Κυριακή 30 Αυγούστου 2009

Ορατοί οι κίνδυνοι στα εθνικά θέματα

Γράφει ο Βασίλης Μαρκεζίνης*

http://www.ethnos.gr/article.asp?catid=15426&subid=2&pubid=5584903

Καθώς πλησιάζει η πρώτη επέτειός του στην εξουσία, ο Αμερικανός πρόεδρος πρέπει εύλογα να νιώθει υπερήφανος για τον εαυτό του και τη φυλή του. Κατέκτησε πράγματι μια θέση ύψιστης περιωπής με την αξία του και την επιμονή του, και είναι γεγονός ότι απέχει παρασάγγας από τη θλιβερή κατάσταση του προκατόχου του

Παρ’ όλα αυτά, ως πολιτικός με σαφή επίγνωση των εξελίξεων και των γεγονότων, είναι μάλλον απίθανο να μην αισθάνεται ότι δεν έχει και τόσους λόγους πανηγυρισμού.

Ετσι όσον αφορά τα εσωτερικά θέματα, το μείζον πρόγραμμά του -ένα πρόγραμμα μεταρρύθμισης του αμερικανικού συστήματος υγείας- είναι μεν αναγκαίο, αλλά, επί του παρόντος, βρίσκεται στα όρια της κατάρρευσης. Η οικονομική ανάκαμψη της χώρας του είναι ακόμη αμφίβολη. Η ανάγκη για περαιτέρω οικονομικές ενέσεις τόνωσης των αμερικανικών βιομηχανιών παραμένει υπαρκτή. O τρόπος που χειρίστηκε το ζήτημα του επαίσχυντου Γκουαντάναμο δεν του απέφερε επαίνους (αν και, για το ευρύ κοινό, το ζήτημα αυτό έχει πλέον αρχίσει να περνά σε δεύτερη μοίρα).

Οσον αφορά τα εξωτερικά θέματα, η κατάσταση είναι πιο μελαγχολική, μια και σταδιακά η πολιτική του Ομπάμα προσελκύει πλέον τον χειρότερο όλων των χαρακτηρισμών -κρινόμενη ως προς την ουσία της, ασφαλώς, και όχι με βάση τη δημιουργία εντυπώσεων-, ως «συνέχεια της στρατηγικής Μπους/Τσένι».

Η δήλωση αυτή μοιάζει ίσως υπερβολικά σκληρή, αλλά, εάν εξετάσει κανείς τις συνιστώσες της, δεν είναι εντέλει τόσο αδικαιολόγητη.

Πιο συγκεκριμένα: ο πρόεδρος Ομπάμα ελάχιστη πρόοδο έχει σημειώσει όσον αφορά τις σχέσεις του με τη Ρωσία. Υπάρχουν μάλιστα ενδείξεις ότι η Ρωσία έχει ενοχληθεί σοβαρά από τη συστηματική τάση των Αμερικανών να υποτιμούν τη διεθνή σπουδαιότητά της.

Η Αμερική στα λόγια, εάν όχι και στις πράξεις (εφόσον ελάχιστα μπορεί όντως να κάνει), παραμένει επίσης προκλητική όσον αφορά τη Γεωργία και την Ουκρανία. Οι σχέσεις της με την Ευρώπη παραμένουν χλιαρές, ενώ ταυτόχρονα η σημερινή Γερμανία προσεταιρίζεται όλο και περισσότερο τη Ρωσία στο πλαίσιο ζητημάτων που δεν περιορίζονται πλέον στον ενεργειακό τομέα.

Κοιτάζοντας πιο πέρα βλέπουμε πως o πόλεμος στο Αφγανιστάν και στο Πακιστάν παραμένει εκκρεμής και αιματηρός όσο ποτέ άλλοτε, ενώ το οικονομικό κόστος του για τις ΗΠΑ (συνυπολογιζόμενης της διατήρησης στρατευμάτων στο Ιράκ) κατά το τρέχον έτος θα υπερβεί τα 730 δισ. δολάρια.

Η «συγκράτηση» του διαρκώς εντεινόμενου ισραηλινού επεκτατισμού εγείρει επίσης ανυπέρβλητες δυσκολίες, παρά τις επικοινωνιακές προσπάθειες να καλυφθεί η πραγματική κατάσταση. Τέλος, το φλέγον ζήτημα του Ιράν ενδέχεται σύντομα να εισέλθει σε μια νέα, πολύ πιο επικίνδυνη φάση. Εάν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τα πολλαπλά προβλήματα που υποβόσκουν στις σχέσεις της Αμερικής με το Μεξικό, την ανεπίλυτη διένεξη με την Κορέα, καθώς και την εντεινόμενη οικονομική αντιπαλότητα με την Κίνα που εξελίσσεται σήμερα στη Βραζιλία, σαφέστατα διαπιστώνουμε όχι μόνον ότι η αμερικανική ηγεμονία δεν είναι ακμαία, αλλά ότι η όλη κατάσταση δύσκολα θα δικαιολογούσε το οποιοδήποτε αίσθημα χαράς ή ικανοποίησης.

Η υποβόσκουσα κρίση μεταξύ Ελλάδας - Τουρκίας
Μέσα σε ακριβώς αυτό το πλαίσιο, και όχι μεμονωμένα, οφείλουμε να εξετάσουμε και την κλιμακούμενη ένταση ανάμεσα στη χώρα μας και την Τουρκία. Το επισημαίνω αυτό για λογαριασμό του μέσου αναγνώστη, ο οποίος έχει συνηθίσει να λαμβάνει μόνο επαναλαμβανόμενες και καθησυχαστικές δηλώσεις από το υπουργείο Εξωτερικών μας.

Οι δηλώσεις αυτές περιστρέφονται γύρω από δύο κεντρικές ιδέες που αφορούν τις διμερείς σχέσεις, αλλά λίγο-πολύ αγνοούν την επίδραση του ευρύτερου γεωπολιτικού συστήματος στη διαμόρφωση των αμερικανικών προθέσεων για την Τουρκία και, εμμέσως, για την Ελλάδα ως τον τελευταίο τροχό αυτής της άμαξας.

Η πρώτη ιδέα/διαβεβαίωση είναι ότι αντιμετωπίζουμε τις καθημερινές τουρκικές προκλήσεις με ηρεμία και ψύχραιμη σκέψη, γνωρίζοντας ότι το διεθνές δίκαιο είναι με το μέρος μας. Σύμφωνα με τη δεύτερη ιδέα, η παρούσα επιθετική στάση της Τουρκίας αποτελεί «εποχικό φαινόμενο», διόλου πρωτόγνωρο, και άρα είναι απλώς ακόμη ένα από τα προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε με ηρεμία σε σχέση με τη γείτονα χώρα.

Διαφωνώ και με τις δύο αυτές ιδέες, για τρεις διαφορετικούς λόγους.

Κατά πρώτο λόγο, η τουρκική εξωτερική πολιτική επηρεάζεται πλέον όλο και λιγότερο από τους παράγοντες που επικαλείται η ελληνική κυβέρνηση, και ειδικότερα από την προσπάθεια των κεμαλιστών στρατηγών να παραμείνουν υπολογίσιμος παράγοντας στη χώρα τους. Τo λέω αυτό διότι ο κ. Ερντογάν συνεχίζει επιτυχώς τις πολιτικές του κ. Γκιουλ και του Τ. Οζάλ, αποδυναμώνοντας όλο και περισσότερο τον παλιό αυτόν προμαχώνα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής.

Σήμερα στη συλλογιστική βάση της τουρκικής επιθετικότητας βρίσκεται, όπως προσπάθησα να εξηγήσω σε προηγούμενο άρθρο μου στο «Εθνος της Κυριακής», μια πολύ πιο εκλεπτυσμένη, πολυδιάστατη και συντονισμένη εξωτερική πολιτική, την οποία ανέπτυξαν προοδευτικά και θέτουν πλέον σε εφαρμογή οι κ.κ. Νταβούτογλου και Ερντογάν. Η αντίδραση του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών θα έπρεπε επομένως να προσαρμοστεί καταλλήλως, να εκσυγχρονιστεί και να διαμορφωθεί κατά τρόπον ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει αυτό το σύνθετο σχέδιο δράσης, που είναι πρωτόγνωρο με τα μέχρι τώρα τουρκικά δεδομένα. Οπως και αρκετοί άλλοι πολίτες, αναμένω και εγώ σαφείς αποδείξεις μιας μελετημένης και συντονισμένης ελληνικής αντίδρασης, αλλά, μέχρι στιγμής, μάταια.

Κατά δεύτερο λόγο, διαφωνώ με τη συχνή επίκληση του διεθνούς δικαίου ως παράγοντα που είναι με το μέρος μας και άρα καθιστά τη χώρα μας απόρθητη. Διαφωνώ με αυτήν την προσέγγιση όχι επειδή δεν τρέφω σεβασμό γι’ αυτόν τον κλάδο του δικαίου -πώς θα ήταν δυνατόν άλλωστε, τη στιγμή που ως νομικός ασχολούμαι με αυτά τα θέματα-, αλλά επειδή γνωρίζω, όπως γνωρίζει και η κυβέρνηση, ότι και εμείς οι ίδιοι δεν τολμούμε να εφαρμόσουμε πρακτικά το διεθνές δίκαιο.

Αρκεί ένα και μόνο παράδειγμα, για του λόγου το αληθές. Παρότι, λοιπόν, το διεθνές δίκαιο μάς δίνει το δικαίωμα να επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια, εμείς δεν τολμούμε να ασκήσουμε το δικαίωμα αυτό στην πράξη, δεδομένης της απειλής της Τουρκίας ότι θα το εκλάβει ως casus belli.

Θεωρητικά υπάρχουν πάντα τρόποι να αντιδράσει κανείς στα φαινομενικά αδιέξοδα, υπό τον όρο, βεβαίως, ότι μπορεί να σκεφτεί ελεύθερα και πρωτότυπα. Το ζήτημα όμως είναι: «Εμείς μπορούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο;».

Σε ένα βιβλίο που εκδόθηκε πρόσφατα (2008), με τίτλο «Για το ζήτημα του Αιγαίου - Τα πετρέλαια, ο Μάρτης του ‘87, οι «συνοριακές διαφορές», η Ευρωπαϊκή Ενωση και η «ενεργειακή γέφυρα»», ο πρώην υπουργός Αναστάσιος Ι. Πεπονής έγραψε (σ. 161) ότι «η Ελλάδα μπορεί, με σωστή εκτίμηση των δεδομένων, να προπαρασκευάσει και να προχωρήσει σε διαφοροποιημένες κατά περιοχή επεκτάσεις της χωρικής της θάλασσας στο Αιγαίο, ασκώντας ευχέρεια που αναγνωρίζει το Διεθνές Δίκαιο». (Χρησιμοποίησα πλάγια στοιχεία σε αρκετές λέξεις, θέλοντας να δείξω πόσο προσεκτικά γράφει ο κ. Πεπονής.)

Δεν υποστηρίζω, στο συγκεκριμένο σημείο, ότι αυτή είναι υποχρεωτικά η λύση. Ούτε και ο κ. Πεπονής, νομίζω, υποστηρίζει κάτι τέτοιο. Τα ζητήματα αυτά, ας μην ξεχνάμε, είναι πολύ περίπλοκα και δεν είναι δυνατόν να επιλυθούν στο στενό πλαίσιο ενός άρθρου εφημερίδας. Αυτό πάντως που υποστηρίζω είναι ότι μπορούμε να διαμορφώσουμε ρεαλιστικά σχέδια με σκοπό να προστατεύσουμε τα συμφέροντα της χώρας μας, όπως πολύ χαρακτηριστικά έκανε το 1987 η κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου, αναγκάζοντας τελικά την Τουρκία να εγκαταλείψει την επιθετική της στάση.

Οσον αφορά τη σημερινή κρίση, δεν έχω διαβάσει μέχρι τώρα παρά μόνο κάποιες παρασκηνιακές πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες οι Αμερικανοί θέλουν να συναντηθούμε με τους Τούρκους και να λύσουμε όλα μας τα προβλήματα διαμιάς. Είναι προφανώς αδύνατον να αποβεί λυσιτελής μια τέτοια πρόταση. Κι επιπλέον, θα ήταν ντροπή για οποιονδήποτε Ελληνα πολιτικό να καθίσει σε ένα τέτοιο τραπέζι διαπραγματεύσεων!

Αυτή είναι η γνώμη ενός πατριώτη, αν και γνωρίζει και αυτός και όλοι οι αναγνώστες ότι οι Αμερικανοί δεν θα ησυχάσουν μέχρις ότου μας επιβάλουν την πρόθεσή τους.

Τέλος διαφωνώ με τις καθησυχαστικές, αλλά κοινότοπες δηλώσεις στις οποίες προβαίνει το υπουργείο Εξωτερικών μας ότι έχει την όλη κατάσταση υπό έλεγχο, διότι απλούστατα, όπως και οι περισσότεροι συμπατριώτες μου, δεν πιστεύω ότι αυτό αληθεύει.

Η επίδειξη ψυχραιμίας και αυτοκυριαρχίας, όταν δεν συνοδεύεται από επιχειρήματα, πράξεις, αποτελέσματα, υποδηλώνει αδυναμία, όχι δύναμη. Η κλιμάκωση της τουρκικής προκλητικότητας δείχνει ότι και οι Τούρκοι συμμερίζονται ακριβώς την ίδια άποψη γι’ αυτές τις δηλώσεις, μια και προφανώς τις αντιμετωπίζουν με πλήρη αδιαφορία.

Κατά τη γνώμη μου θα ήταν πολύ πιο υπεύθυνη στάση να βγει κανείς και να μιλήσει ανοιχτά στους πολίτες της χώρας, να τους πει για τους κινδύνους που αντιμετωπίζει η χώρα και, αν είναι αρκετά θαρραλέος (πράγμα μάλλον απίθανο), να τους υπενθυμίσει ποιοι μπορεί να κρύβονται πίσω από αυτές τις ανούσιες διαβεβαιώσεις, προσπαθώντας να μας εξωθήσουν σε συζητήσεις που θα έθεταν σε κίνδυνο την εθνική μας κυριαρχία.

Πράγματι -για να επανέλθουμε στο επιχείρημα που απορρέει από το διεθνές δίκαιο και τη διεθνή πρακτική- δεν θεωρούνται άραγε ελληνικές εδώ και εβδομήντα χρόνια, και μάλιστα βάσει του διεθνούς νομικού καθεστώτος, οι βραχονησίδες που διεκδικεί σήμερα η Τουρκία; Οι πρόσφατες παραβιάσεις του εναέριου και του θαλάσσιου χώρου μας δεν μπορεί παρά να αποσκοπούν στην καθιέρωση μιας de facto κατάστασης, την οποία, εν ευθέτω χρόνω, η Τουρκία μπορεί να «ρίξει» στο τραπέζι των συζητήσεων ως «διαπραγματευτικό ατού». Λυπούμαι που το λέω, αλλά το θεωρώ απολύτως λογικό η Τουρκία να εκμεταλλευτεί αυτό το επιχείρημα σε νομικό επίπεδο. Κοντολογίς, το ξαναλέω: η Ελλάδα κινδυνεύει!

Η αδυναμία της Ελλάδας σε μια επικείμενη διαμάχη
Οταν κανείς διακρίνει προβλήματα στον ορίζοντα, οφείλει να προειδοποιεί τον λαό του. Και προσωπικά διακρίνω. Αυτό μάλιστα που αντιλαμβάνομαι ως πρωταρχικό πρόβλημα -και εξυπακούεται πως μπορεί κανείς να έχει διαφορετική γνώμη- είναι δισδιάστατο. Περιέργως, όμως, καμία από τις δύο «διαστάσεις» ή όψεις του δεν σχετίζεται με την Τουρκία. Τουναντίον, αμφότερες σχετίζονται με εμάς και τους φίλους μας. Και λέγοντας «φίλους μας» εννοώ την Αμερική και την Ευρώπη.

Οποιοσδήποτε έχει διαβάσει τις απόψεις που έχω διατυπώσει σε αρκετά άρθρα μου κατά τα δύο τελευταία χρόνια θα έχει ενδεχομένως προσέξει τη βαθιά μου θλίψη για τη στάση της Αμερικής απέναντί μας, αλλά και την εξίσου βαθιά ανησυχία μου για την ικανότητα των Ευρωπαίων συμμάχων μας να μας βοηθήσουν ουσιαστικά σε μια κρίσιμη στιγμή. Εξακολουθώ να φοβούμαι ότι, εάν ποτέ εμπλεκόμασταν σε μια ένοπλη σύγκρουση με την Τουρκία, το μέγιστο που θα μπορούσαν να μας εξασφαλίσουν αυτοί οι φίλοι είναι μια «συμφωνία» ανάλογη αυτής των Ιμίων. Κατά τη γνώμη μου, μία μάς αρκεί!

Η απάντησή μου για ένα τέτοιο ενδεχόμενο -η καλύτερη απάντηση που μπόρεσα να σκεφτώ, έστω και αν δεν έτυχε ευρύτερης επιδοκιμασίας- ήταν πως πρέπει να προσπαθήσουμε να βρούμε νέους φίλους. Οι σχετικές μου επισημάνσεις αγνοήθηκαν, ενώ, σε προσωπικό κύκλο, δέχτηκα και την κατηγορία πως γερνώντας είχα γίνει ρωσόφιλος.

Οι κατηγορίες, όμως, που δεν βασίζονται σε επιχειρήματα, αλλά σε προκαταλήψεις, με αφήνουν τελείως αδιάφορο. Αντιθέτως, με μεγάλο ενδιαφέρον βλέπω σήμερα ότι κάποιοι έγκυροι αρθρογράφοι -λ.χ. ο γενικός διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ- μετακινήθηκαν πρόσφατα (βλ. «Καθημερινή», 15 Αυγούστου 2009) προς μια εμφανώς διφορούμενη θέση, ισχυριζόμενοι, από τη μια πλευρά, ότι «η Αθήνα ούτε μπορεί να παίξει σημαντικά μεγαλύτερο ρόλο στο πλαίσιο των ρωσικών σχεδιασμών, ούτε και θα έπρεπε να το επιδιώξει» (δική μου η έμφαση), αλλά και κλείνοντας, από την άλλη πλευρά, το ίδιο άρθρο προβάλλοντας την άποψη που πρεσβεύω εδώ και αρκετό καιρό, υπέρ μιας καλοζυγισμένης μετατόπισης της χώρας μας προς την κατεύθυνση της Ρωσίας.

Η μερική αυτή προσέγγιση της πολιτικής που θεωρώ ενδεδειγμένη είναι, φαντάζομαι, καλύτερη από το τίποτε. Η κύρια ανησυχία μου όμως είναι ότι χάνουμε πολύτιμο χρόνο. Οι πρόσφατες ρωσοτουρκικές συμφωνίες για τον South Stream αποδεικνύουν ότι η Τουρκία κινείται ταχύτατα, ενώ εμείς ακόμη αμφιταλαντευόμαστε. Δυστυχώς.

Εξάλλου οφείλουμε πλέον να στρέψουμε την προσοχή μας και στα δικά μας σφάλματα, διότι είναι εξίσου υπαίτια για τη δυσχερή μας θέση με τους όποιους εξωτερικούς παράγοντες. Οπως έγραψε ο λαμπρός Γάλλος διανοητής Michel de Montaigne σε ένα από τα διασημότερα δοκίμιά του, «όταν η κρίση μας προβαίνει σε μια μομφή εναντίον κάποιου άλλου ανθρώπου [...] τούτο δεν πρέπει να μας απαλλάσσει από μια εσωτερική διερεύνηση».

Με άλλα λόγια, δεν πρέπει μόνο να κατηγορούμε φίλους και εχθρούς για τις ατυχίες μας, αλλά να αναρωτιόμαστε κατά πόσον σε αυτό το αποτέλεσμα έχει συμβάλει και η δική μας συμπεριφορά. Και θεωρώ πως, στην περίπτωσή μας, η συμπεριφορά μας έχει όντως συμβάλει στα προβλήματά μας, για τους ακόλουθους βασικούς λόγους.

Πρώτον, έχουμε αφήσει να περάσει απαρατήρητο ένα ολόκληρο καλοκαίρι τουρκικών προκλήσεων, εκμεταλλευόμενοι (και ενθαρρύνοντας;) την επικέντρωση του Τύπου στη γρίπη των χοίρων, στις θερινές διακοπές, στο σκάνδαλο της Siemens (το οποίο, καλώς ή κακώς, ενδέχεται κάποια στιγμή να αποσοβηθεί, ώστε... να μην προκληθούν περισσότεροι και εντονότεροι πονοκέφαλοι), αλλά όχι στις κρισιμότατες εξωτερικές απειλές, και ειδικά στο πρόσφατο αμερικανικό non-paper που θέλει να καθίσουμε μαζί με τους Τούρκους και να συζητήσουμε για εδάφη και ύδατα που ανήκουν σε εμάς, αλλά που εσχάτως αποφάσισαν να τα διεκδικήσουν και οι Τούρκοι. Γιατί; Ρωτώ ξανά: ΓΙΑΤΙ;

Δεύτερον, για ποιο λόγο οι περισσότερες ηγετικές μορφές της αντιπολίτευσης έχουν υιοθετήσει τόσο χαμηλό προφίλ απέναντι σε αυτά τα ζητήματα ύψιστης εθνικής σημασίας; Δεν είναι άραγε συνταγματικό τους καθήκον να επισημαίνουν τα τυχόν ελαττώματα στον χειρισμό των εθνικών ζητημάτων; Ή μήπως οι χαμηλοί τους τόνοι υποδηλώνουν ότι, σε γενικές γραμμές, συμφωνούν και οι ίδιοι με τον κυβερνητικό τρόπο χειρισμού της υποβόσκουσας κρίσης; Οταν όμως πρόκειται για τόσο κρίσιμα ζητήματα απαιτείται απόλυτη σαφήνεια, αν όχι (ιδεωδώς) κοινή αντίδραση.

Θα αποφύγουμε τον Χειμώνα της Δυσαρέσκειας;
Δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τα εξωτερικά μας προβλήματα εάν πρώτα δεν κατανοήσουμε και δεν διορθώσουμε τις εσωτερικές μας αδυναμίες. Τα ερωτήματα που έθεσα προηγουμένως πρέπει να λάβουν πλήρεις απαντήσεις προτού μπορέσουμε να διαπιστώσουμε πόσο ετοιμοπόλεμοι είμαστε - και χρησιμοποιώ τον όρο υπό έννοια ηθική και διπλωματική, όχι στρατιωτική. Θεωρώ, λοιπόν, ότι δεν είμαστε καθόλου ετοιμοπόλεμοι, και ιδού γιατί ισχυρίζομαι κάτι τέτοιο:

Η κυβέρνησή μας είναι αδύναμη όχι μόνο επειδή εξαρτάται από μία ψήφο, αλλά επειδή είναι πολυάριθμοι οι «υποστηρικτές» της που ενδιαφέρονται απλώς για το επόμενο πόστο τους και δείχνουν, αν κρίνει κανείς από τα ρεπορτάζ των εφημερίδων, να αφιερώνουν υπερβολικά πολύ χρόνο στις μάχες για τη διαδοχή. Μπορεί ασφαλώς αυτή να είναι η εσφαλμένη άποψη ενός «εξωτερικού» παρατηρητή. Οπως όμως και αν έχει το πράγμα, θεωρώ ότι αυτού του είδους η συμπεριφορά θυμίζει έντονα τη λογική που επικρατεί στις καταρρέουσες αυτοκρατορίες και στα βυθιζόμενα πλοία: καθένας για τον εαυτό του.

Είμαστε αδύναμοι επειδή έχουμε αδύναμη αντιπολίτευση. Το στοιχείο αυτό αποτελεί «πλεονέκτημα» για την παραπαίουσα κυβέρνηση, όχι όμως και για τη χώρα στο σύνολό της. Η αδυναμία της αντιπολίτευσης έγκειται στο γεγονός ότι, σε εξωτερικό επίπεδο, δίνει την εντύπωση -και ίσως κάνω λάθος- πως είναι πολύ πιο δεκτική προς τις αμερικανικές απόψεις από όσο θα επιθυμούσαν πολλοί Ελληνες.

Η χώρα μας είναι αδύναμη διότι, και αν ακόμη νικήσει η σημερινή αντιπολίτευση στις επόμενες εκλογές, οι δημοσκοπήσεις και οι εκλογικές στρατηγικές δείχνουν ότι, πιθανότατα, κανένα κόμμα δεν θα έχει απόλυτη πλειοψηφία στη Βουλή. Η πιθανότητα αυτή μπορεί να ευχαριστεί κάποιους μηχανορράφους του πολιτικού χώρου, που ελπίζουν ότι θα έχουν έτσι μια μοναδική ευκαιρία να σχηματίσουν τεχνητές συμμαχίες και άρα να ασκήσουν μεγαλύτερο έλεγχο στην πολιτική ζωή του τόπου. Η ιστορία, όμως, καθόλου δεν συμφωνεί με την ιδέα ότι το είδος του χάους που βιώνουμε σήμερα μπορεί να θεραπευτεί μέσω παρασκηνιακών κινήσεων και μηχανορραφιών, οι οποίες, τις πιο πολλές φορές, εξυπηρετούν μόνο προσωπικές φιλοδοξίες.

Καθώς και τα δύο κόμματα διαπληκτίζονται για τα σκάνδαλα ή/και την αποσταθεροποίηση ενός επιτυχούς και δημοφιλούς Προέδρου της Δημοκρατίας, η ανεργία θα συνεχίσει, κατά πάσα πιθανότητα, να αυξάνεται, το έλλειμμα του προϋπολογισμού θα μεγαλώσει, οι ακάλυπτες επιταγές θα δημιουργήσουν νέες δυσχέρειες, η εγκληματικότητα θα περιμένει πάντα μια βιώσιμη λύση, η λαθρομετανάστευση θα παραμείνει απειλητική - αν και, χάρη στη βοήθεια του Γάλλου επιτρόπου Ζακ Μπαρό (έπειτα από πρωτοβουλία, ας σημειωθεί, του Ελληνα υπουργού Εσωτερικών, και όχι Εξωτερικών), έχουν αρχίσει τουλάχιστον να λαμβάνονται κάποια μέτρα.

Εάν σε αυτό το εκρηκτικό μείγμα προσθέσουμε και την υποβόσκουσα κρίση στο εξωτερικό, αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητες να ζήσουμε φέτος τον δικό μας Χειμώνα της Δυσαρέσκειας. Και η προσωπική μου ανησυχία σχετίζεται με το γεγονός ότι, σε στιγμές ανάλογης κρίσης, χαμένοι βγαίνουν κατά κανόνα η χώρα και οι «άνθρωποι του λαού».

Γενικό συμπέρασμα
Κατά τη γνώμη μου, oι επόμενοι τέσσερις μήνες θα είναι από τους πιο κρίσιμους στην πρόσφατη Ελληνική Ιστορία. Ο βασικός κίνδυνος αφορά την επιθυμία της Αμερικής, του ΝΑΤΟ και της σουηδικής προεδρίας της ΕΕ να υποχρεώσουν την Ελλάδα να επιλύσει μέσω διαπραγματεύσεων τα προβλήματα, αφενός, της ονομασίας της ΠΓΔΜ και, αφετέρου, των εντεινόμενων αξιώσεων της Τουρκίας στο Αιγαίο προκειμένου να διευκολυνθεί η ένταξη αυτής της τελευταίας στην ΕΕ.

Αυτές οι πιέσεις από πλευράς «συμμάχων» είναι απαράδεκτες. Ακόμη πιο δυσοίωνη όμως είναι η διαφαινόμενη νοοτροπία πίσω από αυτές τις πιέσεις, σύμφωνα με την οποία πρέπει -κατά κάποιον τρόπο- να απομακρυνθούν από τα αξιώματά τους ο κ. Καραμανλής και ο κ. Παπούλιας, ώστε να ελαχιστοποιηθεί το ενδεχόμενο για ένα ακόμη απροσδόκητο «Βουκουρέστι» (και αναφέρομαι στον δεξιοτεχνικό χειρισμό του Ελληνα πρωθυπουργού, που την έφερε με τον πιο έξυπνο τρόπο στους Αμερικανούς).

Μια τόσο κυνική νοοτροπία μπορεί μόνο να απορρέει από την άποψη -άποψη αβάσιμη, θέλω να πιστεύω- ότι οι Ελληνες πολιτικοί και δημοσιογράφοι μπορεί να αποδειχτούν πιο ευπροσάρμοστοι σε αυτού του είδους τα σχέδια σε σχέση με τον πρωθυπουργό. Καθώς οσμίζομαι συνωμοσίες στην ατμόσφαιρα, θεωρώ καθήκον μου να προειδοποιήσω τους συμπατριώτες μου για τους ελλοχεύοντες κινδύνους.

*Ο κ. Βασίλης Μαρκεζίνης κατέχει τον τίτλο του «σερ», είναι νομικός σύμβουλος της βασίλισσας της Αγγλίας και μέλος σε επτά Ακαδημίες του εξωτερικού.

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2009

Γιατί τόσο αντιμεταφυσικό μένος;

του Χρήστου Γιανναρά

Από αγανάκτηση (ομολογημένη) για τη δίχως αντίλογο προπαγάνδα της «προοδευτικής» δημοσιογραφίας, θα παρακαλούσα να μου επιτραπεί ένα ερώτημα:

Ας υποθέσουμε μια ταινία διάρκειας ενός λεπτού που θα φιλοδοξούσε να παρουσιάσει το Μουσείο του Λούβρου, την ιστορία του, τη σημασία του για τον πολιτισμό. Και δώδεκα δευτερόλεπτα, το ένα πέμπτο της ταινίας, να είχαν διατεθεί για να προβάλουν τον μανιακό, που πριν από μερικά χρόνια στο Λούβρο «μαχαίρωσε» την Τζιοκόντα. Θα καταριόμασταν σαν «σκοταδιστές» και υπέρμαχους της «λογοκρισίας» όσους διαμαρτύρονταν για την υπερβολή (ή τη σκοπιμότητα) της έμφασης στον βανδαλισμό;

Θα ήμουν ειλικρινά ευγνώμων σε όποιον με βοηθούσε να καταλάβω, γιατί στη σημερινή Ελλάδα θεωρείται «προοδευτικός» και εξασφαλίζει καριέρα όποιος κατασυκοφαντεί την ιστορία του τόπου του και του λαού του. Θέλουμε να παρουσιάσουμε στο διεθνές κοινό τη σχέση του λαού μας με τον Παρθενώνα σε μια μονόλεπτη καταγραφή ιστορίας είκοσι πέντε αιώνων. Και αφιερώνουμε το ένα πέμπτο της παρουσίασης στην πικάντικη εξαίρεση: σε κάποιους κάποτε φανατικούς βάνδαλους του κοινωνικού περιθώριου (που υπάρχουν πάντοτε σε κάθε επί γης κοινωνία). Καταλογίζοντας το σύμπτωμα στη σύνολη μεταφυσική παράδοση του λαού των Ελλήνων.

Για τους «προοδευτικούς» δημοσιογράφους, οι ρασοφορεμένοι βάνδαλοι, που στη μονόλεπτη ταινία καταστρέφουν με σφυριά τα μεγαλουργήματα της γλυπτικής τέχνης στον Παρθενώνα, δεν είναι περιθωριακοί ψυχοπαθείς, είναι η Εκκλησία, η θεσμική έκφανση της μεταφυσικής παράδοσης των Ελλήνων. Και τον θεσμό θέλουν να τον βλέπουν όπως τους τον μάθανε στα ιδεολογικά ποιμνιοστάσια: Οχι στην καταγωγική ελληνική του διαμόρφωση, αλλά σαν την εκτρωματική του αλλοτρίωση σε εξουσιαστικό μόρφωμα, όπως το κράτος του Βατικανού στη Δύση.

Ασφαλώς και οι «δεσποτάδες» της ελλαδικής παρακμής σήμερα συνεισφέρουν ενεργά σε αυτή την έκτρωματική, εξουσιαστική αντίληψη για την Εκκλησία – δικαιώνουν τη συμπλεγματική εμπάθεια που θέλει πεισματικά να αγνοεί το εκκλησιαστικό γεγονός ως λαϊκό σώμα. Αλλά την έκπληξη που είναι ο πολιτισμός, ως ιστορική σάρκα της μεταφυσικής παράδοσης των Ελλήνων, τη γέννησε το εκκλησιαστικό σώμα του λαού, όχι οι παρακμιακοί ρασοφόροι του σήμερα ούτε κάποιες εξαιρέσεις ψυχανώμαλων πριν από δεκαέξι αιώνες!

Ο λαός, που συγκροτεί το εκκλησιαστικό γεγονός, συνέχισε με τον Ρωμανό και την Κασσιανή την ποίηση της Σαπφούς και του Πινδάρου (κατέγραψε τη συνέχεια ο C. Trypanis στην ανθολογία του: The Greek Verse, στα Penguin Books). Συνέχισε ο λαός την τραγωδική δραματουργία στην εκκλησιαστική λατρευτική «λειτουργία», την πάλη της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής για θέα τού «όντως υπαρκτού» τη μετέθεσε στη ζωγραφική των Εικόνων του Σινά, της Μονής της Χώρας, του Πανσέληνου, στην αρχιτεκτονική της Αγια-Σοφιάς. Η οργανική συνέχεια του αρχαιοελληνικού φιλοσοφικού λόγου εκφράστηκε δυναμικά στο έργο του Αθανάσιου Αλεξανδρείας, των Καππαδοκών, του Μαξίμου, του Ιωάννη Δαμασκηνού, του Γρηγορίου Παλαμά. Η ηρακλείτεια ταύτιση του κοινωνείν – αληθεύειν, ο πλατωνικός έρως ως οδός γνώσης, η αριστοτελική λογική μέθοδος και το κριτήριο κοινωνικής επαλήθευσης της γνώσης θεμελιώνουν την εκκλησιαστική απαίτηση συνεπούς εμπειρισμού στην ελληνική Ανατολή. Και οδηγούν σε ρήξη (Σχίσμα) με τη μεταρωμαϊκή Δύση των επήλυδων βαρβαρικών φύλων, παγιδευμένων στον πρωτογονισμό της ανάγκης για αυθεντίες, δόγματα – θωράκιση του εγώ με βεβαιότητες.

Οταν ξέρει κανείς ότι επί χίλια χρόνια, στο χλευαστικά ονομαζόμενο από τους Δυτικούς «Βυζάντιο», τα παιδιά ξεκινούσαν ανάγνωση και γραφή με αλφαβητάρι τον Ομηρο, τότε τα δώδεκα δευτερόλεπτα εμφατικής προβολής των ψυχανώμαλων του περιθωρίου στη μονόλεπτη ταινία για τον Παρθενώνα είναι τουλάχιστον ανεξήγητη μεροληψία που μοιάζει με κακόβουλη προπαγάνδα. Αλλά και αν το επίπεδο εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας των ελλαδικών επισκόπτων ήταν διαφορετικό, η συμπλεγματική εμπάθεια της μονόλεπτης για τον Παρθενώνα ταινία, θα είχε συναντήσει μόνο χαμόγελα συγκατάβασης. Οχι απαιτήσεις να επιβάλλεται με τον χωροφύλακα ο σεβασμός στην «επικρατούσα θρησκεία»!

Μέσα στα πέντε τελευταία χρόνια είχαμε οι Ελληνες δύο απανωτές ευκαιρίες (που δεν θα ξανάρθουν) να δηλώσουμε, μπροστά στο σύνολο σχεδόν πληθυσμό του πλανήτη, την πολιτιστική μας ταυτότητα – ενεργό ετερότητα πρότασης πολιτισμού που να ενδιαφέρει πανανθρώπινα: Είχαμε τις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 και την ανέγερση του καινούργιου Μουσείου της Ακρόπολης των Αθηνών. Και σκέφτομαι: Πώς θα έκριναν την ανταπόκρισή μας στις μοναδκές αυτές ευκαιρίες μαρτυρίας κάποιοι δάσκαλοί μας από ένα χθες όχι πολύ μακρινό; Ο Τσαρούχης, ο Ελύτης, ο Πικιώνης, ο Εγγονόπουλος, ο Παπαλουκάς, ο Κόντογλου, ο Ζάχος, ο Κεφαλληνός, ο Σεφέρης, ο Τατάκης, ο Θεοτοκάς, ο Γκάτσος, πώς θα αντιδρούσαν στο αρχιτεκτόνημα του Τσουμί, στην ταινία του Κώστα Γαβρά, πώς θα έκριναν την ιδιοφυή εντυπωσιοθηρία, σκηνογραφική και σκηνοθετική, του Δημήτρη Παπαϊωάννου; Θα κατάπιναν βουβά την παραίτηση από κάθε ετερότητα, την εικόνα μιας Ελλάδας με επιδόσεις μόνο μεταπρατισμού, μόνο επαρχιώτικης μειονεξίας;

Δεν έχει νόημα να εμπλέκουμε τίμια ονόματα του χθες σε διχογνωμίες του σήμερα. Αλλά κάποια ονόματα υπογραμμίζουν αποκαλυπτικά το κενό, την ορφάνια μας σήμερα από μπροστάρηδες μαχητικής ευθυκρισίας, εύτολμης ανιδιοτέλειας. Μοιάζει δίχως αντίλογο σήμερα η αναιδέσατη ταύτιση της «προόδου» με τον αφελληνισμό, με την κατασυκοφάντηση της Ιστορίας, με τον χλευασμό του «ιερού». Ακόμα και όρους υγειονομικής προστασίας για τη μετοχή μας στο Δείπνο της Ευχαριστίας θέλουν να μας επιβάλουν οι «προοδευτικοί» μας δημοσιογράφοι – με την ίδια φασιστική λογική θα αστυνομεύουν σε λίγο και την υγιεινή του έρωτα επιβάλλοντας οπωσδήποτε το προφυλακτικό. Δεν έχει φραγμούς η συμπλεγματική εμπάθεια.

Θα άξιζε, πάντως, να τεθεί η απορία, με αφορμή και την «τσόντα» των δώδεκα δευτερολέπτων: Γιατί τόσο αντιμεταφυσικό μένος στην ελλαδική δημοσιογραφία σήμερα; Γιατί και εφημερίδες παρήγορης σοβαρότητας και αξιοπρέπειας, που απευθύνονται, κατά τεκμήριο, σε κοινό με αίσθηση του «ιερού», κατακλύζονται από κείμενα συμπλεγματικής αντιμεταφυσικής μονομανίας;

Ο πάντοτε ανοιχτός αναζητητής, ο τίμιος αγνωστικιστής, έχει σέβας του «ιερού». Ο φανατικός των αντιμεταφυσικών βεβαιοτήτων (όπως και ο θρησκόληπτος) έχει πρόβλημα. Πρόβλημα βασανιστικής ανασφάλειας. Δεν στομώνει κανείς τις γονιμότερες μέσα του αναζητήσεις, απλώς για να εκδικηθεί κάποιους ανυποψίαστους ρασοφόρους του χθες ή του σήμερα. Ομως, γιατί μια κοινωνία να «παιδαγωγείται», μονότροπα με ψυχολογικές ανασφάλειες;

Αναδημοσίευση από την σημερινή Καθημερινή της Κυριακής

Ο ΣΥΡΙΖΑ καλεί τους νεοσύλλεκτους σε ..."ανυπακοή"

"ΑΙΣΧΟΣ".!!!
Μόνο αυτή η λέξη αρμόζει στη νέα ανθελληνική "πρωτοβουλία" του ΣΥΡΙΖΑ, όργανα του οποίου στήθηκαν έξω από τα στρατόπεδα της χώρας, πρωί πρωί και Κυριακάτικα, προκειμένου με ...φυλλάδια, να "ενημερώσουν" τους νεοσύλλεκτους που κατατάσσονται αυτές τις μέρες για τα δικαιώματά τους, αλλά και τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για την στρατιωτική θητεία.
Παρά την έντονη αντίδραση των Αξιωματικών των στρατοπέδων, τα ...όργανα του ΣΥΡΙΖΑ συνέχισαν προκλητικά το ...προσηλυτιστικό τους έργο.
Το ..."φυλλάδιο" είχε τον τίτλο "μην ψαρώνεις", ενώ στο κείμενο των ...στρατευμένων νέων του ...προδευτικού ΣΥΡΙΖΑ, περιέχονταν και "σαφείς οδηγίες προς ...στρατολογημένους".
"...Φίλοι φαντάροι, το στρατιωτικό δόγμα έχει πλέον αλλάξει για τη χώρα μας και από αμυντικό που ήταν έως τώρα κατάντησε αποτρεπετικό, για να μπορεί να αντιμετωπισθεί με αυτό τον τρόπο η ...(λαθρο)μετανάστευση. Ο σημερινός σκοπός και στόχος του στρατεύματος είναι η δαπανηρή αγορά των εξοπλισμών για την καταστολή των διαδηλώσεων, η διαφθορά και η αδιαφάνεια με τα ρουσφέτια και τους θανάτους φαντάρων, και ότι χωρίς μείωση των στρατοπέδων, η μείωση της θητείας σημαίνει εντατικοποίηση..."
Ακόμα αναφέρονται στην τεχνητή διάκριση σε παλιούς και νέους φαντάρους από τους αξιωματικούς προτρέποντάς τους ώστε να μην δεχθούν την εξουσία κανενός '"παλιού" πάνω τους και, κυρίως, "να μην την ...ασκήσουν".

Τέλος, οι ...στρατευμένες νέες/οι του ...προοδευτικού ΣΥΡΙΖΑ γνωστοποιούν αναλυτικά τα ...δικαιώματα των στρατευμένων πολιτών για το "...θέμα συνείδησης και λειτουργίας του στρατού...", καλώντας τους εμμέσως σε ...ανυπακοή, ενώ δημοσιεύουν και τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ για "...ελεύθερο συνδικαλισμό στους φαντάρους, συνταγματική απαγόρευση της εξόδου στρατευμάτων από την χώρα, εξάμηνη θητεία, διάλυση του ΝΑΤΟ, αλλαγή της διαδικασίας για την διαπίστωση της αντίρρησης συνείδησης και υπολογισμό της θητείας ως συντάξιμου χρόνου..."

πηγή:gianniotis.blogspot.com

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2009

Έχουμε τελικά αληθινή δημοκρατία στην Ελλάδα ?

Αποφάσισα να γράψω αυτό το άρθρο ώστε και εγώ μέσω αυτού το blog να εκφράσω τις όποιες σκέψεις μου ώστε να απαντήσω στο ερώτημα που έχω βάλει σαν επικεφαλίδα και έχει θέμα στο εάν τελικά υπάρχει αληθινή δημοκρατία σήμερα στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης.

Ας δούμε όμως τι σημαίνει Δημοκρατία....

Το μέγιστο πολιτειακό κατόρθωμα και καθίδρυμα της Αρχαίας Ελλάδας υπήρξε, κατά παγκόσμια παραδοχή και ομολογία, η γέννεση της Δημοκρα­τίας. Γενέθλια γη της ύπήρξε η Σπάρτη και η νομοθεσία του Λυκούργου (8ος αιώνας π.Χ.) η οποία και απετέλεσε η βίβλο της γενέσεως της.
Ή κοσμοϊστορικής σημασίας διάταξη, η οποία καί αποτελεί το θεμέλιο της δημοκρατίας, είναι η ακροτελεύτια της Μεγάλης Ρήτρας, όπως εχει αποκληθή η νομοθεσία του Λυκούργου, διασωζόμενη από τον Πλούταρχο (Λυκούργος, 1,8):

«... δάμω δ' άνταγορίαν ήμεν καί κράτος»

δηλαδή, ο λαός εχει το δικαίωμα της άντιλογίας, της διαφωνίας έν ισότητι πρός τους άρχοντες, αλλά και της υποβολής ιδικών του προτάσεων, οι αποφάσεις δε λαμβάνο­νται με ψηφοφορία, και με αυτό τόν τρόπο ή εξουσία (κράτος) ανήκει σ' αυτόν.

Οι ακρογωνιαίοι, λοιπόν, λίθοι της δημοκρατίας, η άνταγορία (το δι­καίωμα της διαφωνίας και των αντιπροτάσεων) και η λαϊκή κυριαρχία (δάμω το κράτος) είναι η μεγάλη δωρεά της Σπάρτης στον νομικό πολι­τισμό της άνθρωπότητος ανεξαρτήτως αν, κατά τραγική ειρωνεία, είναι εκείνη,, που στη συνέχεια της ιστορικής της διαδρομής κατάντησε «πολι­τεία στρατοπέδου» (Αριστοτέλης, Πολιτ.) και cita dolente!

Στήν Αθήνα, όμως, ανήκει η τιμή τής καθιερώσεως, της οργανώσεως και της αναπτύξεως της δημοκρατίας σέ υψος, στό όποιο, ως πρός ορισμέ­να, τουλάχιστον σημεία της, ουδέποτε καί ουδαμού άλλου κατόρθωσαν νά προσεγγίσουν άλλες δημοκρατικές πολιτείες.

Έτσι η Δημοκρατία (εκ τών λέξεων δήμος + κρατώ) είναι το πολίτευμα (ελληνικό νομικό καί πολιτειακό κατόρθωμα), στο όποιο ο δήμος (ο λα­ός) και κρατεί και άρχει (εχει την ισχύ και την εξουσία. Πηγή κάθε εξουσίας σ' αυτή είναι ο λαός, αυτή δε ασκείται μόνον από το λαό, διά του λαού και υπέρ του λαού, υπό τους όρους καί προϋποθέσεις, που μέ πάγιες συνταγματικές διατάξεις καθορίζονται, καθιερώνεται δηλαδή και ισχύει στο δημοκρατικό πολίτευμα το δόγμα της λαϊκής κυριαρχίας, σκοπός της δε είναι η κατοχύρωση της ελευθερίας όλων τών πολιτών. Ο Αριστοτέλης ονομάζει Δημοκρατία τό πολίτευμα, στο όποιο τα διάφορα αξιώματα κα­ταλαμβάνονται από τούς πολίτες με κλήρο.

Αφού εξετάσαμε τι είναι η δημοκρατία και οι ακρογωνιαίοι λίθοι της πρέπει να εξετάσουμε αν τελικά υπάρχει δημοκρατία στην Ελλάδα της πρωταθλήτριας της διαφθοράς και της ατιμωρισίας. Το παρακάτω κείμενο είναι από τον Αισχύνη( Κατά Κτησιφώντος 1-2, 5-8) και το οποίο κατά την γνώμη μου σκιαγραφεί την σημερινή Ελληνική πραγματικότητα. Άλλωστε σαν Έλληνες πάντα επαναλμβάνουμε τα ίδια λάθη και τα οποία πάντα τα πληρώνουμε αδρά (υλικά και όχι μόνο).

Βλέπετε, άνδρες Αθηναίοι, πόση προετοι­μασία και πόση παράταξη δυνάμεως έχει γίνει, βλέπετε και τις δεήσεις στην αγορά που κάνουν κάποιοι για να εμποδίσουν τη συνηθισμένη διαδικασία απονομής δικαιοσύ­νης στην πόλη. Εγώ όμως ήρθα εδώ με πίστη πρώτα στους θεούς και μετά στους νόμους και σε σας, και με την πεποίθηση οτι καμιά μηχανορραφία δεν μπορεί να υπε­ρισχύσει πάνω στον νόμο και τη δικαιοσύ­νη.

Θα ευχόμουν, Αθηναίοι, η βουλή των πε­ντακοσίων και η εκκλησία του δήμου να ^οικούνταν με τον αρμόζοντα τρόπο από τα Προεδρεία τους, και να εφαρμόζονταν οι νόμοι που έθεσε ο Σόλων για να εξασφαλίσει την αρμόζουσα διαγωγή των δημόσιων ομι­λητών, έτσι ώστε να μπορούσαν οι γερο­ντότεροι πολίτες, όπως οι νόμοι ορίζουν, να ανεβούν στο βήμα πρώτοι με αξιοπρέπεια, και, χωρίς να τους διακόπτουν ταραχές και θόρυβοι, να υποδεικνύουν με την εμπειρία τους το καλό του τόπου. Και μετά και οι άλλοι πολίτες, όποιος θέλει, καθένας με τη σειρά του, κατά σειρά ηλικίας, να εκφρά­ζουν τη γνώμη τους για κάθε θέμα. Διότι έτσι, νομίζω, η διοίκηση της πόλης θα ή­ταν άριστη και θα υπήρχαν ελάχιστες προσφυγές στα δικαστήρια. (...)

Κάτω από τις συνθήκες αυτές, κι ενώ η κατάσταση στην πόλη είναι τέτοια που την κρισιμότητα της αντιλαμβάνεστε όλοι, μόνο ένα μέρος της νομοθεσίας μάς έχει απομεί­νει — αν μπορώ να πω κι εγώ ότι το γνω­ρίζω —, οι αγωγές ενάντια στις παράνομες προτάσεις. Αν τις αποδυναμώσετε κι αυτές ή επιτρέψετε να το κάνουν άλλοι, σας προ­ειδοποιώ ότι, χωρίς να το αντιληφθείτε, θα έχετε εκχωρήσει τις πολιτικές υποθέσεις σε μια μικρή ομάδα.Όπως γνωρίζετε, Αθηναίοι, υπάρχουν τρεις μορφές διακυβέρνησης σε όλο τον κόσμο: η μοναρχία, η ολιγαρχία και η δημοκρατία. Οι μοναρχίες και οι ολιγαρχίες διοικούνται όπως θέλουν οι επικεφαλής, ενώ οι δημο­κρατίες διοικούνται με βάση την ισχύουσα νομοθεσία. Αυτό ας μην το λησμονήσει κα­νείς σας, αλλά να ξέρει ο καθένας καλά ότι, όταν μπαίνει μέσα στο δικαστήριο ως κρι­τής καταγγελίας για παράνομη πρόταση, την ημέρα εκείνη πρόκειται να ρίξει την ψήφο του για την ελευθερία του λόγου του. Γι' αυτό ο νομοθέτης στον όρκο του δικα­στή έθεσε πρώτο τούτο: «Θα ψηφίσω σύμ­φωνα με τους νόμους». Διότι γνώριζε καλά ότι, όταν τηρούνται πιστά οι νόμοι στην πόλη, διασφαλίζεται και η δημοκρατία.

Τούτα πρέπει να θυμάστε πάντα και να μισείτε όσους υποβάλλουν παράνομες προ­τάσεις, και να μη θεωρείτε κανένα από τα τέτοιου είδους αδικήματα μικρό αλλά τερά­στιο. Και δεν πρέπει να επιτρέπετε σε τί­ποτα να σας στερήσει αυτό το δικαίωμα, ούτε στην παρέμβαση των στρατηγών, οι οποίοι, συνεργαζόμενοι με ορισμένους δημόσιους άντρες, λυμαίνονται εδώ και πολύ καιρό την πολιτεία, ούτε στις αιτήσεις των ξένων που ορισμένοι φέρνουν εδώ για να αποφύ­γουν τα δικαστήρια, όταν η πολιτική τους αντιτίθεται προς τους νόμους. Αλλά, όπως καθένας σας θα ντρεπόταν να εγκαταλείψει τη θέση του στο πεδίο της μάχης, έτσι και τώρα πρέπει να ντραπείτε να εγκαταλείψε­τε τη θέση που σας εμπιστεύτηκε τούτη την ημέρα ο νόμος, του θεματοφύλακα της δημοκρατίας.

Πρέπει να θυμάστε και κάτι άλλο: Σή­μερα όλοι οι πολίτες σάς εμπιστεύτηκαν την πόλη και τη νομοθεσία τους. Μερικοί από αυτούς είναι παρόντες στο ακροατήριο και θα παρακολουθήσουν τη δίκη, άλλοι α­πουσιάζουν για προσωπικές υποθέσεις τους. Αυτούς να σεβαστείτε και να θυμηθείτε τους όρκους που δώσατε και τους νόμους. Κι αν αποδείξω ότι ο Κτησιφών υπέβαλε ψήφι­σμα παράνομο, αντίθετο με την αλήθεια και επιζήμιο για την πόλη, ακυρώστε, Αθηναί­οι, την παράνομη πρόταση, ισχυροποιήστε στην πόλη τη δημοκρατία και τιμωρήστε όσους με την πολιτική τους αντιτίθενται στους νόμους και στο συμφέρον σας.

Οι τυραννίες και οι ολιγαρχίες διοικού­νται σύμφωνα με τη γνώμη αυτών που βρίσκονται στην εξουσία, ενώ οι δημοκρατούμενες πόλεις σύμφωνα με την κείμενη νο­μοθεσία. Επίσης, ξέρετε καλά, Αθηναίοι, ό­τι τη ζωή και το πολίτευμα αυτών που ζουν υπό δημοκρατικό καθεστώς τα διαφυ­λάσσουν οι νόμοι, ενώ τα αντίστοιχα στην τυραννία και στην ολιγαρχία η καχυποψία και οι ένοπλες φρουρές. Έτσι, οι ολιγαρχι­κοί και όσοι ζουν υπό καθεστώς ανισότητας πρέπει να φυλάγονται από κείνους που έ­χουν την τάση να καταλύουν τα πολιτεύ­ματα με τη βία, εμείς όμως που έχουμε πολίτευμα νομιμότητας και ισότητας να φυ­λαγόμαστε από εκείνους που μιλούν ή ζουν παράνομα.

(το παραπάνω είναι σε νεοελληνική μετάφραση από τις εκδόσεις Κάκτος)


Την απάντηση του ερωτήματος την αφήνω σε εσάς. Προσθέτω όμως και την δήλωση του Προέδρου της Δημοκρατίας Κάρολου Παπούλιας όπου σημείωσε χαρακτηριστικά : «η κρίση είναι βαθιά, όχι μόνο γιατί κάποιοι εκπρόσωποι του λαού χρησιμοποιούν την πολιτική ως εφαλτήριο για τρυφηλή ζωή, ούτε επειδή διαχρονικές παθογένειες στη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης παραμένουν ζωντανές, η κρίση είναι βαθιά κυρίως επειδή έχει τρωθεί ο αξιακός κώδικας».

Κυριακή 9 Αυγούστου 2009

Πώς να καταστρέψετε ένα Έθνος με αγάπη και φροντίδα

Arnold J. Toynbee:“Η αυτοψία της Ιστορία της αποκαλύπτει ότι όλα τα μεγάλα έθνη αυτοκτονούν”

Πολιτιστική πολυμορφία ή πολιτιστικός πλουραλισμός ονομάζεται η αντίληψη σύμφωνα με την οποία η διατήρηση της ιδιαιτερότητας των εθνικών μειονοτήτων και των πολιτιστικών ιδιομορφιών των επιμέρους κοινωνικών υποσυνόλων είναι επιθυμητή, δεδομένου ότι οι ιδιαιτερότητες αυτές δεν οδηγούν σε εντάσεις και στην διάσπαση της κοινωνικής συνοχής.

Βήμα Πρώτο:
Επινοήστε την «Πολυπολιτισμικότητα»

Η ιστορία δείχνει πως κανένα έθνος δεν μπορεί να επιβιώσει την αντιπαλότητα δύο ή περισσότερων ανταγωνιστικών γλωσσών και πολιτισμών

Βήμα Δεύτερο:
Προωθήστε την «Πολυπολιτισμικότητα» και ενθαρρύνετε τους μετανάστες να διατηρήσουν τον πολιτισμό τους.

Τα Έθνη που είναι πολυφυλετικά και πολυπολιτισμικά χρειάζεται να δουλέψουν πολύ σκληρά για να διατηρηθεί η ειρήνη μεταξύ των διαφόρων ομάδων.

Βήμα Τρίτο:
Εξυμνήστε την Πολιτιστική Πολυμορφία – Ιδιαιτερότητα, αντί της Κοινωνικής Ενότητας. Ετσι, αυτό που μας κρατάει ενωμένους να είναι η πολυμορφία – πλουραλισμός και η ανοχή.

Στην πραγματικότητα 0ι διάφορες πολιτιστικές ομάδες προσπαθούν να επιβάλουν τις διαφορές και ιδιομορφίες τους αντί να δίνουν έμφαση στα κοινά σημεία που τις φέρνουν κοντά.

Βήμα Τέταρτο:
Διευκολύνετε να αναπτυχθούν οι δημογραφικές ομάδες ομάδες που έχουν το χαμηλότερο επίπεδο μόρφωσης και εκπαίδευσης

Προωθείστε την ανάπτυξη μιάς υποδεέστερης κοινωνικής τάξης που αποτελείται από άτομα που δεν έχουν αφομοιωθεί, και παραμένουν περιθωριακά και ημιμαθή, που εγκαταλείπουν τά σχολεία και την εκπαίδευση για λόγους που υποτίθεται ότι οφείλονται μόνο στις προκαταλήψεις και στις διακρίσεις που υποβάλλονται από την πλειοψηφία.

Βήμα Πέμπτο:
Βρείτε μεγάλες εταιρείες που θα υποστηρίξουν οικονομικά την Πολυπολιτισμικότητα.

Επενδύστε στό θεσμό της «Εθνικής Ταυτότητας των μειονοτήτων», και δημιουργείστε μία κουλτούρα θύματος,– μια λατρεία που χαρακτηριίζεται από το σύνδρομο του κατατρεγμένου. Ταυτόγχρονα αναπτύξτε και την ανάλογη βιομηχανία παραπόνων – Ανθρώπινα Δικαιώματα - κατηγορώντας την πλειοψηφία του πληθυσμού για όλα τα προβλήματα, τις ανεπάρκειες και τις αποτυχίες των μειονοτήτων.

Βήμα Έκτο:
Μετατρέψτε σε απαγορευτικό ταμπού το να μιλά κάποιος εναντίον της ιδιομορφίας και της πολυπολιτισμικότητας.

Βρείτε μια λέξη που να χαρακτηρίζει αρνητικά, όπως για παράδειγμα οι λέξεις «αιρετικός», «μάγος», «μάγισσα» που ήταν σε χρήση τον 16ο αιώνα, ή «αντιρρησίας του ολοκαυτώματος» για τα πιό σύγχρονα δεδομένα. Οι χαρακτηρισμοί «Ρατσιστής» ή «Φασίστας» είναι ικανοποιητικοί και επαρκείς. Είναι τέτοια η δύναμη πού έχουν ώστε να σταματά κάθε ελεύθερη συζήτηση και αντιπαράθεση γύρω από το θέμα και να παραλύει η σκέψη.

Βήμα επτά:
Κάντε αδύνατη την εφαρμογή της νομοθεσίας περί μετανάστευσης.

Επιβάλετε μια σειρά από μύθους, όπως παραδείγματος χάρι ότι η μετανάστευση είναι ένα φυσιολογικό φαινόμενο που δεν μπορεί να σταματήσει και ότι είναι προς όφελος της κοινωνίας.

Αυτά είναι λοπόν τα επτά βήματα. Και έτσι καταλήγουμε σε μία Κοινωνία που είναι ειρηνική, συμπαγής και πολυπολιτισμική… Μόνο που αυτή η κοινωνία είναι μια μεγάλη ουτοπία διότι έρχεται σε αντίθεση με τα περισσότερα ιστορικά δεδομένα.

Γιατί η πολυπολιτισμικότητα αναγνωρίζει μόνο τις συνεισφορές των άλλων πολιτισμών και των άλλων εθνοτικών μειονοτήτων;

Γιατί η πολυπολιτισμικότητα βλέπει την Δύση ως καταπιεστική και καταστρεπτική, ενώ δημιουργεί μια ρομαντική και ιδεαλιστική εικόνα για τους μη δυτικούς που τους θεωρεί καθαρά θύματα, λιγώτερο υλιστές και με περισσότερη ανθρωπιά;

Ποιος τελικά επωφελείται από την πολυπολιτισμικότητα; Οι άνθρωποι που εργάζονται προς την παγκόσμια κυβέρνηση και οι οποίοι χρησιμοποιούν την πολυπολιτισμικότητα για να να κατακερματίσουν πρώην πολιτισμικά ομοιογενή έθνη. Τα παλαιά πολιτισμικά ομοιογενή έθνη παρουσιάζουν ένα εμπόδιο στην παγκόσμια κυβέρνηση, ενώ μία χώρα που αποτελείται από πολλές φυλές και ομάδες, δεν μπορεί να αντιταχθεί ενωμένη και κραταιά απέναντί της. ( Το γνωστό «Διαίρει και Βασίλευε» της πάλαι ποτέ Βρετανικής Αυτοκρατορίας που προσπαθεί να ανασυσταθεί με άλλη μορφή).

Το όραμα της πολυπολιτισμικότητας, για μια αρμονική, ανεκτική και πολιτιστική πολυμορφία της κοινωνίας είναι μια πολιτικά ορθή-και επικίνδυνη συλλογική φαντασία.

http://www.hellenesonline.com/go/2009/07/pos-na-katastrepsete-ena-ethnos/