσίως.

Καθηγητές όπως ο Δημήτρης Χριστόπουλος με το ΚΕΜΟ ο οποίος θεωρεί ότι στην Ελλάδα καταπιέζονται οι Μακεδόνες ως μειονότητα, οι οποίοι όμως δεν είναι Έλληνες και δε μπορούν να μιλήσουν την μητρική τους γλώσσα, την μακεδονική (!!!) και ότι στην Θράκη μας οι Έλληνες Μουσουλμάνοι που προστατεύονται από την Ελληνική Πολιτεία δεν είναι Έλληνες αλλά Τούρκοι και μάλιστα ότι δεν πρέπει να τους αποκαλούμε Έλληνες Μουσουλμάνους, αλλά Τούρκους κατά ευθεία παράβαση της συνθήκης της Λωζάννης που ομιλεί μόνο για θρησκευτικές μειονότητες και όχι για μία εθνική μειονότητα.

Σε τι αποσκοπεί αυτό το ανθελληνικό μένος;

Σκεφτείτε ότι οι άνθρωποι αυτοί με το λόγο και τις σκέψεις που αναπτύσσουν, δομούν κείμενα τα οποία σχηματίζουν μία νέα ελληνική ιστοριογραφία, η οποία είναι υπεύθυνη για την διαμόρφωση ενός συλλογικού ασυνειδήτου ενοχών και εντροπής για την εθνική μας ταυτότητα στο χώρο των φοιτητών κατά καταστρατήγηση του άρθρου 16 του Συντάγματος που επιτάσσει ανάπτυξη εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης ως σκοπό της δημοσίας εκπαιδεύσεως. Δεν θα εγράφοντο δε τέτοια κείμενα για την Ελλάδα από κανένα πανεπιστήμιο της Ευρώπης ή του Κόσμου. Παρόμοια πράγματα ίσως να κατεγράφοντο από κεμαλιστές στρατηγούς της Άγκυρας, από εντολοδόχους του Γκρουέφσκι και ίσως από στελέχη του UCK.

Αντίθετες φωνές δεν υπάρχουν; Τι αντιμετώπιση έχει ένας φοιτητής που θα φέρει αντιρρήσεις σε όσα διδάσκουν;

Οι άνθρωποι αυτοί, οι οποίοι τουλάχιστον στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών και Ιστορίας πλειοψηφούν συντριπτικά, εναλλασσόμενοι μάλιστα στις θέσεις του Προέδρου και του Αντιπροέδρου του Τμήματος διώκουν συστηματικά τις πατριωτικές ιδέες των φοιτητών, τιμωρώντας την απόκλιση και επιβραβεύοντας την ευθυγράμμιση με τα καινοφανή ανθελληνικά ιδεολογήματά τους για να καταλάβετε την ιδεολογική τρομοκρατία που υφίστανται συν τοις άλλοις οι νέοι στα πανεπιστήμια σήμερα.

Αλλά το βασικό γνώρισμα όλων αυτών είναι ότι έχουν ωφεληθεί από την εξουσία, ότι έχουν πλημμελή επιστημονική κατάρτιση, ότι έγιναν καθηγητές με δημόσιες σχέσεις και ότι κάθε φορά που αδυνατούν να εξουδετερώσουν επιχειρήματα πατριωτών φοιτητών, ακολουθούν την πάγια τακτική της περιθωριοποίησής τους στα μάτια των συμφοιτητών τους, αποκαλώντας τους ακραίους ή και μεροληπτώντας στην βαθμολόγησή τους.