Κυριακή, 14 Φεβρουαρίου 2010

Διαπολιτισμική εκπαίδευση: το νέο φρούτο

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τα κοινωνικά ζητήματα επιδέχονται μια σειρά από ερμηνείες ως προς τα αίτια που τα αναπαράγουν ή τα μεγεθύνουν.  Οι ερμηνείες αυτές μπορεί να εστιάζονται στα πολιτισμικά, οικονομικά, πολιτικά ή  κοινωνικά στοιχεία της πραγματικότητας, τον τρόπο που αυτά διαπλέκονται και το πώς αυτά επενεργούν στις ατομικές ή συλλογικές συμπεριφορές.

Αντικείμενο της παρούσας εργασίας, όπως  ζητείται από το θέμα αλλά και από την προτεινόμενη βιβλιογραφία  είναι η ερμηνεία των φαινομένων ξενοφοβίας και ρατσισμού που παρατηρούνται εναντίων των αλλοεθνών και ιδιαίτερα στους σχολικούς χώρους ως συνέπεια της αντίληψης για την εθνική ομοιογένεια, και των κοινωνικών στάσεων που εκπορεύονται από αυτήν. Με αυτήν την διαπίστωση ως αφετηρία  η εθνική ομοιογένεια, αξιολογούμενη πλέον ως κοινωνική παθογένεια περιγράφεται ως κατασκευή που δομείται μέσω μιας πλαστογράφησης της ιστορίας, της αυτοαξιολόγησης των φορέων της ως «ανώτερων» πολιτισμικά σε σχέση με τους εθνικούς άλλους, και τέλος της λειτουργίας του σχολείου ως κύριου μηχανισμού αναπαραγωγής της ψευδούς αυτής συνείδησης, λειτουργία που περιθωριοποιεί τους αλλοεθνείς μαθητές.

Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΜΟΙΟΓΕΝΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
Η ομοιογένεια ως έννοια   μπορεί να αναφέρεται σε καταστάσεις αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους ψυχοκοινωνικές, πολιτισμικές ή πολιτικές-ιστορικές.

Ομοιογένεια στον χώρο της κοινωνικής ψυχολογίας θα μπορούσε να οριστεί η ......
τάση κάθε ανθρώπινης ομάδας  για την διασφάλιση της συνοχής της και της διάρκειας της μέσα από την υιοθέτηση και την αποδοχή εκ μέρους των μελών της κοινών στάσεων, κανόνων και «πιστεύω» (Γέωργας, 1999). Ο Τurner, (1981), περιγράφει τις διαφορές δύο προσεγγίσεων, του μοντέλου της Κοινωνικής Συνοχής,  που εστιάζει στις συναισθηματικές πλευρές του «ανήκειν» και αυτού της Κοινωνικής Ταύτισης  που αντίστροφα αναδεικνύει της γνωστικές και αντιληπτικές πλευράς της υπαγωγής και προτείνει έναν «γνωστικό επαναπροσδιορισμό της έννοιας της ομάδας» (σελ. 299-300). Η ανάγκη του «ανήκειν», είτε ως συναισθηματική είτε ως γνωστική ανάγκη, αποκτά υλική υπόσταση και αναδεικνύεται σε δύναμη συνοχής της ομάδας απέναντι στις φυγόκεντρες τάσεις του ατομικού.

Ομοιογένεια χαρακτηρίζει και τις κοινωνίες ως πολιτισμικά συστήματα, ορίζοντας μαζί με τον Braudel (1990)  ή τον Παπαιωάννου  (1998) τον πολιτισμό ως τρόπο θέασης του κόσμου και την μέθεξη ως από κοινού αποδοχή των αξιών  που εκπορεύονται από τον τρόπο αυτόν.  Η κοινή γλώσσα, η θρησκεία οι κοινές παραδόσεις, η αισθητική του βίου αλλά και η αναγνώριση της κοινότητας  όλων αυτών αποτελούν το έδαφος πάνω στο οποίο θεμελιώνεται η πολιτισμική ταυτότητα. Ή, όπως  αναφέρει ο Γ. Σεφέρης στις Δοκιμές, είναι τα «κοινά συμφωνημένα υπονοούμενα» και η μέθεξή των ανθρώπων σ’ αυτά, είναι ότι έκανε τον αγράμματο πολίτη της αρχαίας Αθήνας ή τον Κινέζο αγρότη να κατανοούν την αρχαία τραγωδία ή την κινεζική όπερα με τρόπο που κανένας  σύγχρονος μελετητής  δεν μπορεί να προσεγγίσει. Οι πολιτισμοί δεν ταυτίζονται πάντα με τα κράτη ως υποκείμενα της ιστορίας (και υποκείμενοι οι ίδιοι στην ιστορία.), και το ίδιο ισχύει και για τα έθνη ως ανθρώπινες συλλογικότητες: έχουν υπάρξει έθνη με κρατική συνέχεια στην γεωγραφία πολύ πριν το κράτος- έθνος, έχουν υπάρξει κράτη πολυεθνικά και τέλος έχουν υπάρξει έθνη χωρίς κράτος και χωρίς γεωγραφική συνέχεια για αιώνες, όπως το εβραϊκό, το αρμενικό ή το ελληνικό έθνος. Σ’ αυτά τα έθνη της «διασποράς» το συνεκτικό στοιχείο, το «όμοιο», ήταν και σε κάποιο βαθμό εξακολουθεί να είναι πολιτισμικό, η γλώσσα,  η θρησκεία και οι παραδόσεις Οι ιστορικοί κύκλοι  των πολιτισμών είναι σαφώς μεγαλύτεροι, και είναι πολιτισμική η βάση που επέτρεψε στα κράτη έθνη να συγκροτηθούν, και βέβαια  δεν αποτέλεσαν εφεύρημα που υποκατέστησε την παρωχημένη, μετά την ναζιστική εμπειρία, αναφορά στην φυλή  ως «a priori τρόπος να εγκλεισθούν τα άτομα και οι ομάδες σε μια γενεαλογία, σε προσδιορισμούς μιας ανέκαθεν αμετάλλακτης και αδιαμφισβήτητης καταγωγής» (Μπαλιμπάρ & Βαλερσταιν, 1991, σελ.37)

Η εθνική ομοιογένεια τέλος, στα πλαίσια του έθνους-κράτους,  πρέπει να οριστεί ως η βάση συγκρότησης των κρατών στον χώρο της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης κατά την περίοδο της μετάβασης από την τιμαριωτική μορφή οργάνωσης στην οικονομία της μεγάλης παραγωγής και της αγοράς. Ο ορισμός των εθνών ως συνόλων με κοινότητα εδάφους, γλώσσας και οικονομικών ανταλλαγών, όπως διατυπώθηκε από τους μαρξιστές στοχαστές της σοβιετικής επανάστασης, και σε γενικές γραμμές είναι αποδεκτός μέχρι σήμερα, ανταποκρίνεται με ακρίβεια στην παραπάνω ιστορική φάση. Η ομοιογένεια αυτή στηρίζεται στην αποδοχή των κοινών θεσμών, της πολιτικής εξουσίας που εγγυάται την συνοχή, άρα και των ιδεολογικών μηχανισμών μέσα από τους οποίους η κυριαρχία αυτή γίνεται αποδεκτή. Το έθνος ταυτίζεται με το κράτος, οι εκφάνσεις του εθνικού φαινομένου αναγνωρίζονται ως τέτοιες μόνο μέσα στα γεωγραφικά, θεσμικά και οικονομικά πλαίσια  του κυρίαρχου κράτους. Ο Κουζέλης (1998), αναφερόμενος στο κοινωνικό συμβόλαιο του Ρουσώ  και στην αντίληψη της κοινωνίας ως την σύμβαση ανάμεσα στα άτομα και τους θεσμούς του κράτους, επισημαίνει «την σύμπτωση της συγκρότησης της κοινωνίας με την συγκρότηση των υποκειμένων και αφ΄ ετέρου την ανάθεση της διαμεσολάβησης ανάμεσα στις δύο αυτές διαδικασίες στην εκπαίδευση».

Η διαδικασία αυτή, επειδή και η εθνική ομοιογένεια αποτελεί ιστορική κατηγορία, πραγματώνεται μέσα στον χώρο και το χρόνο,  δεν αποτελεί καθολικό φαινόμενο. Η εθνική καθαρότητα δεν ήταν χαρακτηριστικό των κοινωνιών της Ν. Α. Ευρώπης τον 19ο αιώνα όταν τα κράτη που σήμερα γνωρίζουμε μπήκαν στην τροχιά της συγκρότησης τους ως αυτοτελείς οντότητες. Η παράδοση πολιτικής και κρατικής οργάνωσης του χώρου ήταν μια παράδοση αυτοκρατορικής διακυβέρνησης, με μια συνέχεια αιώνων, από τα Μακεδονικά και Ελληνιστικά βασίλεια ως την Ρωμαική, Βυζαντινή και στην συνέχεια Οθωμανική αυτοκρατορία. Στις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες αυτές, η εθνική διαφοροποίηση γινόταν αισθητή ως πολιτισμικό χαρακτηριστικό, ως διαφοροποίηση γλώσσας, παιδείας και θρησκείας, με μόνη εξαίρεση τον τουρκικό πληθυσμό που η εθνική του διαφοροποίηση αναπαραγόταν μέσα από την αποκλειστικότητα διοικητικών και κοινωνικών ρόλων. Τα επαναστατικά αισθήματα και η διάθεση για εθνική απελευθέρωση ως τον 19ο αιώνα περισσότερο αναφερόταν σε ομοσπονδιακές μορφές κρατικής συγκρότησης, όπως περιγράφονται από τον Ρήγα Φεραίο. Το κοινό στοιχείο ήταν ο ορθόδοξος πολιτισμός, που προσέφερε το όμοιο, αλλά και η εκκλησιαστική οργάνωση  ως η μόνη νόμιμη δομή που συνέδεε τις κοινότητες- ενορίες σε ένα ευρύτερο δίκτυο. Η διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας  δεν ήταν μια ευθεία συνέπεια της αφύπνισης των λαών της και της αναζήτησης πολιτικών λύσεων από τους ίδιους. Τα  γεωστρατηγικά συμφέροντα των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων της εποχής, τα ίδια που καθυστέρησαν την διαδικασία για περισσότερο από έναν αιώνα, επέδρασαν στα απελευθερωτικά κινήματα,  που έκτοτε υιοθετούν τα πρότυπα κρατικής οργάνωσης που αποτέλεσαν το προϊόν της δυτικής εκδοχής της εθνογέννεσης: «ένα κράτος, ένα έθνος, ένας ηγεμόνας». Απόψεις σαν του Ρήγα Φεραίου που πρότεινε «την ιδιότητα του πολίτη για όλους τους άρρενες που θα κατοικούσαν και θα εργαζόταν στην χώρα πάνω από έναν χρόνο και θα δεχόταν να υπηρετήσουν υπό τα όπλα» αφέθηκαν στα αζήτητα.

Η ιστορία βέβαια συνεχίζει τον δρόμο της, νέες ιστορικές πραγματικότητες προβάλλουν στο προσκήνιο, νέες συνθέσεις (και αποσυνθέσεις) συντελούνται. Η ιστορική κίνηση δεν είναι ούτε ομοιόμορφη ούτε προς μία ενιαία κατεύθυνση. Η μετανάστευση αυξάνει την εθνική ποικιλομορφία των  κοινωνιών υποδοχής, ενώ η αντίστροφη τάση της ανάπτυξης κινημάτων εθνικής διαφοροποίησης αποτελεί γεγονός που παρατηρείται σε μεγάλο αριθμό των ιστορικά εδραιωμένων κρατών, ενώ πολυεθνικά κράτη αποσυντίθενται (Brzezinski, 1998, σελ.218-234). Η ερμηνεία αυτών των φαινομένων ως συμπτώματα «καθυστέρησης» και «άρνησης αποδοχής» της προόδου πάσχει τουλάχιστον όσο η αντίστροφη ερμηνεία τους ως έργο «σκοτεινών δυνάμεων» ή «εχθρικών άλλων». Και έχει σημασία εδώ η παρατήρηση του Tajfel (1981), που κατήγγειλε τον «νέο ατομισμό των κοινωνικών ψυχολογιών» τονίζοντας  ότι «αυτό που έχει σημασία για έναν κοινωνικό ψυχολόγο  είναι να ανακαλύψει γιατί τόσο πολλοί άνθρωποι συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο» καθώς «σε πολλές κοινωνικές περιστάσεις περιοριζόμαστε από ισχυρές κοινωνικές δυνάμεις που ξεφεύγουν από τον έλεγχο μας» (σελ.443).

Η ομάδα έχει ανάγκη τις μεγάλες αφηγήσεις. Οι αφηγήσεις αυτές και η από κοινού παραδοχή τους σηματοδοτούν την πορεία των ανθρώπινων συνόλων μέσα στον χρόνο αλλά και παράγουν αξίες και ιδανικά, στην εκπλήρωση των οποίων τείνει (ή θα έπρεπε να τείνει) η συλλογική δράση των κοινωνικών συνόλων. Οι αφηγήσεις έχουν δύο κοινά στοιχεία: το λαμπρό παρελθόν και η έκπτωση που αποτέλεσμα της είναι τα προβλήματα του παρόντος. Από το έπος του Γιγλαμές ως την Βίβλο με τον Παράδεισο και την Έκπτωση, τα Ομηρικά έπη, τα πολύ πιο σύγχρονα «μονοπάτια των τραγουδιών» των Αυστραλών γηγενών, με έναν αρχετυπικά επαναλαμβανόμενο τρόπο, οι αφηγήσεις των λαμπρών ημερών και των λαμπρών προγόνων φωτίζουν τα ερωτηματικά της καταγωγής, αποτελούν τα πεδία αναφοράς για την ύπαρξη της ομάδας και νοηματοδοτούν το ιδανικό : «άμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες».

Ο «αγαθός άγριος» των Γάλλων διαφωτιστών αλλά και η πρωτόγονη κομμουνιστική κοινωνία των μαρξιστών, δείχνουν την ανάγκη που αισθάνθηκαν κοσμοθεωρίες που έθεσαν τον εαυτό τους στη υπηρεσία αλλαγής του κόσμου, να αναφερθούν στο παρελθόν από το οποίο η ανθρωπότητα εξέπεσε, με στόχο να αποδείξουν το εφικτό της επαγγελίας τους, αλλά και το καθήκον, ιστορικό και όχι θρησκευτικό πλέον, της «τελείωσης» του ανθρώπου ως  επανόδου  στην «φυσική» του κατάσταση.
Η διαφοροποιήσεις υπάρχουν: το άχρονο του μύθου αντικαθίσταται από τον ιστορικό χρόνο, η «ιδανική κατάσταση να ζει κάποιος» δεν είναι μόνο ο απολεσθείς παράδεισος αλλά προβάλλεται στο μέλλον, η πορεία τέλος προς την «θέωση»  παύει να είναι  υπόθεση του προσώπου και της ηθικής αλλά γίνεται υπόθεση των συνόλων  και της πολιτικής. Ο χριστιανισμός «απελευθερώνει» την ανθρώπινη υπόσταση από την κυριαρχία της φυσικής  αρμονίας, οι    Ιακωβίνοι της Γαλλικής επανάστασης εκτελούν τον θεό και είναι ο Χέγκελ που αναλαμβάνει να ορίσει πρώτος το τέλος της ιστορίας ως την πραγμάτωση του νέου σκοπού που της ανατέθηκε, κατεβάζοντας την ιδανική πολιτεία του Πλάτωνα από την υπερβατική σφαίρα του ιδανικού στο προβλέψιμο μέλλον, το σημείο που συνειδητά ή όχι συγκλίνει η πορεία της ανθρωπότητας.(Παπαιωάννου, 1992).

Η «αποθέωση της ιστορίας» όπως και η εξαγγελία του «τέλους της ιστορίας» είναι προϊόντα ιστορικής συγκυρίας με την σειρά τους.

Τα ρομαντικά κινήματα ακολουθώντας τον Βιργίλιο ή την Αναγέννηση επιχείρησαν να απαντήσουν στα υπαρξιακά ερωτήματα του συλλογικού μέσα από την ιστορική αναπόληση του λαμπρού παρελθόντος, την «επαναδιατύπωση» του ή την κατασκευή του.  Τα κινήματα της νεωτερικότητας θεώρησαν όλα αυτά προϊστορία και απλό προάγγελο του παρόντος, αυτού του «κάλλιστου των δυνατών κόσμων» (Lowy & Sayre, 1999). Η πίστη στην «πρόοδο» που επιτυγχάνεται με τον έλεγχο της φύσης μέχρι το επίπεδο του DNA, της συσσώρευσης καταναλωτικών αγαθών, της δύναμης του ελέγχου του εαυτού και των άλλων, της οικονομικής μεγέθυνσης, οι αξίες του παρόντος, διαμεσολαβούμενες  από τους θεσμούς της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι τα στοιχεία που υποκαθιστούν τις «παλιές» αξίες στην θέση του συνεκτικού υλικού, ως το κοινό όνειρο που χρειάζεται η κοινωνική συνοχή για να πραγματωθεί. Οι κοινωνίες της μετά τον διαφωτισμό Δύσης, οργανώνουν την ομοιογένεια τους ως το όχημα που τις οδηγεί στο μέλλον

Το «τέλος της ιστορίας» εξαγγέλθηκε κατ’ επανάληψη από τους οραματιστές την στιγμή που η ιστορική συγκυρία φαινόταν να τους δικαιώνει. Η πανουργία βέβαια της ιστορίας αποδείχθηκε πιο διαχρονική απ’ ότι φαντάστηκαν, και οι πραγματιστές της πολιτικής διόρθωσαν τους ονειροπόλους. Ο Χάντικτον (1999) ανέλαβε να αποκαταστήσει το πολιτικά ορθό μετά τον Φουκογιάμα, όπως παλιότερα ο Στάλιν ανέλαβε να εξηγήσει ότι η πρόταση του Λένιν για αυτοκατάργηση του κράτους θέλει πολύ δρόμο ακόμη. Ας επικεντρωθούμε λίγο σ’ αυτό: Ο Φουκογιάμα  την στιγμή που το Δυτικό  μοντέλο οικονομικής, κοινωνικής και γαιοστρατηγικής οργάνωσης του κόσμου θριάμβευε επάνω στο Ανατολικό του αντίστοιχο, έσπευσε να διακηρύξει το τέλος των ιδεολογιών και την θεμελίωση ενός παγκόσμιου πολιτισμού πάνω στην ομοιογένεια των δικτυωμένων χρηματιστηρίων, την επικοινωνία που η ευκολία της γέννησε την εικόνα του πλανητικού χωριού, την επιβολή της δυτικής εκδοχής για το ποια ανθρώπινα δικαιώματα έχουν προτεραιότητα, τους εξωτερικούς τύπους συμπεριφοράς και ακόμη πιο σημαντικό την ομοιογένεια της κατανάλωσης και των ειδών κατανάλωσης. Ο εθνικισμός που ως ιδεολογία  αποτέλεσε ένα χρήσιμο ιδεολογικό αντίβαρο στον «κομμουνιστικό διεθνισμό», μπορούσε να πεταχτεί στα αζήτητα σαν συσκευασία μιας χρήσης. Απέναντι στην άχρηστη άρα παρωχημένη εθνική διαφοροποίηση, αντιπαρατέθηκε η ομοιογένεια της κοινής απόλαυσης της coca-colα  ή των MacDonalds.

Ο Χάντικτον (1999),  θεώρησε εαυτόν υποχρεωμένο λίγα χρόνια μετά να ανακαλέσει στην τάξη τους σχεδιαστές πολιτικής. Την στιγμή που η μοναχική πια υπερδύναμη ξεκινούσε την εφόρμηση της για να καλύψει το κενό ισχύος,  μισή δεκαετία πριν την επίθεση στους δίδυμους πύργους, έσπευσε να περιγράψει την  νέα εποχή με όρους πολέμου των πολιτισμών, θεωρώντας τον δυτικό πολιτισμό «μοναδικό και όχι οικουμενικό» (Χάντικτον,  1999, σελ. 96). Η απόφαση μοιάζει τελεσίδικη: δεν είναι η υιοθέτηση των δυτικών προτύπων εξωτερικής συμπεριφοράς το κρίσιμο στοιχείο πολιτισμικής ταυτότητας, σημαντικά θεωρούνται άλλα, η θρησκεία, η ιστορία, ο ατομοκεντρικός χαρακτήρας της δυτικής δημοκρατίας απέναντι στον ανατολικό «κολλεκτιβισμό». Τα σύνορα ξαναχαράζονται όχι πλέον ως σύνορα των εθνών κρατών αλλά ως σύνορα πολιτισμών, με κριτήριο την πολιτισμική-θρησκευτική ομοιογένεια και το θεσμικό πλαίσιο κοινωνικής οργάνωσης. Σαν ηχώ στην επιλογή της δύσης που υποβιβάζει τον εκτός των συνόρων της πλανήτη σε απλό πεδίο στρατιωτικής δράσης  ή ληστείας των πλουτοπαραγωγικών πηγών (συμπεριλαμβανομένου και του εργατικού δυναμικού), οι «άλλοι», οι μη δυτικοί πολιτισμοί οργανώνουν την άμυνά τους με πρώτο βήμα την , βίαιη πολλές φορές, αναβάθμιση της συνοχής και της ομοιογένειάς τους. Ο «διαρκής πόλεμος κατά της τρομοκρατίας» που έχει εξαγγείλει η Υπερδύναμη δείχνει με μία σχετικά βραδυφλεγή αντίδραση τις συνέπειες του και στο επίπεδο της διαπολιτισμικής επικοινωνίας
.
Η ΠΑΡΟΥΣΙΑ ΤΩΝ ΑΛΛΟΕΘΝΩΝ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΥΠΟΔΟΧΗΣ

Τα τέλη του 20ου αιώνα, όπως άλλωστε και οι αρχές του, χαρακτηρίστηκαν από μια μεγέθυνση της μετακίνησης τεράστιων αριθμών ατόμων, κατά πλειοψηφία για λόγους οικονομικούς. Το μοντέλο της παγκόσμιας κατανομής της πρόσβασης στους φυσικούς πόρους και τα προϊόντα της παραγωγικής δραστηριότητας, έχουν διευρύνει σε παροξυσμική κλίμακα τις ανισότητες του ανεπτυγμένου και μη κόσμου. Η καταστροφή των παραδοσιακών μορφών οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης των πολυάριθμων κοινωνιών που για λόγους ιστορικούς δεν ακολούθησαν το δυτικό υπόδειγμα  ανάπτυξης, ανέτρεψε τις ισορροπίες, οικολογικές, διατροφικές, πληθυσμιακές. Η εξαθλίωση τεράστιου μέρους του παγκόσμιου πληθυσμού, αποτέλεσμα  όχι της υπανάπτυξης αλλά μιας συγκεκριμένης μορφής πλανητικής ανάπτυξης, οδηγεί εκατομμύρια ανθρώπων να αντιμετωπίσουν  τους θανάσιμους κινδύνους της διαδρομής από τις παραγκουπόλεις της Λατινικής Αμερικής  ή τα «σλάμς» της Βομβάης και του Μπαγκλαντές, ως  τα υποβαθμισμένα υπόγεια των δυτικών μητροπόλεων. Οι κάτοχοι των μέσων παραγωγής στις χώρες υποδοχής επωφελούνται από αυτήν την «ευλογία», όπως χαρακτήρισε την μαζική είσοδο τεράστιων αριθμών εργατικών χεριών στην αγορά εργασίας σημαίνον οικονομικό στέλεχος παλαιότερης ελληνικής κυβέρνησης.

Η διαφορά του πρόσφατου από τα παλαιότερα μεταναστευτικά κύματα  έγκειται στην απουσία οποιουδήποτε οργανωμένου πλαισίου και κανόνων για την μετακίνηση, την υποδοχή, την ενσωμάτωση στις δομές της κοινωνίας υποδοχής, την απασχόληση, την επιστροφή ή την μόνιμη εγκατάσταση των μεταναστών. Τόσο οι μετανάστες όσο και οι οικονομικά ασθενέστερες τάξεις των κοινωνιών υποδοχής βιώνουν μια σειρά βίαιες μεταβολές του τρόπου ζωής τους. Η ασφάλεια της ομάδας διαρρηγνύεται καθώς οι «ξένοι» καλούνται να ενταχθούν σε ένα άγνωστο και πολλές φορές εχθρικό περιβάλλον, δίχως την υποστήριξη των κοινωνικών δομών και τρόπων που έκαναν την επικοινωνία πραγματοποιήσιμη στους τόπους καταγωγής τους, αλλά και οι ντόπιοι αντιμετωπίζουν την παρουσία άλλων πολιτισμικών συμπεριφορών σε αριθμούς που αυξάνονται ραγδαία, δοκιμάζοντας τα όρια ατομικής και συλλογικής αντοχής. Οι μηχανισμοί που προάγουν τις συλλογικές σχέσεις (συνδικάτα, πολιτικές οργανώσεις, δομές της «κοινωνίας των πολιτών»)  αποτυγχάνουν να υποστηρίξουν την κοινωνική ένταξη των μεταναστών. Ο ανταγωνισμός στην αγορά εργασίας με τα πιο πληβειακά  στρώματα των κοινωνιών υποδοχής, όπως και η αύξηση της εγκληματικότητας, που αποδίδεται όχι στις υποβαθμισμένες συνθήκες ζωής αλλά στα εγκληματικά χαρακτηριστικά της ταυτότητας των ξένων, τροφοδοτεί την ξενοφοβία και πυκνώνει τις γραμμές ακραίων πολιτικών εκφράσεων.

Η περιγραφή του κοινωνικού και οικονομικού πλαισίου που προηγήθηκε στοχεύει να δείξει ότι η αυξανόμενη πολιτισμική διαφοροποίηση που παρατηρείται σε χώρες της Ευρώπης κυρίως, δεν αποτελεί κάποια  φυσική νομοτέλεια της εξέλιξης αλλά μια πολιτική επιλογή με ωφελημένους τους εργοδότες και χαμένους πρώτα από όλους τους μετανάστες αλλά και τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα των χωρών υποδοχής .

Η εκπαίδευση έρχεται με την σειρά της αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα που εισάγεται στο σχολείο:

“Πρόσφατα στοιχεία της Ειδικής Γραμματείας Διαπολιτισμικής Εκπαίδευσης του ΥΠΕΠΘ εμφανίζουν για το διάστημα 1996-2000 αύξηση του ποσοστού των μαθητών με ιδιαιτερότητες (αλλοδαποί, παλιννοστούντες, τσιγγάνοι, μουσουλμάνοι) κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες (από 6% σε 8%). Η ραγδαία για τόσο μικρό διάστημα- αύξηση οφείλεται κυρίως στην αύξηση κατά 300% περίπου του ποσοστού των αλλοδαπών μαθητών, και ιδιαίτερα στην αύξηση κατά 400% του ποσοστού των αλβανικής καταγωγής μαθητών, οι οποίοι αποτελούν το 80% των αλλοδαπών στη χώρα. Πιο συγκεκριμένα, ο αριθμός των Αλβανών μαθητών την τελευταία τετραετία αυξήθηκε στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση από 7.083 σε 33.615 (26.532 μαθητές), στη δευτεροβάθμια από 2.192 σε 12.877 (10.685 μαθητές), και η αύξηση αυτή αναμένεται να συνεχιστεί λόγω της διαδικασίας συνένωσης των οικογενειών (αλλοδαπών και παλιννοστούντων) που βρίσκεται σε εξέλιξη.” (Παλαιοκρασάς, Ρουσέας & Βρετάκου, 2001) .

Οι αλλαγές αυτές συντελούνται σε ένα χώρο που οι ιδιαιτερότητες του (το μέγεθος και βάρος στην γεωστρατηγική πραγματικότητα, η πολιτισμική του ιδιαιτερότητα σε σχέση με  τις επιλογές ένταξης σε ευρύτερες ενότητες, όπως η Ε. Ε. ), η εγγύτητά του στην ζώνη των θυελλών (Βαλκάνια, Αν. Μεσόγειος) , και οι ταχύτητα που συντελούνται οι αλλαγές και βιώνονται οι επιδράσεις τους στον τρόπο οργάνωσης της καθημερινότητας, βρήκαν την ελληνική κοινωνία ανέτοιμη σε όλα τα επίπεδα και δημιούργησαν σπασμωδικές αντιδράσεις. Εξ’ άλλου στην Ελλάδα, παραδοσιακή χώρα εξαγωγής κι όχι υποδοχής μεταναστών, οι προβληματισμοί  για κράτος χωνευτήρι των πολιτισμών  και τον ρόλο του σχολείου όπως τον αντιλαμβανόταν ο Dewey, ήταν εκτός πραγματικότητας. Η έλλειψη μιας πολιτικής υποδοχής και ένταξης των μεταναστών, ή μάλλον η εμμονή σε πολιτικές που προάγουν την «λαθραία» είσοδο και «παράνομη» παραμονή για τους προφανείς λόγους, αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο η απουσία αντίστοιχης εκπαιδευτικής πολιτικής μοιάζει φυσικό επακόλουθο. To πρόβλημα μοιάζει άλυτο για το σχολείο, τουλάχιστον με τα μέσα που το ίδιο διαθέτει, ακριβώς γιατί είναι πρόβλημα πολιτικό. Η χάραξη μιας εκπαιδευτικής στρατηγικής πρέπει να στηρίζεται πάνω σε σαφείς κατευθύνσεις  μεταναστευτικής πολιτικής. Είναι προφανές ότι το ζήτημα της εκπαίδευσης των αλλοδαπών μαθητών τίθεται με διαφορετικούς όρους αν οι μαθητές αυτοί πρόκειται να επαναπατριστούν και να επανενταχθούν στις κοινωνίες προέλευσης τους ή θα αποτελέσουν μόνιμους κατοίκους της χώρας αυτής. Τέλος θα πρέπει να διευκρινιστεί η σημασία  της έννοιας της ενσωμάτωσης για να αποφευχθούν τραγέλαφοι όπως η περιπέτεια του νεαρού Τζενάι στην Μηχανιώνα, που του απαγορεύτηκε να φέρει την Ελληνική σημαία, όταν αρίστευσε σε μια εκπαιδευτική διαδικασία που στηλιτεύεται ως εθνοκεντρική (Φραγκουδάκη & Δραγώνα, 1997).

ΠΛΑΝΗΤΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΤΗΣ ΕΤΕΡΟΤΗΤΑΣ

Τον Ιούνιο του 1998, ένα δημοψήφισμα στην Καλιφόρνια των ΗΠΑ δέχτηκε μια διάταξη που απαγόρευε την χρήση της μητρικής γλώσσας των μη αγγλόφωνων μαθητών στο σχολείο, προς μεγάλη απογοήτευση όσων, όπως ο Cummins (2002, σελ.15) υπερασπίστηκαν την δίγλωσση εκπαίδευση. Ακόμη και στην πατρίδα της θεωρίας του melting pot εκεί όπου η εθνική και πολιτισμική ομοιογένεια δεν μπορούσε να εδραιωθεί παρά στο όνειρο της οικονομικής επιτυχίας και ανόδου και στις συμβολικές εκφράσεις του πατριωτισμού, η ισπανόφωνη κοινότητα αντιμετωπίζεται ως εν δυνάμει απειλή  όταν το μερίδιο της στην δημογραφία θεωρείται ότι υπερέβη το ανεκτό.  Η 11η Σεπτέμβρη μοιάζει να ενταφιάζει στα ερείπια του ground zero την αίσθηση του τέλους της βραχείας περιόδου της ανάμελης κυριαρχίας. Οι κυρίαρχες τάξεις αναγνωρίζουν την απειλή ενάντια στον τόσο προσοδοφόρο για τους ισολογισμούς τους τρόπο ζωής. Η κύρια τάση των πολιτικών ηγεσιών στην δύση γίνεται η εγκατάλειψη μιας πολιτικής μεταβολής των κοινωνιών σε πολυπολιτισμικές κοινωνίες, με κίνητρο κυρίως την συρρίκνωση του κόστους εργασίας, αλλά και δευτερευόντως του κόστους μιας πολιτικής ενίσχυσης της γεννητικότητας όπως αυτή που εφαρμόστηκε σε κάποιες Σκανδιναβικές χώρες. Η πολιτική της «Ευρώπης-φρουρίου» κερδίζει συνεχώς έδαφος τόσο σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και στα εθνικά επίπεδα, καθώς η ασφάλεια μοιάζει να απειλείται  από τα εκατομμύρια των εθνικά και πολιτισμικά Άλλων. Η πρόσφατη επίθεση στους σιδηροδρομικούς σταθμούς της Μαδρίτης και η αποκάλυψη, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της απελθούσας Ισπανικής κυβέρνησης, της ταυτότητας των δραστών μεταφέρει και στον ευρωπαϊκό χώρο την αίσθηση της εγγύτητας της απειλής  και αναγορεύει τον φόβο σε  κύριο παράγοντα διαμόρφωσης πολιτικής .

Παίρνοντας υπ’ όψη ότι ο Ελλαδικός κοινωνικός σχηματισμός στο πολιτικό επίπεδο δέχεται αποκλειστικά δυτικές επιρροές, δεν μπορεί να θεωρηθεί έκπληξη  η δημοσιοποίηση τον Νοέμβριο του 2003 των αποτελεσμάτων της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας που πραγματοποιήθηκε σε 15 κράτη μέλη  από την European Social Survey (ESS) με ευθύνη για την Ελλάδα του Ε.Κ.Κ.Ε.

Η έρευνα αυτή αποτύπωσε μεταβολές στις στάσεις της ελληνικής κοινωνίας απέναντι  σε μια σειρά ζητήματα της εποχής μας με τρόπο που επιφύλαξε σοβαρές εκπλήξεις  σε όσους θεώρησαν ότι τα ιδεολογικά αποκρυσταλλώματα της μεταπολιτευτικής περιόδου είχαν εγγραφεί στον γενετικό κώδικα  της. Η ανάπτυξη φοβικών στάσεων και η έλλειψη εμπιστοσύνης στις αξίες της κοινωνικής αλληλεγγύης, η κατάρριψη του στερεότυπου ενός υπέρ-πολιτικοποιημένου λαού, η ανάδειξη ως σταθερών αξιών των κοινωνικών χαρακτηριστικών που είναι δεμένα με τον νόμο και την τάξη αλλά και τους θεσμούς που αναπαράγουν την μοριακή συνοχή (θρησκεία, οικογένεια), συμβαδίζουν με τα φοβικά αισθήματα για τους ξένους. Παρατίθεται στην συνέχεια ένας πίνακας που αφορά στην επιλογή της ομοιογένειας ή της διαφορετικότητας ως το επιθυμητό ανθρώπινο περιβάλλον για να ζει κανείς. Αξίζει βέβαια να επισημανθεί ότι σε πανευρωπαϊκό επίπεδο δεν υπερβαίνουν τον έναν στους τρεις οι πολίτες που απάντησαν  ότι δεν έχει σημασία γι αυτούς η εθνική και πολιτισμική ομοιογένεια της κοινωνίας στην οποία καλούνται να ζήσουν. Αξίζει ακόμη να σημειωθεί  ότι  η «συντηρητική» ελληνική κοινωνία δεν διαφέρει από την «προοδευτική» και «ανεκτική» ολλανδική στην προτίμηση να ζήσει μέσα σε συνθήκες σχετικής πολιτισμικής ομοιογένειας. (ΕΚΚΕ, 2003)
πηγή: ΕΚΚΕ, 2003

Για πολλά χρόνια, οι υποστηρικτές της εκπαιδευτικής πολιτικής που επιχειρούσε να αντιμετωπίσει τα προβλήματα ένταξης των αλλοεθνών σε μια εκπαίδευση με χαρακτηριστικά πολιτισμικής μονοκαλλιέργειας,  υπέθεσαν μαζί με τον  Wilder (1986, σελ.385-425), ότι το κλειδί για την αλλαγή των κοινωνικών στάσεων  ήταν η «μείωση της διομαδικής διαστρέβλωσης με την αλλαγή της ενδο-ομαδικής και εξω-ομαδικής αναπαράστασης», ή την «μείωση της εξάρτησης από την ενδο-ομάδα για την κοινωνική ταυτότητα».

Το ιστορικό πλαίσιο της ανάπτυξης αυτών των προσπαθειών χαρακτηρίστηκε από τον απόηχο των απελευθερωτικών κινημάτων του ’68, των ιδεών της κοινωνικής και  φυλετικής απελευθέρωσης, των κινημάτων των «μειοψηφιών» κάθε είδους, της αλληλεγγύης στον μη ανεπτυγμένο κόσμο που έκανε την είσοδό του στην ιστορική σκηνή με έναν ρόλο διαφορετικό από αυτόν του θύματος. Η ισχύς των κινημάτων αυτών διασφάλιζε το υποστηρικτικό πλαίσιο μέσα στην κοινωνία. Η υποχώρηση των απελευθερωτικών οραμάτων, η ενσωμάτωση των ιδεών και των φορέων τους στον οικονομικό σχεδιασμό του μεταμοντέρνου καπιταλισμού και η ανάδειξη του παγκοσμιοποιητικού προτάγματος αλλοίωσε  σε σημαντικό βαθμό την αθωότητα του μηνύματος. Η αμφισβήτηση των ισχυρών συλλογικών ταυτοτήτων μετά την έννοια της τάξικής, ανέλαβε να εκκαθαρίσει τους λογαριασμούς με την έννοια της εθνικής και της πολιτισμικής ταυτότητας.

Τα στοιχεία  μιας άλλης προσέγγισης θα μπορούσαν να συμπεριλάβουν, για την περίπτωση της Ελλάδας, την ανάδειξη των θετικών στάσεων αλληλεγγύης που κάθε άλλο παρά λείπουν από το νεοελληνικό γίγνεσθαι, ή την αξιοποίηση της ιστορικής μνήμης της προσφυγιάς και της ξενιτιάς, που αφθονούν στον σύγχρονο λαϊκό πολιτισμό μας.

Η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων των προσπαθειών της «πολυπολιτισμικής» ή της «αντιρατσιστικής» προσέγγισης στο σχολείο ή την κοινωνία, ή η μελέτη εναλλακτικών λύσεων δεν θα μπορούσε βέβαια να αποτελέσει αντικείμενο του παρόντος κειμένου.

Αυτό που σε γενικές γραμμές επιχειρήθηκε να θιγεί με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω είναι οι δυσκολίες που συναντά στη παρούσα συγκυρία μια πολιτική που στηρίζεται στην απομόνωση ενός μόνο στοιχείου από το πάζλ της πραγματικότητας,  η «επίθεση» με ένα στερεοτυπικό τρόπο  στα προσλαμβανόμενα ως κοινωνικά και εθνικά στερεότυπα. Τελικά φαίνεται ότι η ταυτότητα αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη παράμετρος από ότι είχε ίσως υποτεθεί, και η ανάγκη ομοιογένειας  στο πεδίο της πραγματικότητας ριζικά διαφορετική από τα πειράματα με τις μικρές ομάδες του εργαστηρίου.

Ίσως εν τέλει να επιβεβαιώνεται η επισήμανση ότι:

«Μια τέτοια ανάλυση δεν μπορεί να προσφέρει μια ερμηνεία των ιστορικών ή κοινωνικών γεγονότων μεγάλης κλίμακας. Κάθε περίπτωση συνεργασίας ή σύγκρουσης πρέπει να κατανοηθεί ιδίω δικαιώματι από την άποψη των προϋποθέσεων και των καθοριστικών παραγόντων της, οι οποίοι μπορεί να είναι οικονομικοί ή κοινωνικοί, πολιτικοί ή ιστορικοί, και τις περισσότερες φορές είναι κράμα όλων. Κανένα σύνολο a priori ψυχολογικών αρχών δεν μπορεί να αντικαταστήσει την λεπτομερή γνώση, η οποία είναι απαραίτητη για την ανάλυση και την κατανόηση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής κατάστασης» (Tajfel, 1966, σελ.144).« η καθοριστική αιτία ενός κοινωνικού φαινομένου πρέπει να αναζητηθεί στα κοινωνικά γεγονότα και όχι στις επιπτώσεις της συνείδησης των ατόμων» (Milner, 1981, σελ.109).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Braudel, F, & Duby, G., 1990, Η Μεσόγειος, Άνθρωπο και πολιτισμική κληρονομιά,  Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα.
Brzezinski, Ζ, 1998, Η Μεγάλη σκακιέρα, Εκδόσεις Νέα Σύνορα-Λιβάνη, Αθήνα.
Γέωργας, Δ, 1999, Κοινωνική Ψυχολογία, Τόμος Β΄, Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα.
Campbel, D. T., Στερεότυπα και αντίληψη των διαφορών μεταξύ των ομάδων, 1967, περιλαμβάνεται στο «Σύγχρονες Έρευνες στην Κοινωνική Ψυχολογία-Διομαδικές Σχέσεις», Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα,1999.
Cummins, J., 2002, Ταυτότητες υπό Διαπραγμάτευση, επιμ. Σκούρτου Ε., Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα
Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, 2003, Ελλάδα- Ευρώπη: Κοινωνία- Πολιτική- Αξίες, 05/11/03, Έρυνα, στο www.ekke.gr
Κουζέλης Γ. (1998)H σχολική διαμόρφωση πολιτικών υποκειμένων: οι ελληνικές αντιφάσεις” Virtual School, The sciences of Education Online, τόμος 1, τεύχος 1, http://www.auth.gr/virtualschool/
Lowy M. & Sayre R., 1999, Εξέγερση και μελαγχολία, Ο ρομαντισμός στους    Αντίποδες της Νεωτερικότητας, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα ,
Milner, D., Φυλετική προκατάληψη ,1981,  Από το «Σύγχρονες Ερευνες στην Κοινωνική Ψυχολογία-Διομαδικές Σχέσεις, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα,1999.
Μπαλιμπάρ, Ε. & Βαλλερσταιν, Ι., 1991 Φυλή, Έθνος, Τάξη :  οι    διφορούμενες ταυτότητες, Εκδόσεις Ο Πολίτης, Αθήνα.
Παλαιοκρασάς, Ρουσέας & Βρετάκου, 2001, (ερευνητική ομάδα).Έρευνα: Μαθητική διαρροή στο γυμνάσιο.( Φουρνιά μαθητών 1997/98) , από το www.ekke.gr
Παπαιωάννου, Κ., 1998, Τέχνη και πολιτισμός στην Αρχαία Ελλάδα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα.
Παπαιωάννου, Κ., 1992, Η Αποθέωση της ιστορίας, Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα.
Tajfel, H., Forgas, J. P., Κοινωνική κατηγοριοποίηση:  γνώσεις, αξίες και ομάδες, (1981), Από το «Σύγχρονες Ερευνες στην Κοινωνική Ψυχολογία-Διομαδικές Σχέσεις, Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα,1999.
Tajfel, H., 1966, Κοινωνικά στερεότυπα και κοινωνικές ομάδες, από το «Σύγχρονες Ερευνες στην Κοινωνική Ψυχολογία –    Διομαδικές Σχέσεις» , Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα,1999.
Turner, John C., 1981 Προς έναγνωστικό επαναπροσδιορισμό της κοινωνικής ομάδας, Από το «Σύγχρονες Ερευνες στην Κοινωνική Ψυχολογία – Διομαδικές Σχέσεις», Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα,1999.
Φραγκουδάκη  Άννα- Δραγώνα Θάλλεια κ.ά., 1997 «Τι είν’ η πατρίδα μας;» Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα.
Wilder, D., 1986 Κοινωνική κατηγοριοποίηση: νύξεις για την δημιουργία και τη μείωση της διομαδικής διαστρέβλωσης, , από το «Σύγχρονες Ερευνες στην Κοινωνική Ψυχολογία –    Διομαδικές Σχέσεις» , Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα,1999.
Χάντιγκτον, Σ. Π.,1999 , Η Σύγκρουση των πολιτισμών και ο ανασχηματισμός της παγκόσμιας τάξης, Εκδόσεις  Terzo Books,  Αθήνα.

Θανάσης Τζιούμπας

Δεν υπάρχουν σχόλια: