Τρίτη, 5 Αυγούστου 2008

Η ΜΥΘΟΠΛΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ

του Γιώργου Κοντογιώργη
αναδημοσίευση από το
άρδην Νο 65

1. Το έθνος ως «τεχνητό δημιούργημα του νεότερου κράτους»*
Η πρόσφατη συνέντευξη του καθηγητή Έρικ Χομπσμπάουμ στην Ελευθεροτυπία (27.3.95) εγείρει ένα μείζον ζήτημα μεθόδου σχετικά με την προσέγγιση του κοινωνικο-πολιτικού φαινομένου που, εάν δεν είχε πολυσήμαντες επιπτώσεις στο πραγματικό και στην επιστήμη, θα έλεγα απλώς ότι εγγράφεται στην περιοχή της αφελούς, ου μην αλλά και αλαζονικής, γραφικότητας.

Βασική υπόθεση εργασίας του Έρικ Χομπσμπάουμ είναι ότι η έννοια του έθνους και, συνακόλουθα, της εθνικής ταυτότητας «αποτελεί σχετικά σύγχρονο δημι­ούργημα και μια κοινωνική οντότητα μόνο στο βαθμό που παίρνει τη μορφή του σύγχρονου εδαφικά προσδιορισμένου κράτους, δηλαδή του “εθνικού κράτους”». «Όλα τα έθνη είναι σχετικά πρόσφατα και σχετικά τεχνητά δημιουργήματα. Αυτό ισχύει και για το ελληνικό έθνος, που δεν υπήρχε πριν από τον 19ο αιώνα». Η έννοια του «ελληνικού έθνους» δεν αποτελεί, σε τελική ανάλυση, παρά δημιούργημα του νεοελληνικού κράτους-έθνους. Επομένως, τα έθνη που ισχυρίζονται ότι προϋπήρξαν του «κράτους-έθνους έχουν μια ψευδή αντίληψη του ιστορικού παρελθόντος». Το επιχείρημα αυτό αποτελεί καθαρή μυθοπλασία, που από πολλές απόψεις είναι «εξαιρετικά επικίνδυνη».

Το επιχείρημα αυτό του Έρικ Χομπσμπάουμ –και μαζί του ολόκληρης της σύγχρονης ιστορικής επιστήμης, και όχι μόνον– ανάγει σε θεωρητικό αξίωμα και ερμηνευτικό εργαλείο γενικής ισχύος μια περιορισμένη στο χρόνο και στο χώρο έκφανση του κοινωνικού γίγνεσθαι, το νεότερο εθνικό κράτος, επιχειρώντας έτσι μια προσέγγιση της εξέλιξης (του γενικού), βασισμένη στο πρωταρχικό πρότυπο (και μερικό). Πρόκειται για μια προκρούστεια λογική η οποία επιτρέπει στον κοινωνικό ερευνητή να οχυρωθεί πίσω από ένα μέγιστο ψεύδος, ώστε να επιτύχει την αναίρεση, ή την στρέβλωση, του ιστορικού γίγνεσθαι.

Αν και το εγχείρημα αυτό μπορεί να οφείλεται στην άγνοια, ή έστω στην αδυναμία, της επιστήμης να συλλάβει το κοινωνικό φαινόμενο στην ολότητά του, δεν παύει να προκαλεί συχνά σημαντικές παρενέργειες και, μάλιστα, να υπηρετεί κρίσιμες ιδεολογικο-πολιτικές σκοπιμότητες.

2. Το έθνος ως ταυτολογία του κυρίαρχου πολιτικά κράτους
Το κράτος-έθνος αποτελεί, ασφαλώς, νεότερο δημιούργημα και, υπό μία έννοια, το θεμέλιο πάνω στο οποίο οικοδομήθηκε το σύγχρονο διεθνές σύστημα. Είναι εξίσου αληθές ότι στη δυτική Ευρώπη το κράτος δημιούργησε το έθνος και συν τω χρόνω την «κοινωνία πολιτών»2. Συνεπώς, η άποψη του Έρικ Χομπσμπάουμ ότι το πολιτειακό γεγονός –το κράτος– προηγείται, και το πολιτισμικό γεγονός –το έθνος– ακολουθεί, επαληθεύεται στην περίπτωση της δυτικής Ευρώπης. Το ερώτημα, επομένως, είναι εάν η ιστορική αυτή συγκυρία μπορεί να αποτελέσει μεθοδολογικό πρότυπο και εργαλείο προκειμένου να προσεγγισθεί και να ερμηνευθεί το κοινωνικό φαινόμενο στη διαχρονία και, μάλιστα, για τη συγκρότηση μιας γενικής θεωρίας της εξέλιξης.

Θα επικεντρώσω την προσοχή μου στο ελληνικό ιστορικό προηγούμενο, τόσο διότι σ’ αυτό αναφέρεται η ερμηνευτική προσέγγιση του Έρικ Χομπσμπάουμ όσο και, κυρίως, επειδή αποτελεί προνομιακό πεδίο για την κατανόηση του κοινωνικού φαινομένου.

Πράγματι, η ελληνική περίπτωση διδάσκει ότι η ταυτολογική σύμπτωση του πολιτισμικού «συμβάντος» (του έθνους) και του πολιτικού «συμβάντος» (του κράτους) όχι μόνον δεν αποτελεί ιστορική σταθερά, αλλά –αντιθέτως– η διαφοροποίησή τους στοιχειοθετεί τον κανόνα. Το εθνικό είναι πιθανόν είτε να μην επιζητεί την πολιτική του ολοκλήρωση –χωρίς αυτό να αναιρεί την ύπαρξή του– είτε να εκφράζεται μέσα από περισσότερες πολιτειακές οντότητες είτε, τέλος, η πολιτειακή οντότητα στην οποία αναφέρεται, να εμπεριέχει περισσότερα του ενός πολιτισμικά μορφώματα. Το πλουραλιστικό σύστημα της πόλης (-κράτους) αποκαλύπτει ότι η ελληνική κοινωνία αντιμετώπισε εξαρχής αρνητικά το ζήτημα της σύμπτωσης του έθνους με το κράτος ως εξόχως περιοριστικό της ελευθερίας. Απέρριψε την προοπτική αυτή συνειδητά, έχοντας εντούτοις πλήρη επίγνωση της εθνικής της ταυτότητας και ιδιαιτερότητας στον χώρο. Θα αποτελούσε περιττό πλεονασμό η επίκληση εκδηλώσεων εθνικής αυτοσυνειδησίας των ελληνικών κοινωνιών κατά την αρχαία εποχή.

Υπογραμμίζεται, ωστόσο, ότι η Μακεδονία του Φιλίππου, στο μέτρο που συνθέτει ένα εδαφικό κράτος κι όχι μια πόλη-κράτος, αποτελεί για τους Έλληνες των πόλεων ένα «βαρβαρικού» τύπου πολιτειακό μόρφωμα. Είναι «βαρβαρικού» τύπου ακριβώς διότι, ως εδαφικό, το κράτος αυτό δεν παράγει πολιτική ελευθερία3. Ώστε είναι τουλάχιστον ατυχής η εξίσωση της «κατάκτησης» από τον Φίλιππο –και τον Αλέξανδρο– των ελληνικών πόλεων-κρατών –και όχι της Ελλάδας, όπως εσφαλμένα διατείνεται ο Έρικ Χομπσμπάουμ– με την κατάκτηση των Γαλατών από τον Ιούλιο Καίσαρα! Ο Φίλιππος, που στα μάτια των υπερασπιστών του συστήματος των πόλεων-κρατών ήταν βάρβαρος, ως τυπικός φορέας ενός «βαρβαρικού» τύπου πολιτειακού μορφώματος, ήταν ο Έλληνας εκείνος ηγέτης στον οποίον άλλοι Έλληνες των πόλεων-κρατών που ήσαν υπέρ της πολιτειακής ενότητας του ελληνισμού, προσέβλεπαν 4. Επικαλούμαι την επισήμανση του Αριστοτέλη, ο οποίος δεν παραλείπει να παρατηρήσει ότι, αν οι Έλληνες (στους οποίους συμπεριλαμβάνει και τους Μακεδόνες) κατόρθωναν να ενωθούν μεταξύ τους, θα υπερίσχυαν των βαρβάρων, ενώ ο ίδιος ο Αθηναίος Ισοκράτης προτρέπει, εκτός των άλλων Ελλήνων ηγεμόνων, να αναλάβει την πρωτοβουλία της ελληνικής ενοποίησης και ο Φίλιππος. Προστίθεται, τέλος, ότι ένα μεγάλο μέρος του μακεδονικού εδάφους αποτελείτο από πόλεις-κράτη που αλλού υπάγονταν και αλλού όχι στο εδαφικό κράτος της μακεδονικής δυναστείας. Λυπάμαι, επομένως, που η Ιστορία αδυνατεί να διευκολύνει τον συμπαθή κατά τα λοιπά Έρικ Χομπσμπάουμ στα φυλετικά και λογικοφανή εγχειρήματά του.

Ακόμη και αν δεν ήταν έτσι τα πράγματα –αν δηλαδή οι Μακεδόνες ως λαός ή οι βασιλείς τους δεν ήταν Έλληνες–, το ενδιαφέρον του θέματος θα ήταν ανύπαρκτο, αφού ως Έλληνες συμπεριφέροντο από τους παλαιούς ιστορικούς χρόνους και ως Έλληνες πολιτεύθηκαν αργότερα στην οικουμένη. Προς τι λοιπόν τόση εμμονή στην αιματολογία των αρχαίων Μακεδόνων και στην άρνησή του να αποδεχθεί το δικαίωμά τους να εγγράφονται στην περιοχή της ελληνικής αυτοσυνειδησίας; Πού βλέπει ο Έρικ Χομπσ­μπάουμ την συγγένεια του μακεδονικού παραδείγματος με εκείνο της σημερινής Γαλλίας προς την Ιταλία;

3. Το έθνος στην ιστορική συνείδηση και ελευθερία
Αναπόφευκτη είναι και η σύγχυση που φαίνεται να διακατέχει τον Βρετανό ιστορικό ως προς τα θεμελιώδη στοιχεία που συγκροτούν τις έννοιες, αφενός της εθνικής ταυτότητας ή συνείδησης, και αφετέρου της ιστορίας της κοινωνικής ομάδας την οποία αφορά. Είναι αληθές ότι η εθνική αυτοσυνειδησία ή ταυτότητα δεν προκύπτει ως απόρροια μιας επιστημονικής διερεύνησης του ιστορικού βίου της «ομάδας». Αποτελεί συλλογική μνήμη και συνείδηση, που αρθρώνεται πάνω σε πλειάδα πραγματικών ή μυθοπλαστικών στοιχείων. Είναι όμως εξίσου αληθές ότι η ιστορική αυτογνωσία, η ιστορική γνώση γενικότερα, δεν επιτρέπεται να υποτάσσεται στις χειραγωγικές προθέσεις ή ακροβασίες του ιστορικού. Ο τελευταίος οφείλει να λειτουργεί απέναντι στο ιστορικό γεγονός όπως ο ψηφοθέτης προς την ψηφίδα του: να υποτάσσει τις προσωπικές του πεποιθήσεις στο πραγματολογικό υλικό και στο σύνθετο όλον και όχι να τις κοινοποιεί δογματικά ως επιστημονικές αλήθειες. Το ζήτημα δεν είναι να υποκαταστήσουμε την όποια κρατική με την «προσωπική» επιστήμη, αλλά να εμπιστευθούμε το εμπειρικό υλικό των πηγών.

Στη συσχέτιση της ιστορικής μυθοπλασίας με την ιστορική γνώση προσέρχεται μόνος του ο Έρικ Χομπσμπάουμ για να στηρίξει την υπόθεσή του ότι το νεότερο «ελληνικό εθνικό κράτος» δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί τα λεγόμενα ελληνικά «σύμβολα» και τον «Μεγαλέξανδρο» –αυτά «δεν αποτελούν σύμβολά του»– αφού το ελληνικό εθνικό κράτος είναι νεότερο δημιούργημα, μόλις του 19ου αιώνα, και αυτά ανάγονται στον 4ο αιώνα π.Χ., οπότε «δεν υπήρχε ελληνικό εθνικό κράτος». Φυσικά, ούτε λόγος να γίνεται για μια πιθανή «διεκδίκησή» τους από το «ελληνικό έθνος» ή, έστω, από την «ελληνική κοινωνία», αφού αυτά δεν αποτελούν παρά δημιούργημα του νεότερου κράτους-έθνους. Είναι προφανές ότι ο Έρικ Χομπσμπάουμ συγχέει την ιστορική ύπαρξη ενός πολιτισμικού γεγονότος (του «έθνους» ή του γένους επί το ελληνικότερον) με τη συστατική νομική πράξη της αναγνώρισής του ως τυπικού κράτους-έθνους. Είναι σαν να υποστηρίζει κανείς ότι, πριν την ανακάλυψη του συγκεκριμένου νομικού τύπου ταυτότητας (της αστυνομικής ή του διαβατηρίου), ο άνθρωπος ως κοινωνική οντότητα δεν υπήρχε! Υπογραμμίζω τη διατύπωση «ως κράτους-έθνους» διότι, όπως θα δούμε αναλυτικότερα παρακάτω, η πολιτειακή επιλογή του ελληνισμού υπήρξε ιστορικά διαφορετική.

Το καταφανές λογικό έλλειμμα ή, ενδεχομένως, η νομική άγνοια του Βρετανού ιστορικού οδηγεί αναπόφευκτα στο παράλογο συμπέρασμα ότι η ιστορική ύπαρξη ενός λαού συναρτάται από μια τυπική πολιτειακή αναγνώριση. Η ιστορία ενός λαού συνοψίζεται στην ιστορία του κράτους του. Οι λαοί που δεν απέκτησαν ποτέ κράτος ή ενόσω ήσαν υπόδουλοι δεν είχαν ιστορία!... Δεν αρκεί να θέλει ένας λαός να επιβεβαιώνεται στο κοινωνικό γίγνεσθαι ως αυτοτελής συνιστώσα υπό συνθήκες αυτοσυνειδησίας. Το πολιτισμικό αυτό δεδομένο, για να αναγνωρισθεί από τον Έρικ Χομπσμπάουμ, οφείλει να συμπίπτει με το πολιτικό του συνεπαγόμενο. Προκύπτει μάλιστα ότι, καθώς είναι αδιανόητο να προηγηθεί το έθνος –διότι το κράτος δημιουργεί το έθνος κατ’ αυτόν, κι όχι το αντίθετο, και συγκεκριμένα μόνο το νεότερο ευρωπαϊκό κράτος έχει αυτό το χάρισμα–, είναι απολύτως αναγκαίο η κοινωνική ομάδα να προσέλθει πρώτα στη διατύπωση της ληξιαρχικής πράξης γένεσης του κράτους και ύστερα στην εκκόλαψη της εθνικής της ταυτότητας! Οι Έλληνες απέκτησαν εθνική οντότητα και ταυτότητα μόνον με τη γένεση –και μόνο μέσω της γένεσης– του κράτους! Οι Κούρδοι σήμερα ασφαλώς δεν υπάρχουν ως έθνος και ουδείς δικαιούται να τους αναγνωρίσει την εθνική ιδιαιτερότητα –έστω και αν αυτοί χύνουν το αίμα τους προκειμένου να τη διασφαλίσουν–, αφού δεν διαθέτουν εθνικό κράτος.

Η απλοϊκή, κατά τα άλλα, αυτή επιχειρηματολογία δεν είναι απλώς αυθαίρετη ή αδιέξοδη. Υπηρετεί σε βάθος τη θεωρία του κατεστημένου status quo, δηλαδή τις πολιτικές που υποτάσσουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης στην αρχή της αδιατάρακτης κρατικής οντότητας. Υπό το πρίσμα αυτό, η κοινωνία της FYROM διαθέτει –το δικαιούται, αφού είναι συγκροτημένη σε κράτος (έθνος!)– εθνική ταυτότητα, οι Κούρδοι ασφαλώς όχι!

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι ότι η ίδια η βαλκανική και, γενικότερα, η σλαβική πραγματικότητα διαψεύδει τον Έρικ Χομπσμπάουμ. Διότι, αν στη δυτική Ευρώπη το κράτος δημιούργησε το έθνος, στη βαλκανική και σλαβική ενδοχώρα, που υπήχθη άμεσα στην βυζαντινή ζώνη επιρροής, συνέβη ακριβώς το αντίθετο. Το έθνος επιδίωξε να επενδυθεί το κράτος, ώστε να επιβεβαιωθεί και πολιτειακά. Είναι ένας εκ των λόγων που οι βαλκανικοί λαοί οδηγήθηκαν στην εθνική ελευθερία μέσα από επαναστάσεις και απελευθερωτικούς πολέμους.

Μοναδική εξαίρεση αποτελεί η FYROM. Στην περίπτωσή της, θα επαναληφθεί το δυτικο-ευρωπαϊκό προηγούμενο. Το κράτος θα κληθεί να δημιουργήσει το έθνος. Θα επιδιωχθεί, όμως, η υποστήριξή του όχι στην όποια καταγωγή (π.χ. στο σλαβομακεδονικό επιχείρημα), αλλά στη γεωγραφία. Συμβαίνει, ωστόσο, η γεωγραφία, δηλαδή η περιοχή της Μακεδονίας, να μην συγκροτεί ενιαίο έδαφος, να αναφέρονται, συνεπώς, σ’ αυτήν περισσότερα πολιτειακά μορφώματα και πληθυσμοί. Τούτο σημαίνει, αν μη τι άλλο, ότι η ολική ιδιοποίησή της από μία κοινωνική ομάδα (εν προκειμένω, από τη σλαβομακεδονική, που μόλις προσήλθε στην πολιτειακή της αυτονομία) αναιρεί τη δυνατότητα των άλλων (π.χ. της ελληνομακεδονικής) να αυτοπροσδιορίζονται κατά τρόπο ανάλογο. Δεν φαίνεται, ωστόσο, αυτό να ενοχλεί τον Έρικ Χομπσμπάουμ ούτε η ομολογημένη πρόσδεση της ιστορίας στη γεωγραφία, αφού στο μέτρο που το κράτος προσδιορίζει το έθνος δεν επιτρέπεται η εκδήλωση στο εσωτερικό του διαφοροποιήσεων εθνολογικού περιεχομένου. Οι Έλληνες Μακεδόνες είναι απλώς Έλληνες.
Ας κινηθούμε, όμως, προς στιγμήν στη γραμμή της λογικής του Βρετανού ιστορικού και ας διερωτηθούμε πώς θα αντιμετώπιζε κανείς το ζήτημα αν οι Έλληνες Μακεδόνες προσήρχοντο στην πλήρη ανεξαρτησία και διαδήλωναν την πρόθεση το κράτος τους να ονομάζεται επίσης Μακεδονία. Η ρητορική αυτή υπόθεση, πέραν της αυτοτελούς σημασίας της, θέτει ένα ζήτημα δημοκρατίας που ο Έρικ Χομπσμπάουμ φαίνεται να παρακάμπτει ή να αγνοεί: Η ελληνική περιοχή της Μακεδονίας είναι όχι απλώς η μεγαλύτερη, αλλά κυρίως η πολυπληθέστερη. Τίθεται, με διαφορετική διατύπωση, ένα επιπλέον ζήτημα πλειοψηφίας και αυτοδιάθεσης, στο μέτρο που και η ελληνομακεδονική κοινωνική ομάδα έχει κάθε δικαίωμα να κινηθεί στο ίδιο με τη σλαβομακεδονική πλαίσιο εθνικής «μυθοπλασίας».

Με περισσή άνεση αντιπαρέρχεται, τέλος, ο Έρικ Χομπσμπάουμ το αλυτρωτικό πρόβλημα που εγείρει η εθνογενετική διαδικασία την οποία επέλεξε η FYROM. Έτσι, ενώ για την περίπτωση της ελληνικής διεκδίκησης της «μακεδονικής» ιστορίας αναλώνεται σε μια εκτενή επιχειρηματολογία –αγνοώντας ακόμη και το γεγονός ότι η πρωτεύουσα και το ουσιώδες του αρχαίου μακεδονικού κράτους εμπεριέχονται σήμερα στο ελληνικό εθνικό έδαφος–, στην περίπτωση της FYROM ζητήματα αρχής και μεθοδολογίας της επιστήμης υποχωρούν μπροστά στο επιχείρημα της ισχύος. Το κράτος αυτό δεν μπορεί να απειλήσει την Ελλάδα!

Συνεπώς, δεν ενοχλεί αν είναι εθνικιστικό ή επεκτατικό, να ιδιοποιείται το δικαίωμα του «άλλου» στην εθνική «μυθοπλασία» κ.ά.

Έχω διατυπώσει τις απόψεις μου για το «Μακεδονικό» ήδη από τη στιγμή της γένεσης του προβλήματος με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Δεν είναι η προσωπική προσέγγιση του προβλήματος που με ενοχλεί, αλλά η άνεση με την οποία ένας ιστορικός θέτει το «επιστημονικό» του επιχείρημα στην υπηρεσία των Δυνάμεων οι οποίες μετά την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού ανέλαβαν να αναδιαμορφώσουν τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής.

4. Το έθνος και ο εθνικισμός
Οπωσδήποτε, η βασική ερμηνευτική υπόθεση του Βρετανού ιστορικού για το κράτος-έθνος βρίσκεται σε υστέρηση και με τα συμβαίνοντα στον κόσμο, ιδίως τον ευρωπαϊκό κόσμο. Πράγματι, έχει επισημανθεί μια θεμελιώδης διαφοροποίηση ως προς την ταυτολογική αναφορά του πολιτιστικού στοιχείου (του έθνους) προς το συγκεκριμένο πολιτικό, το κράτος.

Το «έθνος» –οι επιμέρους εκφάνσεις του– αναπτύσσει δυναμικές και επιβάλλει ειδικότερες πολιτειακές ολότητες, οι οποίες διεκδικούν ένα σημαντικό μερίδιο στη διαμόρφωση ή την έκφραση του «εθνικού». Η μοναδικότητα του κεντρικού (εθνικού) κράτους αμφισβητείται σοβαρά τόσο από υπο-κρατικά όσο και από υπερ-κρατικά πολιτειακά μορφώματα, που διεκδικούν έναν σημαντικό ρόλο στη διαχείριση του γενικού συμφέροντος. Η ίδια η έννοια του κράτους που ενσαρκώνει το έθνος αποδεικνύεται ιδεολογική «μυθοπλασία», στο μέτρο που λειτούργησε συγχρόνως ως όχημα για την ολοκληρωτική ιδιοποίηση της πολιτικής διαδικασίας (και, κατ’ επέκταση, της ελευθερίας της κοινωνίας) και ως κατεξοχήν μηχανισμός για την απορρόφηση ή τη συντριβή από την κυρίαρχη εθνική ομάδα άλλων πολιτισμικών (εθνικών) ιδιαιτεροτήτων στο εσωτερικό του. Η ενεργοποίηση των πολιτισμικών αντιστάσεων των εθνικών αυτών ολοτήτων στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θέτουν σε μια εντελώς διαφορετική βάση το πρόβλημα του κράτους-έθνους και, φυσικά, τα συμπαρομαρτούντα ιδεολογήματα που το συνοδεύουν5.

Στο μεταξύ, όμως, δεν παύει να αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η συνεύρεση του πολιτισμικού στοιχείου (του έθνους) και του πολιτειακού (του κράτους και της πολιτικής εξουσίας του) οδήγησε στη γένεση ενός νέου φαινομένου, του εθνικισμού. Ώστε δεν είναι το έθνος που γεννήθηκε από το νεότερο κράτος, αλλά το εκρηκτικό μίγμα της συνεύρεσής του με το πολιτικά κυρίαρχο κράτος της πρωτο-ανθρωποκεντρικής οικοδόμησης, δηλαδή ο εθνικισμός.

Παρ’ όλα αυτά, ο Έρικ Χομπσμπάουμ φαίνεται να αναζητά τις πηγές του εθνικισμού σε εξωτερικές εκδηλώσεις, που απλώς αναιρούν την υπόθεσή του. Καταδικάζει, έτσι, την ιστορική αναφορά, ωσάν ο εθνικισμός σήμερα ν’ αποτελεί προνόμιο ή να είναι εντονότερος μεταξύ των λαών με μεγάλη ιστορία! Δεν διερωτάται, όμως, γιατί ο εθνικισμός υπήρξε σύνοικος του κράτους-έθνους. Εμφανίζεται, επίσης, να ανησυχεί για την «σε ολοένα μεγαλύτερο βαθμό οικοδόμηση της εθνικής ταυτότητας όχι στα κοινά σημεία που ενώνουν, αλλά σε εκείνα που διαφοροποιούν από τους άλλους». Ωστόσο, η έννοια του «άλλου» δεν αποτελεί εξ ορισμού επιθετικό προσδιορισμό και, μάλιστα, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι ο «αυτοπροσδιορισμός» υπηρέτησε λιγότερο την επεκτατικότητα ή τη σύγκρουση.
Χωρίς αμφιβολία, πάντως, η έννοια του «άλλου» δεν αποτελεί κάτι το ιδιαίτερο στην εποχή μας. Η έννοια της (λατινικής) Δύσης διαμορφώθηκε στο Βυζάντιο σε σχέση με την (ελληνική) Ανατολή. Η ταυτότητα της Ευρώπης οικοδομήθηκε, εν πολλοίς, στο πλαίσιο της διαλεκτικής της αντιπαλότητας με τον οθωμανικό ασιατικό δεσποτισμό. Η ελληνική αυτογνωσία οφείλει επίσης πολλά στη συγκριτική αναφορά της στους βαρβάρους.

Αν προσέξει κανείς καλύτερα τη λειτουργία του «άλλου» στη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας, θα διαπιστώσει ότι τελικά η έννοια αυτή δεν προσδιορίζει απλώς τη διαφορά. Μέσα από τη διαφοροποίηση συνειδητοποιείται συνήθως η ιδιαιτερότητα. Οπωσδήποτε, όμως, η αυτοσυνειδησία, η βούληση μιας κοινωνικής ομάδας να υπάρχει, δεν προϋποθέτει και μια πραγματική ιδιαιτερότητα. Άλλο είναι το ζήτημα της προσφυγής στην έννοια του «άλλου» από τους πολυποίκιλους εθνικισμούς (και ιμπεριαλισμούς) προκειμένου να νομιμοποιήσουν εσωτερικά και να οριοθετήσουν εξωτερικά τις στρατηγικές τους (π.χ. η νεοπαγής θεωρία περί του πολέμου των πολιτισμών). Η διάσταση, όμως, αυτή δεν φαίνεται να απασχολεί τον Βρετανό ιστορικό.

5. Το ζήτημα της «συνέχειας του ελληνισμού»
Το αδιέξοδο του επιχειρήματος «Χομπσμπάουμ» γίνεται εμφανέστερο όταν καλείται να αντιμετωπίσει το ζήτημα της εξέλιξης ή, με διαφορετική διατύπωση, της συνέχειας ή ασυνέχειας ενός κοινωνικού όλου.

Διαπιστώσαμε κιόλας ότι ο Βρετανός ιστορικός δεν αποδέχεται την πολιτισμική υφή του έθνους, της εθνικής ταυτότητας ή αυτοσυνειδησίας. Ο έξοχος ορισμός του Ισοκράτη, που αποτέλεσε κυρίαρχη άποψη στην ελληνική ιδεολογία, απορρίπτεται με μιαν εντυπωσιακή αποστροφή. Αποτελεί «εθνικιστικό χουλιγκανισμό» (sic) η επίκληση από τους «σημερινούς υπηκόους ενός κράτους» της εθνικής ιστορικής τους συνέχειας.

Σε επίρρωση της άποψής του, επικαλείται το παράδειγμα των οπαδών μιας ποδοσφαιρικής ομάδας! Στο μέτρο που οι σημερινοί οπαδοί της «Μίλαν» δεν ήσαν οι ίδιοι με τους χθεσινούς ή τους παλαιότερους οπαδούς της, δεν νομιμοποιούνται να επικαλεσθούν την παράδοση ή την ιστορία της ομάδας. Η εφαρμογή της ενδιαφέρουσας αυτής θεωρίας στο εθνικό πρόβλημα οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, αφού ένας λαός δεν μπορεί να επικαλεσθεί την αιματολογική, δηλαδή τη φυλετική του καθαρότητα και συνέχεια, δεν νομιμοποιείται επίσης να ανακαλέσει την ιστορική του μνήμη ούτε, πολύ περισσότερο, να στοιχειοθετήσει την ενότητα της ιστορικής του διαδρομής.

Ώστε αποτελεί μέρος της εθνικής μυθοπλασίας η ιδέα της «αδιάσπαστης συνέχειας του ελληνικού έθνους τα τελευταία 3.000 έτη». Πριν από τη γένεση του κράτους-έθνους δεν υπάρχει η έννοια και η πραγματικότητα του έθνους. Η εθνική αυτοσυνειδησία, ως μυθοπλασία, δεν εγγράφεται στα ενδιαφέροντα της κοινωνικής επιστήμης. Και φυσικά, στο μέτρο που ο ελληνικός λαός δεν μπορεί να αποδείξει την αδιάπτωτη, «διά μέσου των αιώνων», αιματολογική του καθαρότητα –αφού υπέστη πλείστες όσες επιμιξίες κατά την ιστορική του διαδρομή και η διαδοχή των γενεών είναι αδιαμφισβήτητη–, ούτε λόγος να γίνεται για την ιστορική του ενότητα και συνέχεια.

Δεν προτίθεμαι να σταθώ στη λογική αυτή. Παρακάμπτω, επίσης, ενσυνείδητα το ζήτημα της διάρκειας του «μυθοπλαστικού» επιχειρήματος, που συνάπτεται με την εθνική ιδέα και την εθνική ταυτότητα, ώστε να αποφύγω την ποδοσφαιρική ανεκδοτολογία. Θα επωφεληθώ, ωστόσο, της ευκαιρίας, για να επισημάνω μια διάσταση του ελληνικού προβλήματος χρήσιμη, κατά την κρίση μου, για το «άνοιγμα» ενός διαλόγου σχετικά με το πρόβλημα της ελληνικής και, γενικότερα, της κοινωνικο-πολιτικής εξέλιξης. Θα επικεντρώσω τον προβληματισμό μου σ’ αυτό που θεωρώ θεμέλιο της ιστορικότητας και της ενότητας της ελληνικής κοινωνίας από τις απαρχές της, από τους κρητο-μυκηναϊκούς χρόνους μέχρι τον 19ο και, εν πολλοίς, μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα. Πράγματι, το ιδιαίτερο στην ελληνική περίπτωση συνίσταται στο γεγονός ότι για πρώτη φορά η απλή (χρηματιστική ή μη) ανταλλαγή αναδεικνύεται σε ένα πλήρες σύστημα χρηματιστικής οικονομίας που εδράζεται σε μια ανθρωποκεντρική δομή και λογική της κοινωνίας. Όχημα του συστήματος αυτού αποτελεί το πολυκρατικό πολιτειακό μόρφωμα της πόλης, στο πλαίσιο του οποίου οικοδομούνται εξελικτικά οι προϋποθέσεις ενός συνολικού και, ασφαλώς, πρωτότυπου επικοινωνιακού συστήματος, που θα οδηγήσει τελικά στην (υπήκοο) κοινωνία πολιτών και, μετέπειτα, στην πολιτική κοινωνία, με επακόλουθο τη δημοκρατία.

Η μετάβαση από το πολυκρατικό αυτό σύστημα στο οικουμενικό σύστημα της κοσμοπολιτείας, όσο και αν αποτελεί μια κρίσιμη ως προς πολλά μεταβολή, θα αφήσει αλώβητα τα θεμέλια της κρατοκεντρικής περιόδου. Πράγματι, πρόκειται για την ενσωμάτωση του συστήματος της πόλης-κράτους και των παραμέτρων της (της χρηματιστικής οικονομίας κ.λπ.) σε ένα οικουμενικό πολιτειακό περιβάλλον, το οποίο δεν θα παύσει να αναφέρεται στην ελληνική πολιτισμική σφαίρα και να κυριαρχείται από την ελληνική κοινωνία. Ακριβώς αυτό το σύστημα της οικουμενικής κοσμόπολης, της ομόλογης χρηματιστικής οικονομίας και της πόλης, υπό το οποίο έζησε η ελληνική κοινωνία από τις απαρχές μέχρι τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους-έθνους, συνθέτει την ιστορική σταθερά πάνω στην οποία στοιχειοθετείται η ελληνική ενότητα, ταυτότητα και συνέχεια.

Οι ποικίλες όσες επιβιώσεις πολιτισμικών, θεσμικών, γλωσσικών κ.ά. παραμέτρων δεν αποτελούν παρά τα εξωτερικά γνωρίσματα που επιβεβαιώνουν, αλλά δεν αιτιολογούν, την ιστορική συνέχεια. Κατά την ίδια έννοια που και οι πλείστοι όσοι «σταθμοί» του ελληνικού ιστορικού βίου, όσο και αν τεκμηριώνουν επιμέρους «ρήξεις» (π.χ. η μετάβαση από το εξουσιαστικό στο δημοκρατικό πολιτικό σύστημα), δεν αναιρούν τη θεμελιώδη σταθερά μιας συνολικής και αδιαμφισβήτητης διαχρονίας.

Η διαπίστωση και η θεμελίωση της ελληνικής συνέχειας επιβάλλει, ασφαλώς, και μια διαφορετική περιοδολόγησή6 της: (α) στο πολυκρατικό ή, ορθότερα, το κρατοκεντρικό σύστημα της πόλης, (β) στο οικουμενικό σύστημα της κοσμοπολιτείας, που, από τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο, διέρχεται από τη Ρώμη και το Βυζάντιο και φθάνει μέχρι και τον 19ο αιώνα (περιλαμβάνει επομένως και την περίοδο του «ιστορικού» συμβιβασμού με την οθωμανική δεσποτεία), και (γ) στο κράτος-έθνος. Ενώ όμως οι δύο πρώτες περίοδοι του ελληνικού ιστορικού βίου συνθέτουν από μόνες τους ένα πλήρες κοσμοσύστημα (το οποίο εντούτοις μετά από μια ορισμένη στιγμή διακτινώνεται ανταγωνιστικά με άλλες ταυτοτικές παραμέτρους), η περίοδος του κράτους-έθνους εγγράφεται στο όριο ενός ευρύτερου πολυκρατικού, δηλαδή κρατοκεντρικού κοσμοσυστήματος.

6. Το διακύβευμα της «καθολικής γνωσιολογίας»
Στο πλαίσιο αυτό, το ερώτημα που καλείται να απαντήσει η κοινωνική επιστήμη δεν αφορά στη μυθοπλασία της ελληνικής συνέχειας, αλλά στην οικοδόμηση ενός αξιόπιστου και σφαιρικού θεωρητικού, συνάμα δε και μεθοδολογικού, προτάγματος, ικανού να δώσει πειστικές απαντήσεις στο πρόβλημα της κοινωνικής και πολιτικής εξέλιξης. Έτσι, ίσως, θα μπορέσει να εγείρει και, ενδεχομένως, να απαντήσει σε ορισμένα καίρια ζητήματα όπως, για παράδειγμα, γιατί η αναγεννώμενη δυτική Ευρώπη, που τόσο θαύμασε και εμπνεύσθηκε από το δημοκρατικό παράδειγμα της πόλης-κράτους, δεν διέκρινε το κυριολεκτικά όμοιό της, το οποίο βίωνε δίπλα της η ελληνική κοινωνία, υπό το ίδιο εκείνο ιστορικό πλαίσιο της «πόλης» έως τις παρυφές του 20ού αιώνα.

Είναι, ωστόσο, προφανές ότι αυτή η μέθοδος ανάγνωσης του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι –καθώς θέτει ευθέως υπό αμφισβήτηση τη γραμμική εξελικτική λογική, με γνώμονα ουσιωδώς το γινόμενο της ισχύος, την οποία ασπάζεται και ο Έρικ Χομπσμπάουμ–, εισάγοντας το επιχείρημα της κοσμοσυστημικής αναλογίας στην ιστορία, δεν φαίνεται ότι μπορεί να αποτελέσει ζήτημα πρώτης προτεραιότητας για τους θιασώτες του νεοτερικού δόγματος, δηλαδή της «στρατευμένης» και συνάμα «ρατσιστικής» ιστορικής επιστήμης.
Η περίπτωση του Έρικ Χομπσμπάουμ δεν αποτελεί εξαίρεση. Εγγράφεται στον κανόνα της σύγχρονης κοινωνικής επιστήμης, που οριοθετεί το αντικείμενό της περιοριστικά, ανάγοντας το βιούμενο σε αξίωμα γενικής εφαρμογής. Η ίδια αυτή «επιστημονική» κατεύθυνση ορίζει, για παράδειγμα, το πολιτικό φαινόμενο σε συνάρτηση με μία και μοναδική οργανωτική του εκδήλωση, την εξουσία, διδάσκοντας έτσι ότι οι κοινωνίες είναι καταδικασμένες να ζουν, ες αεί νομοτελειακά, υπό ένα εξουσιαστικό πολιτικό σύστημα. Είναι ακριβώς η ίδια κατεύθυνση σκέψης που, έχοντας ορίσει τη δημοκρατία με το τυπολογικό της αντίθετο, τον προ-αντιπροσωπευ­τικό πλουραλισμό –δηλαδή ένα σύστημα ιδιωτείας του κοινωνικού σώματος, συνδυασμένο με ένα σύστημα πλήρως αυτόνομης πολιτικής εξουσίας–, διδάσκει τώρα, στο κατώφλι της μετάβασης στην τεχνολογική κοινωνία, το τέλος της ιστορίας!

Στην πραγματικότητα, η νεοτερική αυτή «επιστημονική» σχολή υπερασπίζεται, εξίσου όπως και η φιλελεύθερη ομόλογή της, το ίδιο εσωτερικό και διεθνές κατεστημένο. Μόνο που, υπό το βάρος της διαφαινόμενης κοσμογονίας, αισθάνεται εντονότερη την ανάγκη της στράτευσης στον αγώνα του «καλού», του παλαιού συστήματος και των ηρακλέων του. Προσωπικά, δεν έχω να μεμφθώ σε τίποτε το διάβημα του κόσμου που φεύγει. Η απορία μου εστιάζεται απλώς στο ζήτημα της «μηρυκαστικής» λειτουργίας, που, όντας εμφανώς προδιατεθειμένη να εκπληρώνει η «ελληνική» κοινωνική επιστήμη, δεν φαίνεται έτοιμη ουδέ καν να αποδεχθεί για τον εαυτό της το ενδεχόμενο μιας ερμηνευτικής πρότασης για την ελληνική ιστορική περίπτωση. Το ενδεχόμενο αυτό αντιμετωπίζεται κυριολεκτικά ως ύβρις.

Σημειώσεις:

  1. Το κείμενο αυτό αποτελεί την αντίκρουση στον Έρικ Χομπσμπάουμ που δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία στις 6 Απριλίου 1995. Τα σχόλια που συνοδεύουν το κείμενο κρίθηκε αναγκαίο να προστεθούν προκειμένου να διευκρινιστούν ορισμένες καίριες πτυχές του θέματος.
  2. Βλέπε σχετικά στα έργα μου, Πολίτης και πόλις. Έννοια και τυπολογία της πολιτειότητας, Αθήνα, Παπαζήσης, 2003. Το αυταρχικό φαινόμενο, Αθήνα, Παπαζήσης, 2003. «Bonne gouvernance et démocratie», στο Fabienne Maron, Ioan Horga, Renaud de La Brosse (επιμ.), Media and the Good Governance Facing the Challenge of the EU Enlargement, Βρυξέλλες 2005, σσ. 11-27.
  3. Βλέπε σχετικά στα έργα μου, «La démocratie comme liberté», D. Damamme (επιμ.), La démocratie en Europe, Παρίσι, L’ Harmattan 2004 και «Democracy and Representation. The Question of Freedom and the Typology of Politics», E. Venizelos, A. Pantelis (επιμ.), Civisations and Public Law, Λονδίνο, Esperia Publications 2005.
  4. Για το θέμα αυτό βλέπε στο Γ. Κοντογιώργης, Το ελληνικό κοσμοσύστημα, τ. Α, Η κρατοκεντρική περίοδος της πόλης (Αθήνα, Σιδέρης 2006).
  5. Για το μείζον αυτό ζήτημα, βλέπε περισσότερα στα έργα μου, «Les fondements et les limites du multiculturalisme europιen», στο Maria Manuela Tavares Ribeiro (επιμ.), Identidade Europeia e Multiculturalismo, Κοΐμπρα 2002, σσ. 49-72. «Identité nationale, identité politéienne et citoyenneté à l’époque de la ‘mondialisation’» Maria Manuela Tavares Ribeiro (επιμ.), Europa em Mutacao: Cidadania, Identidades, Diversidade Cultural, Κοΐμπρα 2003, σσ. 155-174. και επίσης, «Κράτος και αυτοδιοίκηση στο περιβάλλον της ‘παγκοσμιοποίησης’», στο Α. Μακρυδημήτρης (επιμ.), Αυτοδιοίκηση και κράτος στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, Αθήνα, Σάκκουλας 2003, σσ. 17-77.
  6. Περισσότερα, στο έργο μας, «Προλεγόμενα για μια κοσμοσυστημική θεώρηση του ιστορικού γίγνεσθαι», στο Δημ. Κούτρα (επιμ.), Φιλοσοφία της ιστορίας και του πολιτισμού, Αθήνα (2002) 2004. Επίσης, του ιδίου, Το ελληνικό κοσμοσύστημα, τ. Α΄. Η κρατοκεντρική περίοδος της πόλης, Αθήνα, Σιδέρης 2006.

Δεν υπάρχουν σχόλια: